ότι να’ ναι σκέψεις πάνω απ’ τις κούτες

Ανοίγοντας κούτες μετά τη μετακόμιση.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα πρέπει να ήταν το «Πρόας ο Νικίου» του André Laurie. Θυμάμαι ότι μόλις έφτασα στην τελευταία σελίδα, γύρισα αυτομάτως στην αρχή και ξεκίνησα πάλι να διαβάζω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν έφταιγε κάτι συγκεκριμένο που έβλεπα στις λέξεις του Γάλλου ή αν απλώς ήταν η πρώτη γνωριμία με αυτόν τον κόσμο της ανάγνωσης. Πάντως σπάνια ξαναβρήκα αυτή την αίσθηση, ότι ανακάλυψα δηλαδή κάτι σπάνιο, που αλλοίωνε την αίσθηση του χρόνου.

*

Ποτέ δεν με βόλεψαν αυτές οι στενόμακρες εκδόσεις του Καστανιώτη. Αυτά τα βιβλία δε στέκονται με τίποτα στη σελίδα που θες, αν δε τα συγκρατείς όλη την ώρα, γεγονός κουραστικό, μοιάζει να διαβάζεις κρατώντας όλη την ώρα ένα άσχετο και εκνευριστικό βάρος. Θέλω να πιστεύω ότι η ιδιαιτερότητα αυτή, είναι υπεύθυνη για τους Χέμινγουέι και Σαραμάγκου που επιμένουν να μένουν κάθε φορά λίγο πριν τη μέση.

*

Αντιθέτως, σκέφτομαι, αυτό το απαράδεκτο σχήμα δεν μου δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στην περίπτωση του Παπαγιώργη. Βέβαια στα 19,φοιτητής, άυπνος και φανατικός αρνητής της όποιας νηφαλιότητας, δεν κάνεις τις πιο συνετές επιλογές, αλλά δεσμεύεσαι με αιώνια επιστροφή στις λέξεις. (πχ. «ο μεθυσμένος δε θέλει να βγάλει από μέσα του το αλκοόλ, αλλά τον κόσμο»)

*

«Όποιος πίνει μόνο νερό έχει κάποιο μυστικό να κρύψει»

Σ. Μπωντλέρ.

*

Τα βιβλία που έχω διαβάσει τις περισσότερες φορές, ξεφυλλίζοντας  και επιστρέφοντας, έστω αποσπασματικά, πρέπει να είναι τα «αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» και ο «κακός δημιουργός». Και βέβαια τα ποιήματα του Γκόρπα. Έτσι, Μπαρτ, Σιοράν και Γκόρπας βρίσκονται συνήθως σε θέση μάχης, σε απόσταση αναπνοής απ’ το πληκτρολόγιο. Λέω, ότι θα είναι καλύτερα αν ούτε τώρα μπω στον κόπο να τους βρω μια καλή θέση στη βιβλιοθήκη.

*

«γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά

όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λέν πουτάνα

γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα

να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές»

Θ. Γκόρπας

*

Παρόλο που όλοι σχολιάζουν τη λάθος κρίση μου, η «Βραδύτητα» (ίσως μαζί με τις «προδομένες διαθήκες») παραμένει για μένα το ωραιότερο βιβλίο του Κούντερα. Ίσως λόγω θέματος ή μόνο και μόνο για τη φράση «ηθικό τζούντο».

*

Για πολύ καιρό ζούσα με την εντύπωση ότι ένα βράδυ μπαίνοντας σε κάποιο άδειο μπαρ, θα συναντούσα τη Χόλυ Γκολάιτλυ να πίνει το τζιν ή το μαρτίνι της. Ύστερα απλά θα καθόμουν δίπλα της, να χαζεύω την πάνσοφη υστερία της.

*

Περίοδοι που δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα καινούριο, ακολούθησαν μετά το τέλος των «Λευκός Θόρυβος», «οι απόψεις ενός κλόουν», «τα κεραμίδια στάζουν» και τα ποιήματα του Σεφέρη. Όχι επειδή τους απέδωσα κάποια συγκεκριμένη παραπάνω αξία, αλλά επειδή δεν μπορούσα να ξεφύγω με τίποτα από τον κόσμο στον οποίο με βύθισαν.

*

Σε ανύποπτες στιγμές ήρθαν το «ΙΨ ο Τυπογράφος» του Αρανίτση και η «Γραμμή του Ορίζοντος» του Βακαλόπουλου. Τα ξεφυλλίζω όταν νιώθω ότι έχω ξεχάσει τα βασικά και όλα μπαίνουν ξανά στη θέση τους.  (άλλωστε στη «γραμμή του ορίζοντος» βρίσκεται κρυμμένος σχεδόν όλος ο Αρανίτσης όπως εμφανίζεται τις Κυριακές στα Παράδοξα)

*

Το «ταξίδι στην άκρη της νύχτας» είναι ίσως το μόνο βιβλίο που είχα την αίσθηση από τις πρώτες κιόλας σελίδες ότι είναι κάτι σπουδαίο, κάτι φοβερό και τρομερό. Δύσκολη η επιλογή της παρέας του στο ράφι.

*

Μεγαλύτερη παράπλευρη ανάγνωση, όταν ξεκίνησα ένα απόγευμα να δω κάτι στα πεταχτά για τον Αγ. Αυγουστίνο στην Ιστορία της Δυτική Φιλοσοφίας του Μπέρτραντ Ράσσελ. Κατέληξα να διαβάσω και τους δύο τόμους μονορούφι.

*

Τα ποιήματα του Πετρόπουλου, το «εγχειρίδιον του καλού κλέφτη», το «μπουρδέλο», η «φουστανέλα» και τα υπόλοιπα χειροτεχνήματά του. Να τα βάλω δίπλα στο παράθυρο. Να βλέπει τα κορίτσια που διασχίζουν το δρόμο για να φτάσουν στον Πανιώνιο.

*

Τόσος Βάρναλης πώς μαζεύτηκε, πού βρέθηκε;

*

Άραγε ο Παπαδιαμάντης αισθάνεται άνετα δίπλα στο «διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή; Επίσης, ο Μέιλερ διαβάζει Ροθ; Ή ο Τσίρκας, Μπορίς Βίαν; Καλά εντάξει, αυτό τo τελευταίο το επανεξετάζουμε.

*

Αχτύπητα δίδυμα τυχαία μέσα στις κούτες. Ζενέ και Καρκαβίτσας, ο «Πατούχας» και η «εποχή στην κόλαση». Αλλά ο ωραίος Λακαριέρ χώθηκε ανάμεσα στα «Μικρά Ρεμπέτικα» του Πετρόπουλου και τα «δημοτικά» του Πολίτη.

*

Αναρωτιέμαι σε τι διαφέρω από τη γιαγιά μου που έζησε επί χρόνια συμπαθώντας ή βρίζοντας τους ρόλους των απογευματινών σήριαλ, όταν ακόμη και τώρα εκνευρίζομαι άμα σκέφτομαι τη Λόττε και την παλιόΣάλυ Χέις. Βέρθερε, Χόλντεν, απατημένε σύζυγε του «βέρα στο δεξί», Μαρκουλάκη και λοιποί ηττημένοι αυτού του κόσμου κάπου υπάρχει κάποιος που σας δικαιώνει. Είτε είναι 85 είτε 28, λίγη σημασία έχουν τα χρόνια, είμαστε δικοί σας.

*

«Δύο χέρια περιμένουνε.

Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη η γη.

Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση»

Ο. Ελύτης.

*

«στον αγώνα ανάμεσα σ’ εσένα και στον κόσμο, υποστήριζε τον κόσμο»

Φ. Κάφκα.

Advertisements

12 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, ασυναρτησίες

12 responses to “ότι να’ ναι σκέψεις πάνω απ’ τις κούτες

  1. imwrong

    Λακαριέρ; Κακαριέρ, αγαπητέ μου, Κακαριέρ: http://imwrong.wordpress.com/2009/10/30/deeply-greek/

  2. Χρονοβόρα διαδικασία η επανατοποθέτηση βιβλίων στα ράφια.
    Ενίοτε κι οδυνηρή- όταν βρίσκεις μέσα τους χαρτάκια με απιθανες σημειώσεις, τηλέφωνα χωρίς όνομα ή με όνομα που δε σου θυμίζει τίποτα, ή φύκια κι άμμο που δε μπορείς να προσδιορίσεις παραλία προέλευσης.

  3. Κ.Κ.Μοίρης

    οι σελίδες που μυρίζουν ξεθυμασμένη μπύρα ή έχουν ακόμη τα αποτυπώματα απο τα δάχτυλά της , δεν χωράνε ούτε σε κούτες ούτε σε ράφια

    θα φανώ τραγικά προβλέψιμος λέγοντας πως αυτό εδώ είναι ένα ακόμη ωραιότατο δείγμα γραφής ?

  4. … Ό, τι να ‘ναι σχόλιο λοιπόν!
    Είναι Δευτέρα κι εγώ έχω πάλι Σώτη αλλά στο Floral… Εκεί να δεις ό,τι να ‘ναι σκέψεις!!!!!! … Και σίγουρα από κάποια, που έχει μείνει σε «ράφι»!
    Α! Να με συγχαρείς κιόλας… Νομίζω ότι πέτυχα αυτό που λέγαμε, ε;!!!!

  5. «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου», ή εννοείς της νύχτας;

    «Πρόας ο Νικίου», λοιπόν… Από την πατρική βιβλιοθήκη, όπως κι εγώ; Ή κυκλοφόρησε ξανά;

  6. Ω μα εσείς είστε νοικοκύρης!Τα αγαπάτε και τα προσέχετε τα βιβλία-και καλά κάνετε.Εγώ,ως γνωστός λαίμαργος,προσπαθώ να θυμηθώ τι έτρωγα τότε,κοιτάζοντας τις λαδιές στις σελίδες του Δρομάζου ή της αισθηματικής αγωγής(στο πρώτο πρέπει να ήταν κοκκινιστό με μακαρόνια στο δεύτερο κάποια σαλάτα διαίτης…).Πάντως ο Σελίν είναι αλάδωτος(πρέπει να έφαγα ίσαμε δύο τόνους πασατέμπο…).

  7. @imwrong,
    ωραίος.
    (αλλά δεν δικαιούμαι να πω πολλά, όπως δείχνει και η παρατήρηση του Δύτη)

    @ Τσαλαπετεινέ,
    α καλά, άλλο πάλι τούτο. κάτι καρτ ποστάλ βρήκα, κάτι σημειώματα άσχετα που χρησιμοποιούσα για σελιδοδείκτες. άτιμο πράγμα το παρελθόν. πάνω που πας να το ξεχάσεις επανέρχεται.

    @ Κ.Κ. μοίρης,
    αυτά είναι τα πιο ωραία βιβλία. Και τα πιο δύσκολα να επιστρέψεις. Ένα τέτοιο δωράκι, έχουν περάσει μήνες ή και χρόνια, δεν μπορώ να υπολογίσω, το φυλάω έτσι κλειστό και απείραχτο. Φοβάμαι άμα το ξεφυλλίσω μήπως χαθεί τίποτα.

    @ Μαρία Τζ.
    α) το πέτυχες. Μπράβο. κλαπ κλαπ.
    β) είδες τη γλωσσόφαγα ρε παιδί μου. πήγαν και της πέταξαν αβγά διάβασα. κρίμα. τώρα νιώθω άσχημα. Και δυστυχώς μοιάζει να δικαιώνεται (όχι ουσιαστικά βέβαια αλλά τεσπα) σε κάποια πράγματα που λέει.

    @ δύτη των νιπτήρων,
    έχετε απόλυτο δίκιο. της νύχτας εννοούσα. διορθώνεται πάραυτα. Όσο για το άλλο, ήταν απ’ το βιβλιοπωλείο της Εστίας, όχι όμως η έκδοση που κυκλοφορεί τώρα. Ήταν ένα ψιλό χλομό / κίτρινο / γκρι / αρρωστί τέλος πάντων γιατί δε θυμάμαι καλά με σκληρό εξώφυλλο.

    @ Σελιτσάνε,
    αποκλείεται. εγώ σας είχα για ένα ευγενή κύριο με καπνιστό ουίσκι και πούρο στην πολυθρόνα, κάτω απ’ τη λάμπα, δίπλα στην ξύλινη βιβλιοθήκη με τους παμπάλαιους θησαυρούς. Κι εσείς λέτε: πασατέμπο.
    (υγ. κοκκινιστό με μακαρόνια; δεν πιστεύω να εννοείται κόκορα, μου ανοίγεται την όρεξη βραδιάτικο).

  8. Μου αρέσει έτσι όπως τακτοποιείτε τα βιβλία σας. Μου αρέσει π.χ. που βάλατε τον Πετρόπουλο κοντά στο παράθυρο για να βλέπει τα κορίτσια.

  9. Καλά μου θύμισες βιβλία που είχα διαβάσει αλλά η λήθη τα είχε διώξει στα πίσω δώματα του εγκεφάλου για ύπνο. Παπαγιώργης ε; Αν και είναι βραδύγλωσσος γράφει εξαιρετικά, το ‘Ίμερος και Κλινοπάλη’ ύμνος για τον έρωτα και την τραχύτητά του.

    Όσον αφορά την ‘Βραδύτητα’ την θεωρώ το χειρότερο βιβλίο του Κούντερα! Προτιμώ το ‘Αστείο’!

    Τώρα που το θυμήθηκα έχω στα σκαριά Μπαρτ να διαβάσω.

    Τα ξαναλέμε!

  10. @ kopoloso,
    δυστυχώς άλλαξε θέση ολόκληρο το ράφι που φιλοξενούσε τον Πετρόπουλο και δυσκόλεψε η θέαση του δρόμου. Όμως αν το βάλω λίγο πιο χαμηλά, στο απόκάτω ράφι και κοιτάξει λίγο διαγωνίως προς τον απέναντι δεύτερο, θα δικαιωθεί. Το κορίτσι που βγαίνει κάθε τόσο στο μπαλκόνι και μιλάει στο τηλέφωνο θα μοιάζει με τις Παριζιάνες που έβλεπε στα καφέ ο συγγραφέας.

    @ the elf at bay,
    το «ίμερος και κλινοπάλη» είναι από τα κλεμμένα γι’ αυτό δεν το ανέφερα. Μήπως το θυμηθεί ο δανειστής και το ζητήσει πίσω. Εξαιρετικό πάντως.
    Για την βραδύτητα ναι, όλοι έτσι λένε. Αλλά είπαμε το θέμα είναι που με απασχολεί. Δεν είμαι κι εγώ φίλος της ταχύτητας.

  11. Βυτίο μην δανείζεις ποτέ βιβλία. Κατά 98% δεν θα τα πάρεις ποτέ πίσω.

  12. ναι αλλά ντρέπομαι να πω όχι. Γι’ αυτό απλώς κάποιες φορές ανταποδίδω. χεχε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s