Αμβούργο – Λεωφ. Συγγρού (Ι)

Λίγο καθυστερημένα, αλλά τελικά είδα τη «Λευκή Κορδέλα». Επηρεασμένος απ’ όσα είχα ακούσει δεξιά κι αριστερά, περίμενα να έρθω αντιμέτωπος με ένα μικρό αριστούργημα. Αυτό που είδα τελικά ήταν μια εξαιρετική αφήγηση, ένα καλοχτισμένο παλιομοδίτικο διήγημα. [Βέβαια αν μιλάμε για διηγήματα, κι επειδή έτυχε για τις γιορτές να παραλάβω ως δώρο το «μπιντέ» του Μ. Χάκκα, η παραπάνω διαπίστωσή μου, έχει τεθεί πλέον σε κάποια αμφισβήτηση.]

Οι προεκτάσεις που βρήκαν οι κριτικοί, για μένα παρέμειναν ερμητικά κλειστοί, όπως ας πούμε το σπίτι της βοηθού του γιατρού. Βλέποντας όμως την ταινία έφτασα σε ορισμένα τραβηγμένα βέβαια συμπεράσματα. Η «λευκή κορδέλα» για κάποιο λόγο μου έφερνε συνέχεια στο νου τον «Κυνόδοντα». Και οι δύο σκηνοθέτες δημιούργησαν εξαιρετική ατμόσφαιρα, και οι δύο οδήγησαν τους ηθοποιούς σε πολύ ωραίες ερμηνείες και οι δύο περιέγραψαν με φοβερή ακρίβεια την αρρώστια. Ο Χάνεκε εικονογραφεί τον άρρωστο κόσμο του κλειστού, συντηρητικού, βίαιου χωριού. Ο Λάνθιμος εξετάζει τον άρρωστο κόσμο του αποκλεισμένου, αποστειρωμένου, βίαιου σπιτιού. Η κοινωνία και η οικογένεια, οργανισμοί έτοιμοι να τιμωρήσουν, να κατασπαράξουν, να σκοτώσουν προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέχεια της μίζερης και βαθιά δυστυχισμένης ύπαρξής τους. Θεσμοί που νομιμοποιούνται από κάποιο νόμο φερμένο να καθορίσει, με το ζόρι και δίχως ιδιαίτερες εξηγήσεις, τις ζωές των ηρώων. Με λίγα λόγια, οι δύο σκηνοθέτες αποδεικνύονται αληθινοί μάστορες στην τέχνη τους. Κατασκευάζουν δύο, από εικαστικής άποψης, κομψοτεχνήματα.

Ταυτόχρονα, όμως και οι δύο μοιάζουν να παρατηρούν τους ανθρώπους ως εντελώς ξένοι, ως απόμακροι τρίτοι. Το δράμα που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια τους και ακριβώς εξαιτίας τους, το αντιμετωπίζουν σαν αποστασιοποιημένοι κοινωνιολόγοι που κρατάνε σημειώσεις για κάποια μελλοντική έρευνα, σαν περίεργοι περαστικοί που επιβραδύνουν για λίγο το βήμα τους ενώπιον του δυστυχήματος. Ο Χάνεκε και ο Λάνθιμος είναι ψυχροί (μέχρι παρεξηγήσεως) παρατηρητές. Για λίγο, περνάει απ’ το υπερβολικό μυαλό μου, ότι σκηνοθετούν από κάπου αλλού κι αυτό το κάπου βρίσκεται σαφώς ψηλότερα. Σα να υπονοείται συνεχώς πως οι καλύτεροι περιγράφουν το δράμα αυτών που γεννήθηκαν για να πέσουν.

Αντιθέτως ο Ακίν στο «soul kitchen», όπως και στις προηγούμενες ταινίες του δεν μπορεί να κρατηθεί μακριά απ’ τους ήρωες του. Ο Τούρκος δεν περιγράφει καταστάσεις ή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά πασχίζει να σχηματίσει τις πιο λεπτές πτυχές των προσώπων. Ακόμη και στην τελευταία ταινία, που είναι κωμωδία, καταφέρνει σε μιάμιση ώρα να φτάσει στα βάθη τριών τουλάχιστον εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων. Οι άνθρωποι στον Ακίν, δεν είναι το εργαλείο που θα εμπεδώσει κάποια περίεργη και φρέσκια αισθητική, δεν αποτελούν τη συνέχεια ενός αλλόκοτου τοπίου. Ο Ακίν φωτίζει τα πρόσωπα, σχεδόν τα αγγίζει με την κάμερα. Πάει παρέα με τους ήρωες ως την τραγική, προσωπική κόλασή τους. Ο σκηνοθέτης τριών εξαιρετικών ταινιών (βαθιά, κοφτά, ανθρώπινα – Μαζί ποτέ – Στην άκρη του ουρανού ) δεν ηθικολογεί, δεν κατακρίνει, δεν αποθεώνει. Κάνει όλη τη διαδρομή απ’ τη θέση του συνοδηγού.

Ο Σελίν βάζει τον  κ. Μπαρνταμού να πει: «Μεγάλο πράγμα ούτε να σ’ εξομολογούν, ούτε να σε σνομπάρουν»

Δείχνει με την ίδια σαφήνεια και αμεσότητα, τον Τούρκο φασίστα/φονταμενταλιστή, τον δολοφόνο, την πόρνη, τον νοσταλγό μιας άλλης άγνωστης ακόμη ζωής, την καταπιεσμένη και την εξεγερμένη γυναίκα, την χαμένη μάνα. Επειδή ακριβώς «τίποτα απ’ τα ανθρώπινα δεν του είναι ξένο» μπορεί και μιλάει για το βάθος του δράματος, για την ατελείωτη ανθρώπινη αγωνία με αισιοδοξία και χιούμορ. Έτσι καταφέρνει να ψελλίσει διάφορα ενδιαφέροντα για τη δύσκολη λέξη πατρίδα, ακροβατώντας πάνω στη νοσταλγία και την καταγωγή. Χρησιμοποιώντας έναν δυσβάσταχτο ώρες ώρες ρεαλισμό, σχολιάζει την ανατολική παραδοσιακή, ασφυκτική, οικογένεια με πολύ μεγαλύτερη ένταση απ’ ότι ο Λάνθιμος.

Ο Ακίν, σε αντίθεση με τον Χάνεκε, δεν χάνεται σε άρρωστα τοπία και βίαιες χειρονομίες, αλλά στα πρόσωπα των ανθρώπων. Οι ταινίες του ενώ δεν παραβλέπουν την αγωνία ή την απώλεια, αποτελούν μια διαρκή κατάφαση. Στην τελευταία σκηνή του «στην άκρη του ουρανού» ο ήρωας καταλήγει σε ένα λιμανάκι στον Πόντο, σηματοδοτώντας τη συγχώρεση, τη νοσταλγία και κυρίως την απόπειρα να προσεγγίσει ο άνθρωπος σήμερα τον αντιφατικό και δύσκολο κόσμο.

[υγ: μια εξαιρετική όσο και λοξή ματιά στο «soul kitchen» επιχειρεί ο Radical Desire. Ο Ακίν χωρίς να μιλάει ευθέως για την πολιτική, συνειδητά ή όχι, πάει και πέφτει στα πιο σημαντικά ζητήματα. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης επιλέγει συνειδητά να «θυσιαστεί» η εργατική τάξη για να συμβεί η φαντασμαγορία, παρόλο που μοιάζει ως προαπαιτούμενη η φυγή των εργατών προκειμένου να καταφτάσει το εναλλακτικό κοινό. Όπως και να’ χει, ο Ακίν θέτει ένα ερώτημα το οποίο η επίσημη αριστερά προτιμά να προσπερνά σφυρίζοντας. (Είναι το ίδιο ερώτημα που θέτει ο μάλλον αντιπαθής M. Moore σε μία από τις ταινίες του, σε σχέση με το γεγονός πως οι πιο πρόθυμοι Αμερικανοί φαντάροι προέρχονται κυρίως απ’ τις κατώτερες τάξεις: γιατί οι κατεξοχήν θιγμένοι απ’ το καθεστώς είναι συνήθως οι πιο φανατικοί υποστηρικτές του;) Ασφαλώς παλιό το ερώτημα, το γιατί δηλαδή οι εργάτες δεν ριζοσπαστικοποιούνται, και όχι χωρίς εξηγήσεις. Αυτό που θέλω να πω όμως, παίρνοντας ας πούμε το παράδειγμα του Αγ. Παντελεήμονα είναι το εξής: εκεί που η επίσημη αριστερά χρειαζόταν να δηλώσει το παρόν με πράξεις και πρωτοβουλίες στοχεύοντας ταυτόχρονα και στις δύο μεριές (ντόπιους & μετανάστες), προτίμησε να περιοριστεί σε δηλώσεις συμπαράστασης, ηθικές κορώνες και αμήχανα σχόλια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τώρα αναζητά την εργατική τάξη μεταξύ λα.ο.ς. και κραυγών για δημοψηφίσματα. Η «αγάπη» για τους θεσμούς, τις επιτροπές και τις ΜΚΟ, κατάφερε να καταργήσει το σπουδαιότερο όπλο της αριστεράς, την αλληλεγγύη.]

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under διάφορα, κινηματογραφικά

11 responses to “Αμβούργο – Λεωφ. Συγγρού (Ι)

  1. Ρε Βυτίο, πώς το κατάφερες να πιάσεις όόόόλα τα θέματα σε ένα ποστ?!

    Λοιπόν, δεν έχω δει καμία από τις ταινίες ακόμα και σκοπεύω να δω τις δύο (με τον Χάνεκε πήρα διαζύγιο, τότε με τη «Δασκάλα του πιάνου»).
    Υποψιάζομαι από όσα έχω διαβάσει πως θα συμφωνήσω μαζί σου -κι είμαι και φανατική του Ακίν!

    Γιατί αντιπαθής ο Μούρ; Για αμερικάνος, συμπαθέστατος είναι! 😈

    Για τα υποδέλειπα: η εργατική τάξη δεν θα ριζοσπαστικοποιείται, όσο η αριστερά παραμένει -η καθεμιά με τον τρόπο της- ακαδημαϊκή, όσο συνεχίζει να μιμείται (και να θαυμάζει κιόλας) τον Αγγελόπουλο και το Χάνεκε.

  2. Καλησπέρα. Λοιπόν έχω δει τη «λευκή κορδέλα» και το «στην άκρη του ουρανού». Την τελευταία του Ακίν δεν την έχω δει και δυστυχώς ούτε τον Κυνόδοντα ακόμα. Η λευκή κορδέλα είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει τα τελευταία χρόνια για έναν απλούστατο λόγο: ο συνδυασμός μιας υποβλητικής ατμόσφαιρας με ένα υπόγεια σερνόμενο βαθύ πολιτικό μήνυμα, του ναζισμού. Ο Ακίν πρέπει να μπει στη λίστα to-watch, με ιντριγκάρατε.

  3. Βυτίο, με πρόλαβες για την ταινία του Ακίν. Εμένα βέβαια με χάλασε λίγο αυτό που λέει και ο Radical Desire, αυτή η μανία με την υψηλή μαγειρική και το «εναλλακτικό» κοινό της, αλλά τέλος πάντων.
    Η δε τελευταία παράγραφος, καταπληκτική. Αυτά παθαίνει μια αριστερά που λατρεύει τους φοιτητές και δεν ξέρει πώς να μιλήσει με/για τους εργάτες, που μιλά για Μαρξ και ταυτίζει τον καπιταλισμό με τις τράπεζες (μόνο), κλπ. Διώχνει λοιπόν το παλιό κοινό της, όπως ο ταβερνιάρης στον Ακίν, και φέρνει «το πολύχρωμο πλήθος» -που θάλεγε κι ο Αλαβάνος- της σχολής χορού. Υπάρχουν βέβαια κι οι άλλοι, που λένε ότι αφού το κοινό θέλει να φάει σκουπίδια, ζήτω το κατεψυγμένο σνίτσελ -κατεβάστε κι άλλο την τιμή και δώστε σνίτσελ στο λαό.
    Ουφ, τι φλυαρία με έπιασε. Καλή χρονιά είπα, Βυτίο; δεν είπα; Καλή χρονιά λοιπόν!

  4. Κι εγώ μόνο την Λευκή Κορδέλα έχω δει και θα συμφωνήσω μαζί σας:περίμενα πολλά περισσότερα.
    Όσο για το αριστερό ταμπού που περιγράφετε-το οποίο ξεφεύγει από την πολιτική του ουσία και υπάγεται,πια,στη θεολογία-με κάνει να αναρωτιέμαι αν με την ύπαρξη της,η σύγχρονη αριστερά,στηρίζει την ύπαρξη του γερασμένου,άρρωστου πολιτικού συστήματος,αντί να το αντιστρατεύεται.

  5. Πολύ ωραίος! Συμφωνώ με την κριτική σου στον Desire.

  6. Ποια είναι η κριτική στο δικό μου κείμενο, γιατί εγώ δεν είδα κριτική στο κείμενο αλλά σε πολιτικές πρακτικές από τις οποίες απέχω εμπράκτως τα μάλα.

    Σε ό,τι αφορά κάποια απαραίτητη ίσως διαλεύκανση των επιχειρηματολογικών μου προθέσεων που μπορεί να αποτελέσει κάποια συνέχεια της τελευταίας παραγράφου εδώ, μπορείτε να δείτε την συζήτηση που επακολούθησε με τον Δημήτρη, ο οποίος και έθεσε το θέμα που θέτει (αναμενόμενα και θεμιτά) εδώ το βυτίο.

  7. @ krot,
    και είχα κι άλλα, αλλά είπα να το κόψω στη μέση το ποστ. είπαμε αχταρμάς.
    η δασκάλα του πιάνου, ίσως η μονάδικη του Χάνεκε που θα έβλεπα ευχάριστα (?) δεύτερη φορά. Δεν ξέρω αν η λέξη είναι διαζύγιο. Σίγουρα απόσταση/διάσταση.
    Κρατάμε το (μάλλον δίκαιο) καρφί για τον Αγγελόπουλα και προχωράμε με τον Ακίν.

    @ Μάνε,
    ε λοιπόν, έτσι για να διαφωνήσουμε και λίγο, εγώ δεν είδα πουθενά αυτό το μήνυμα του ναζισμού. Είδα μια περιγραφή του αυταρχισμού, της εκκλησίας κλπ αλλά σύνδεση με τα μετέπειτα χρόνια δεν κατάφερα να αντιληφθώ. Ίσως έφταιγα εγώ, ίσως που η αίθουσα στο Δαναό δεν χωρούσε τα πόδια μου, ίσως το τέλος που με χάλασε γενικώς. Κατά τ’ άλλα συνιστώ Ακίν γενικώς. Και το μαζί ποτέ και το soul kitchen (ρίξτε μια ματιά και σ’ όσα λέει για την ταινία ο εξαιρετικά συμπαθής Πολιτάκης )

    @ Δύτη των νιπτήρων,
    τη μανία με την υψηλή μαγειρική ούτε γω την καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω πια όμως την ανάγκη να μην τρώω σνίτσελ με 3 ημερών λάδι. (έχουμε και το στομάχι μας βλέπετε).
    Τώρα θα ήθελα να μη διώχναμε τόσο εύκολα το παλιό κοινό, ούτε να αποθεώναμε τόσο εύκολα το «πολύχρωμο».
    Πού να βρεθεί όμως η διάθεση κ ο τρόπος να συνομιλήσουν όλοι αυτοί; Οι μεν με τα σκουπίδια, οι δε με τα Ψυρριά και τα Γκάζια (για να το πω απλουστευτικά). Εμείς ώρες ώρες νιώθω, ότι ανήκουμε (θέλοντας και μη) στους β’ , αν και μας γοητεύουν (έστω με όλες τα παραμύθια για την λαϊκότητα) οι α’. Μεγάλο ζήτημα γενικώς.
    Καλή μας χρονιά.

  8. @ Σελιτσάνε,
    πήγα προετοιμασμένος για αριστούργημα και βγήκα με ένα: ε και?
    Θεολογικής τάξης είναι άλλωστε το ερώτημα, υπάρχει αριστερά εντός των σημερινών κόμματων σήμερα ή μόνο μια λεκτική υπόμνηση παλιών μύθων? (άθλιος βερμπαλισμός)

    γεια σας @ sraosha & @ αντώνη.

    να πω όντως ότι η (όποια) κριτική στόχευε στην επίσημη, θεσμική αριστερά και κυρίως στο Συριζα, για να είμαι ειλικρινής. (το κκε δεν το αγγίζω).

    Γενικότερα να προσθέσω ότι αν και συναισθηματικά η πρώτη αντίδραση είναι να συμπαρασταθώ στους μετανάστες, νομίζω ότι δουλειά της αριστεράς, θα ήταν εξίσου να προσπαθήσει να συνομιλήσει με το ντόπιο στοιχείο κ τους προηγούμενους κάτοικους. Όχι μόνο για να πείσει ή για να θεωρητικολογήσει, όσο για να είναι εκεί στα προβλήματα που υπάρχουν είτε λέγονται εγκληματικότητα (πραγματική ή φανταστική), είτε καθαριότητα, είτε απλά συνύπαρξη, είτε συζήτηση πάνω στο αν συνιστά εκμετάλλευση να νοικιάζεις δυάρι σε δέκα μετανάστες προκειμένου να επωφεληθείς οικονομικά και μετά να παραπονιέσαι ότι γίναμε Αφρική.
    Οι ευθύνες ανήκουν σε κόμματα αλλά και κινήματα, αφού η μόνιμη προσοχή τους στρέφεται στους όντως κυνηγημένους μετανάστες, αφήνοντας εντελώς απ’ έξω την ελληνική εργατική τάξη. Αν αυτή η τελευταία γουστάρει να τρώει σήμερα σκουπίδια, είναι γιατί επί χρόνια η αριστερά (νόμιζε πως) ξεπλήρωνε το χρέος της με συναυλίες του Μίκη και αφιερώματα στο Ρίτσο κι έπειτα συζήτηση στα μπαρ του κέντρου.
    Είναι το γνωστό ανέκδοτο που λέει ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ διορίζουν αβέρτα τους ψηφοφόρους τους κι όταν τους απολύουν κάνει το ΠΑΜΕ κι ο Συριζα διαδηλώσεις με σύνθημα, όχι στις απολύσεις.
    Τέλος, ο Ακίν νομίζω θέτει το ερώτημα ακριβώς επειδή δεν ξέρει πώς να προσεγγίσει ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές (εργατική τάξη/πολύχρωμο εναλλακτικό κοινό). Παρόλο που ανήκει εμφανώς στο δεύτερο, ας μην ξεχνάμε ότι σε όλες τις μέχρι πρότινος ταινίες του μιλάει για την πρώτη. Οι ήρωές του ανήκουν στην εργατική τάξη ή στο περιθώριο & σπανίως στην δεύτερη κατηγορία. Ίσως αισθάνεται πιο άνετα γύρω απ’ τον πολύχρωμο μοντέρνο κόσμο, αλλά αγωνιά για τους ανθρώπους που κινούνται σε εντελώς άλλα επίπεδα.

  9. Φίλε Βυτίο, ευχαριστώ για την απάντηση. Για τον Ακίν ως Ακίν δεν μπορώ να εκφέρω καμμία ευρύτερη κρίση, γιατί δεν έχω δει τις προηγούμενές του ταινίες, για τις οποίες έχω ακούσει τα καλύτερα. Ο «Ακίν» στον οποίο αναφέρομαι είναι ο σκηνοθέτης της συγκεκριμένης ταινίας.

    Το θέμα πάντως είναι αρκετά πολύπλοκο και νομίζω ότι και η συζήτηση που έγινε εδώ βοηθά να τεθούν κάποιες από τις ερμηνευτικές και ιδεολογικές δυσκολίες.

  10. καλή χρονιά!

    δεν έχω δει καμια απο τις δύο ταινίες αλλά μπορώ να πιάσω το νόημα βάσει των Χανεκε εμπειριών ως τώρα.

    όσο για την κριτική στο τέλος δεν γίνεται να συμφωνήσω περισσότερο. Η αριστερά για την οποία μιλάς μοιάζει με την μανταμ Σουσού που πίνει τον καπουτσίνο της στο σύνορο Κολωνακίου Εξαρχείων με την Αυγή υπο μάλης και δεν φαντάζεται πώς ζει μια πραγματικά «λαικη» οικογένεια (χωρις να θέλω να το παίξω Ξανθόπουλος). μακάρι αυτά που σκέφτεσαι να απασχολούν όσο γίνεται περισσότερους…

    όσο για τον Χάκκα (δεν κατάλαβα απο το σχόλιό σου αν σου άρεσε τελικά ή όχι) βγήκαν από τις εκδόσεις Κέδρος τα άπαντα και αξίζουν όσο ελάχιστα ελληνικά βιβλία.

  11. @ Αντώνη,
    πάντως αξίζει να δεις τις υπόλοιπες του Ακίν πέρα απ’ το καθαρά καλλιτεχνικό του θέματος, και για τον τρόπο πoυ προσεγγίζει θέματα, όπως οι μετανάστες, η οικογένεια κλπ.
    χαιρετώ σε.

    @ lucia,
    έτσι ακριβώς. άσε που πολλοί απ’ αυτούς που κάθονταν στα σύνορα, τώρα έχουν μάλλον μεταφερθεί λίγο πιο πάνω. Οχι όλοι ευτυχώς.
    Για τον Χάκκα εννοούσα ότι διαβάζοντας τα εξαιρετικά διηγήματά του ακριβώς μετά την ταινία, σκέφτηκα ότι τελικά η αφήγηση του Χάνεκε μου φάνηκε κάπως λίγη, κάπως flat (αν μπορώ να το πω έτσι). Πάντως χωρίς τις εσωτερικές εντάσεις του Χάκκα. Θα μου πεις, πώς συγκρίνεις διήγημα με ταινία; Θα σου πω ότι η σύνδεση έγινε από μόνη της.

    Το βιβλίο που προτείνεις μπαίνει στην λίστα και σε προτεραιότητα. και βέβαια καλώς ήρθες, να έχεις καλή (χρωματιστή) χρονιά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s