ο καθρέφτης στ’ ανατολικά

Κάπου εκεί προς το τέλος του «Kabuli Kid» το πλάνο ανοίγει για να δούμε ξανά την πόλη που απλώνεται στο βάθος του τοπίου. Όταν πέφτουν λοιπόν οι τίτλοι τέλους δυσκολεύομαι να σκεφτώ πια τον κόσμο που είναι λίγος ή πολύς (ανάλογα πως το βλέπεις) στο Φιλίπ, ούτε μπορώ να ακούσω τις κουβέντες για την τρομοκρατία ή τον ανθρωπισμό. Η Καμπούλ πρωί, μεσημέρι και με απαγόρευση κυκλοφορίας το βράδυ δεν το βγάζεις απ’ το μυαλό μου, μοιάζει φτυστή αδερφή της πόλης που με περιμένει έξω απ’ το σινεμά. Εντάξει μπορεί να μην καθρεφτίζεται με ακρίβεια η σημερινή Αθήνα στο πανί, αλλά αυτή που υπήρξε πριν τριάντα ή σαράντα χρόνια.

Δρομάκια και ανώμαλοι χωματόδρομοι, χαώδης οδήγηση, κυκλοφοριακό, αυτοκίνητα περιμένουν να περάσει ο πεζός, που με τη σειρά του σταματάει με το έτσι θέλω ένα τρίκυκλο. Φλας και alarm δεν υπάρχουν. Παρκαρισμένα αμάξια, πάγκοι, μικροπωλητές, λαϊκές αγορές. Οι δρόμοι είναι χαραγμένοι στο περίπου. Ο ταξιτζής, ήρωας της ταινίας, βγάζει το κεφάλι έξω, κάνει παρατήρηση στους μπροστινούς που δεν πάνε αρκετά γρήγορα, που κοιτάνε τί εκτυλίσσεται στο πλάι του δρόμου, που συζητάνε με τον συνοδηγό.

Επί μιάμιση ώρα ακροβατούσα σε μια αίσθηση ότι όλα όσα ακούγονται σε αυτήν την περίεργη γλώσσα έχουν ξαναειπωθεί με τον πλέον γνώριμο τρόπο. Η συμπεριφορά του ταξιτζή θύμιζε παλιό ελληνικό κινηματογράφο και σύγχρονο Έλληνα οικογενειάρχη. Πετάει στους πελάτες σύντομα πολιτικά σχόλια που ξεχειλίζουν από θυμοσοφία, είναι αρχηγός που κεραυνοβολείται όταν το βάρος μιας απόφασης δεν συμπίπτει με την αποπληρωμή των καθημερινών διεκπεραιώσεων, είναι αυστηρός και τρυφερός πατέρας που δεν ξεχνά την απαραίτητη κούκλα δώρο, μα σχεδόν κουφός στα αιτήματα που συνήθως εκφέρονται ψιθυριστά.

Η γυναίκα της οικογένειας μιλάει κυρίως για να εξηγήσει στις κόρες τι δουλειά πρέπει να κάνει η καθεμία. Είναι περίεργα όμορφη και ξέρει καλά να παίζει το ρόλο της, που συνίσταται στο να υπομένει και να χαίρεται σιωπηλά. Όταν προκύπτει το μη αναμενόμενο και σοβαρό ζήτημα, κάποια γυναίκα εγκαταλείπει ένα παιδί στο ταξί του άνδρα της, εκείνη δεν έχει γνώμη, μόνο ακόμη ένα βουβό και συγκρατημένο αίτημα. Δεν μιλάει, δεν παρεμβαίνει να πει ότι θέλει να κρατήσουν το μωρό. Απλά, όταν πια φτάνει η ώρα να το παραδώσουν, κρύβεται πίσω απ’ τη μπούργκα και αποφασίζει έτσι μουγκά όπως λυπόταν για το ότι δεν θα ξανάβλεπε το παιδί, έτσι μουγκά και να το διεκδικήσει. Ο άντρας της που το ξέρει, δεν προσπαθεί να τη σταματήσει. Η κεφαλή, υπό το φορτίο μιας σπουδαίας και μη αναστρέψιμης απόφασης, προτιμάει να αφεθεί στην αποφασιστικότητα  της γυναίκας. Ούτε θέλει, ούτε δεν θέλει. Δυσκολεύεται να αποχωριστεί το παιδί, μα δεν είναι ικανός να δράσει προς κάποια κατεύθυνση. Αμφιταλαντεύεται διαρκώς μέχρι να έρθει η γυναίκα από το παρασκήνιο ή την κουζίνα και με τον γνωστό της βουβό τρόπο να δώσει μια έξοδο στο δράμα.

Στο τέλος όλα αυτά ήρθαν να συναντήσουν τον εντελώς χαοτικό τρόπο με τον οποίο θεατές έμπαιναν και έβγαιναν απ’ το σινεμά μεταξύ των προβολών και τα παπιά που έκαναν σφήνες στην Πατησίων ανάμεσα στα ταξί.

*****

(ακολουθεί άσχετο παραλήρημα. εντελώς εκτός θέματος.)

Αποφεύγω τη συζήτηση για το πού ανήκουμε. Αυτό που σκέφτομαι είναι πως καταφέρνουμε, χωρίς ιδιαίτερο κόπο είναι η αλήθεια, να κρατάμε ότι χειρότερο έρχεται απ’ τον ανατολικό εαυτό μας και να το βάζουμε στο μίξερ με ότι χειρότερο έχει να προσφέρει η δύση.

Σήμερα, οι κατηγορίες που εκτοξεύονται από ντόπιους και ευρωπαίους λένε ότι η χώρα είναι ένα χάος, ένας γραφειοκρατικός λαβύρινθος ή ένας ανοργάνωτος αχταρμάς που ρουφάει κάθε ζωντανό κύτταρο. Να εκσυγχρονιστούμε φυσικά, ποιος διαφωνεί; Αν όμως ξέρουμε περίπου τι ζητάμε απ’ τα στοιχεία που αφθονούν δυτικά της Κέρκυρας, αναρωτιέμαι πόσο ανοιχτά έχουμε τα μάτια μας όταν κοιτάμε απ’ την Τουρκία και πέρα. Η ανατολή έφτασε να αντιπροσωπεύει το χάος, τον φονταμενταλισμό, την έλλειψη μόρφωσης ή παιδείας και γενικώς το αντίθετο της προόδου.

Αν όμως από παλιά ψάχναμε καλύτερα, θα είχαμε νομίζω αντιληφθεί εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να φέρουν την πολυπόθητη και εντελώς απούσα σήμερα ισορροπία, σε ανθρώπους που το άγχος και η έλλειψη κέντρου έχει μετατρέψει σε ζόμπι. Ζόμπι ανίκανα να πατήσουν το pause, ακόμη κι αν από στιγμή σε στιγμή τα εύθραυστα νεύρα τους, εγγυώνται μια βουβή πτώση σαν κι αυτές που συνηθίζαμε να βλέπουμε στον σκανδιναβικό κινηματογράφο.

Φαγωθήκαμε λόγου χάριν, στο όνομα του ανάπτυξης να εγκαταλείψουμε την αίσθηση του μέτρου. Ενός μέτρου που έλεγε ότι η βραδύτητα δεν είναι απαραίτητα ένδειξη χαμηλής νοημοσύνης, ενώ το ωράριο υπάρχει για να ξεπερνιέται σπανίως και σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Η υπερωρία δεν είναι ευκαιρία για παραπάνω μεροκάματο, αλλά υπενθύμιση του ορίου, μετά το οποίο ο εγκέφαλος καίγεται, λειτουργεί δηλαδή μόνο και μόνο για να φέρει σε πέρας δουλειές και αρμοδιότητες.

Ο Γκόρπας αναρωτιόταν «γιατί μας αρέσουν τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και τα λέμε παλιά». Ίσως γιατί περνώντας μπροστά τους μπορούσαμε όχι μόνο να διακρίνουμε μια real estate ευκαιρία ή ένα νέο επενδυτικό πλάνο, αλλά και να φανταστούμε ολόκληρες ιστορίες που ασφαλώς άφησαν ένα σωρό σημάδια στους τοίχους και τα παράθυρα. Αν κάποιες στιγμές λοιπόν επιμένουμε στο βαρελίσιο κρασί, δεν είναι γιατί είναι καλύτερο. Φυσικά και δεν είναι και οι περισσότεροι το ξέρουν ήδη. Όμως με κάποιο αλλόκοτο τρόπο το κρασί θυμίζει ακόμη τη διαφορά παραγωγής και δημιουργίας, ότι δηλαδή άλλο είναι καταναλώνω και άλλο να μοιράζομαι (ακόμη και αν πρόκειται να πληρώσεις ή καλύτερα να προσθέσεις κάτι κι εσύ στο τραπέζι).

Για να το ξεχειλώσω λίγο ακόμη, οι παππούδες φυσικά και ήξεραν ότι δεν υπάρχουν νεράιδες αλλά συνέχιζαν να λένε ιστορίες, ακριβώς γιατί αισθάνονταν ότι το μυστήριο δεν ανήκει μόνο στις έρευνες και τις επιστήμες αλλά και στην καθημερινή αφήγηση. Τώρα ευτυχώς ξεμπερδέψαμε μια και καλή με όλα αυτά παραχωρώντας στους ειδικούς ακόμη και την εξιστόρηση των παθών της ενδοχώρας. DNA και τηλεοπτικοί ψυχολόγοι θα χειρουργήσουν τον έρωτα. Μετά θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα της νεκροψίας κι έτσι όλοι πια θα μάθουμε τι ήταν αυτό που άδικα μας ταλαιπώρησε τόσα χρόνια. Ο Νήο επιτέλους θα δικαιωθεί αφού τα μακριά πόδια που κάποτε λαχτάρησες δεν ήταν παρά ένας όχι ιδιαίτερα περίπλοκος συνδυασμός από ψηφία.

Με άλλα λόγια, το να χάνεσαι στο ανατολικό τοπίο, εκτός των άλλων σηματοδοτεί ότι έχεις ακόμη την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν σου ανήκει, ότι δε βρίσκεσαι εδώ για να τον κατακτήσεις, παρά για να συνυπάρξεις.

Αντιθέτως σήμερα, με την ευκαιρία της κρίσης και του τρόμου της ανεργίας, αποφασίζουμε να αφήσουμε τις τύχες μας ακόμη περισσότερο στους ειδικούς. Κάποιοι λένε δεν ακούσαμε αρκετά τους τεχνοκράτες γι’ αυτό φτάσαμε εδώ. Προσωπικά είμαι έτοιμος να ακούσω τους λάτρεις των αριθμών και των εξισώσεων, αρκεί να πειστώ πως έπαψαν να μπερδεύουν την επιβίωση με τη ζωή. Πολλά ζητάω. Να ήξεραν τουλάχιστον να ξεχωρίσουν το μακιγιάζ απ’ τη χάρη.

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα, ασυναρτησίες

11 responses to “ο καθρέφτης στ’ ανατολικά

  1. Εγώ το οικείο στοιχείο στο Kabuli Kid το βρήκα στο συναίσθημα των ανθρώπων, στις «μεγάλες» ιστορίες της καθημερινότητας, στην οικογένεια που με κάποιο τρόπο λειτουργεί και υφίσταται, στα περιστέρια, στις αγωνίες και τα διλήμματα και όχι στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Επέλεξα μετά να γυρίσω στο σπίτι με τα πόδια και ναι ούτε και εγώ άλλαξα πολύ τοπίο…
    Όσο για τις νεράιδες και το βαρελίσιο κρασί… μόνο από την Τηλεόραση κινδυνεύουν, όχι από το ρεαλισμό μας.
    Ποτέ (νομίζω) ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι δεν έχει εγκαταληφθεί. Τουλάχιστον από τις αναμνήσεις και οροθετήσεις της γειτονιάς ή της πόλης. Στην επαρχία δε ζει στα παιδικά παιχνίδια (ως κρυψώνα ή φρούριο)

  2. Δυσνόητο σας βρίσκω σήμερα.
    Πάντως νομίζω ότι πρέπει κάποτε να πάψουμε να κρίνουμε την ποιότητα των συνιστωσών και να κοιτάξουμε κατάματα την συνισταμένη.Μας έχουν κάνει να πιστέψουμε ότι είμαστε ένας ένοχος λαός.Κι έτσι έχουν κατορθώσει να απομακρύνουν το βλέμμα μας από την πραγματικότητα.Δεν φταίνε οι έλληνες,μια χαρά είναι.Όπως και οι γερμανοί,οι ζουαζιλανδοί και οι τιμοριανοί.Το πρόβλημα είναι μακρύτερα και βαθύτερα,στην καρδιά του οικοδομήματος,που έχουν χτίσει και λυμαίνεται τον πλανήτη.Αυτή η καρδιά έχει πάθει έμφραγμα.Το ξέρουν και απομυζούν το αίμα από τα περιφερειακά όργανα,σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τη σώσουν.Στην ουσία ο πόλεμος έχει αρχίσει,μόνο που αυτοί διαθέτουν βαρύ πυροβολικό και οι βολές τους μας έχουν κάνει να παραπατάμε σαν φρεσκογεννημένα κουτάβια.
    Ενδεικτικά σας αναφέρω την περίπτωση ένος φίλου μου(τον οποίο ανερυθρίαστα και εν αγνοία του χρησιμοποιώ για να μαθαίνω την επικρατούσα άποψη στην κοινή γνώμη και,πιστέψτε με,δεν πέφτει ποτέ έξω)ο οποίος μέχρι χτες έλεγε «φέρτε πίσω τα λεφτά»(από σκάνδαλα,χρηματιστήρια,ομόλογα κλπ κλπ)και τώρα ντροπιασμένος,με ένοχο ύφος λέει «Εμ βέβαια!Δεν είμαστε άνθρωποι εμείς!Αφού παίρναμε δάνεια για ν’αγοράζουμε ακριβά αυτοκίνητα!Ας πληρώσουμε τώρα!»
    Έτσι καταντήσαμε.
    Κι αν ίσχυε ο μύθος της δήλωσης του Κίσσιγκερ περί πολιτιστικής υποδούλωσης των ελλήνων για να γίνουν υπάκουοι,θα πέρνεγαν χιλιάδες θεωρίες συνομωσίας απ’ το μυαλό μου.Αλλά δεν υπάρχουν συνομωσίες.Και οι δικές μας τράπεζες δανείζονται απ’τον Τρισέ με 1% και αγοράζουν ελληνικά ομόλογα με 5%.Άρα δεν υπάρχουν συνομωσίες.Μόνο πόλεμος.
    Κι αναρωτιέμαι ποιος Καραϊσκάκης θα βρεθεί να τους πει ευθέως:»Κλάστε μου τον μπούτζο!»

  3. @ γιώργο κατσαμάκη,
    έχετε δίκιο. στάθηκα στα εύκολα και μάλλον αρνητικά, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν φαίνονταν και τα άλλα, αυτά που αναφέρετε. Ειδικά αυτό το με κάποιο τρόπο λειτουργεί.

    @ Σελιτσάνε,
    α βέβαια συμφωνώ, νιώθουμε περισσότερο ένοχοι απ’ όσο χρειάζεται. Ειδικά αυτό που αυτομαστιγωνόμαστε για τα δάνεια και τα αμάξια είναι σχεδόν αστείο. Πρώτα μας βομβαρδίζουν με διαφημίσεις και εικόνες, μας εξηγούν τί είναι ευτυχία και τί περιέχει κι ύστερα μας ζητάνε το λόγο γιατί ακολουθήσαμε τις γενικές οδηγίες τους. Σαν κι αυτό που λέει ο τζιμάκος: μιλάνε για την μόλυνση του περιβάλλοντος και μας ρίχνουν το φταίξιμο επειδή αφήνουμε ανοιχτή μια λάμπα. Η βιομηχανία, τα εργοστάσια, τα καυσαέρια είναι δευτερεύοντα φαίνεται.

    επίσης έχετε δίκιο στο πρώτο σας σχόλιο. Γι’ άλλο ξεκίνησα, άλλο έγραψα κι άλλο σκεφτόμουν. Αναδιοργανώνομαι.

  4. Βυτίο, μπορεί και να παρανόησα, αλλά η αίσθηση που μου έμεινε στο τέλος της ανάγνωσης ήταν, για να το πω λίγο σχηματικά:
    Ανατολή=το ρετρό που αγαπάμε και νοσταλγούμε
    Δύση=ΕΕ+ΔΝΤ

    Υποψιάζομαι πως δεν εννοείς αυτό, αλλά αυτό βγήκε σε μένα τουλάχιστον.
    Και δε χρειάζεται να πω δεν ισχύουν τέτοιου τύπου εξισώσεις.

    Υποψιάζομαι ακόμα πως έγραφες υπό το κράτος συναισθηματικής φόρτισης, η οποία είναι ωραία και ανθρώπινη και βγάζει ωραία κείμενα, αλλά δεν βοηθάει και πολύ στην εξεύρεση της «αλήθειας».

    Τέλοσπάντων, καλά όλα τούτα, αλλά γιατί πρέπει ντε και σώνει να ανήκεις κάπου; Γιατί πρέπει να δίνεις όνομα σε αυτό που σε κάνει να περνάς καλά; Γιατί πρέπει να διυλίζεται κάθε πτυχή της ύπαρξης από ανάλυση και συμπεράσματα;

    live and let live (ακόμα και το Μάνο Ελευθερίου… 😛 )

  5. ταρατατζούμ

    its νήο not νίο…:)

  6. le vert

    Και να σου πω και κάτι
    Ένα κοινόβιοστην Κρήτη θα μας σώσει
    Να πίνουμε όλη μέρα
    ρακές και ζωή
    ρακές και θάλασσα
    ρακές και μουσική

  7. Μ’ αρέσουν τα παραληρήματα. Όντας εξ επαγγέλματος ανατολιστής, ας πούμε, έχω μια τάση προς τα ανατολικά. Έχω όμως και το ίδιο μπέρδεμα, που ίσως ξεκινά επειδή ναι μεν πρεσβεύω τη ραθυμία, ωστόσο περπατάω με πολύ γρήγορο βήμα -δεν το κάνω επίτηδες, μου βγαίνει. Στην πραγματικότητα, ένας δυτικός που θάθελε να είναι ανατολίτης. Γαμώτο.

  8. @ krot,
    οκ δεν εννούσα την εξίσωση που λες.
    το αν ανήκεις κάπου δεν το ρωτάμε για να απαντήσουμε είμαστε δυτικοί και τέλος, αλλά για να μιλήσουμε καλύτερα για τις επιρροές και το παρελθόν μας. Επίσης για να μην πέσουμε με τα μούτρα στην αγκαλία της θεάρεστης κατά τ’ άλλα δύσης. Το αν ακροβατούμε ή όχι στο μεταίχμιο δύσης και ανατολής είναι βασικό εργαλείο ερμηνείας κατά τη γνώμη μου.
    αλλά όπως και να έχει live and let live. (όλους ακόμη και τον Γιώργο, στον Ελευθερίου θα κολλήσουμε;)

    @ ταρατατζούμ,
    διορθώνω

    @ le vert,
    άντε ντε πες τα.
    αλλά όχι Κρήτη, ας πάμε κάπου αλλού.

    @ δύτη,
    δεν φταις εσύ οι πόλεις επιταχύνουν το βήμα ερήμην μας. Τσεκαρισμένο. Άμα βουίζει αυτοκίνητο δίπλα σου, πως να χαλαρώσεις;
    Η ραθυμία λοιπόν μπορεί να είναι το κακό για τους δυτικούς, αλλά μπορεί να είναι στόχος για μας.

  9. α όχι, είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, γρήγορα περπατάω και στην εξοχή…

  10. και πού πας γρήγορα στην εξοχή δύτη;
    Θα με αναγκάσεις να βγάλω τον υπέρ οκνηρίας και βραδύτητας λόγο.

  11. Μα το πρόβλημά μου είναι αυτή η αντίφαση, είναι εντελώς προσωπικό, θέλω να πω, κι εγώ είμαι υπέρ της οκνηρίας και βραδύτητας…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s