έξω οι φωνές, οι μουσικές κι οι καταδίκες*

«..Όλα είναι φτιαγμένα σ’ ανθρώπινη κλίμακα. Με το ανθρώπινη εννοώ μια συγκεκριμένη αναλογία ανάμεσα στη διάσταση του ανθρώπου και τη διάσταση των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του τοπίου. Αυτή η αναλογία γίνεται αισθητή ιδίως στα μικρά νησιά.. Αμφίβολη η ισορροπία που ακριβώς εξηγεί τη μοίρα αυτών των νησιών, που το ένα μετά το άλλο ερημώνονται, αργοπεθαίνουν ή πνίγονται από τον τουρισμό».

Jacques Lacarrière –

το ελληνικό καλοκαίρι

Τέλη Ιουλίου στη ΝΕΤ παίζει μια εκπομπή για τα νησιά. Εικόνες από Σαντορίνη, Μύκονο, Πάρο. Σχόλια για την δόμηση, τα ξενοδοχεία, τον τουρισμό, τους μόνιμους, τις ντόπιες καλλιέργειες, περισσότερο τα προβλήματα, παρά τις ομορφιές. Κάποια στιγμή μιλάει ένας αρχιτέκτονας με φόντο κάποιο γκρεμό και στο βάθος τη θάλασσα. Λέει ότι όσο δύσκολο κι αν ακούγεται, ίσως θα έπρεπε εξαρχής να είχαμε αποφασίσει να δημιουργήσουμε σε κάποια νησιά τις υποδομές για τουρισμό και κάποια άλλα να τα αποκλείσουμε εντελώς απ’ αυτή τη διαδικασία. «Τουλάχιστον θα καταστρέφονταν μόνο τα μισά έτσι», τελειώνει. Ύστερα το πλάνο χάνεται στον αφρό που αφήνει πίσω του ένα καΐκι. Για λίγο θόλωσα. Δεν κατάφερα να συγκρατήσω το όνομα του αρχιτέκτονα ή της εκπομπής.

Γυρνάω από το χωριό Δευτέρα μετά το δεκαπενταύγουστο. Ανοίγω μετά από περίπου δύο βδομάδες ραδιόφωνο. Πιάνω σπορ φμ. Λίγο πριν το διαφημιστικό διάλλειμα, ο παραγωγός λέει : «αλλά βέβαια στην Ισπανία χαζοί είναι; Έχουν φτιάξει εκεί τεράστια ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ, υποδομές και εξυπηρετούν όλο τον καλό τουρισμό. Εμείς τώρα πάμε να ξυπνήσουμε με κάτι γηπεδάκια..» Ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Για λίγο θόλωσα.

Ο τουρισμός έτσι κι αλλιώς εμπεριέχει μια αντίφαση. Πάμε κάπου, αναζητώντας κάτι που η παρουσία μας εκεί, αυτομάτως αναιρεί. Ψάχνουμε το μαγικό τοπίο που η ματιά μας μετατρέπει αυτόματα σε «κοινή παραθεριστική αποικία». Σα να μην έφτανε αυτό, ήρθε από κοντά η γνωστή αλαζονεία και η αστείρευτη μανία για ολοένα μεγαλύτερη εκμετάλλευση του φυσικού τοπίου. Τώρα οι ξαπλώστρες κρύβουν την άμμο, το τσιμέντο εισβάλλει στο νερό, μεγαθήρια ανταγωνίζονται τα παραιτημένα βουνά και τζιπ συνωστίζονται στα καντούνια. Η πιο έρημη παραλία καταργείται από τους απειλητικούς ήχους του μουσικού ντάπα ντούπα και οι χώρες αντιγράφουν πιστά όχι μόνο τα μπαρ του κέντρου αλλά και την αθηναϊκή νοοτροπία. Αν παρατηρούσες τους ταξιδιώτες του Αυγούστου, μπορούσες να δεις ότι εκτός από το μπάνιο, στα υπόλοιπα ακολουθούσαν ακριβώς τα της καθημερινής ζωής τους. Δυσανασχετούσαν που δεν ήταν καλός ο φρέντο, έβγαιναν στα μπαράκια με την ίδια πόζα του χειμώνα, έτρωγαν στα σουβλατζίδικα και τις πιτσαρίες. Μια κοπέλα ένα μεσημέρι στην παραλία διάβασε κατά σειρά Hello, Downtown και Espresso.

Του Σωτήρος, σε πανηγύρι της Αμοργού τα τραγούδια που ακούγονταν θα κέρδιζαν άνετα μια θέση ανάμεσα στα παρατράγουδα της Πάνια. Το κακό έχει πια καθιερωθεί. Τα νέο – δημοτικά, από την πάλαι ποτέ Θώδη μέχρι τους βγαλμένους από ιδρωμένο εφιάλτη, Βαζαίο & Γιαννούλη, κυριαρχούν και προκαλούν δικαιολογημένους τριγμούς στο λευκό της πλατείας. Οι υποτιθέμενοι εναλλακτικοί τουρίστες βέβαια ξεσκίζονταν στο χορό, αδιαφορώντας που το βιολί εξαναγκαζόταν σε μια εκκωφαντική σιωπή, σχεδόν σπαραχτική. Την ίδια σιωπή που παρακολουθώ εδώ και χρόνια να τελειώνει το κλαρίνο στα πανηγύρια της Αρκαδίας. Ο νταλκάς μας είναι πιο light και από γιαούρτι 0%. Ανέραστοι, επιφανειακοί και άκρως καλοκαιρινοί μέσα στα λινά μας ρουχαλάκια, πατάμε με ευχαρίστηση τη σκανδάλη. Τι κι αν η σφαίρα θα μας βρει τελικά κατακέφαλα; Μας φτάνει που η τύφλα μας κάνει ωραία screensaver.

Από την Αμοργό μέχρι τη Σύρο και απ’ το Σούνιο*2 μέχρι τη Μεσσηνία το πρόβλημα μας κοιτάζει κατάματα. Ενοικιαζόμενα δωμάτια, ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, καφετέριες, κρεπερί, κλειστές ιδιωτικές παραλίες, στη Δημητσάνα πισίνες (χοχοχοχο)και Σφαίρα φμ στα καφενεία, πανάκριβα εισιτήρια πλοίων που καθυστερούν σε κάθε λιμάνι, ντόπιοι λυσσασμένοι για κάθε είδους κλοπή και υπερτιμολόγηση, τουρίστες αδιάφοροι σε αναζήτηση κάποιου γραφικού γέρου να φωτογραφίσουν. Όλα ένας πολτός – φολκλόρ, εικοσάευρα και μιχάλης χατζιγιάννης στα ηχεία του ταχύπλοου. Η ανάπτυξη, η «βαριά ελληνική βιομηχανία» (το παραμύθι που πουλάνε εναλλάξ, κόμματα και εμπνευσμένοι υπουργοί), οι τουρίστες, η δόμηση αυθαίρετη & χωρίς σχέδιο ή μελετημένη και επιστημονικά αποφασισμένη, αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην καταστροφή ή μάλλον στην μετάλλαξη του φυσικού τοπίου, αυτού που δηλαδή προσπαθούμε απεγνωσμένα να μοσχοπουλήσουμε. (το λέει εξαιρετικά κι απλά εδώ: Λύσεις όμως για την αρμονική συμβίωση ανθρώπου – φύσης σε πλαίσιο αειφορίας δεν υπάρχουν μέσα στον καπιταλισμό)

Το δεκαπενταύγουστο μεταξύ κρασιού και γουρνοπούλας (sic) κάποιος το λέει πολύ καθαρά: «εδώ (οι ντόπιοι) μιλάνε μόνο για λεφτά». Βέβαια το τί λέει ο Β. έχοντας στο νου, τί έγινε με τα λεφτά στις πυρόπληκτες περιοχές αλλά και τη γενικότερη νοοτροπία (που τα τελευταία χρόνια παράγει έναν ξενώνα το εξάμηνο στην Αρκαδία), δε σημαίνει τίποτε.

(«ό,τι δεν έχει σχέση με το χρήμα τον ξεπερνάει αφάνταστα (σ.σ. τον άνθρωπο), είναι γεγονός. Ότι είναι ζωή ή θάνατος του διαφεύγει. Ακόμα και τον δικό του θάνατο τον υπολογίζει λάθος και στραβά. Μόνο από θέατρο και παρά καταλαβαίνει» μονολογεί ο κ. Μπαρνταμού στο «ταξίδι στην άκρη της νύχτας»)

Μήπως τελικά στο δίλημμα, ήπια ανάπτυξη ή τεράστιες επενδύσεις και άρμεγμα ολόκληρων περιοχών, η διαφορά βρίσκεται απλώς στην ώρα του θανάτου; Και τι πρέπει να γίνει; Να γίνουμε όλοι περιηγητές και φευγάτοι ταξιδιώτες ή να ριζώσουμε στις πόλεις μας; Και οι ντόπιοι πώς θα ζήσουν; Η οικονομία; Δεν μπορεί να βρεθεί μια λογική λύση; Να τηρηθούν κανόνες, να υπάρξει σχέδιο; Μέσα στα πλαίσια του σημερινού πολιτικό-οικονομικού συστήματος αμφιβάλλω. Απ’ τη μια υπάρχει η διαρκώς αυξανόμενη (και θεμιτή εξάλλου στο σημερινό κανιβαλιστικό κόσμο) ανάγκη για επιβίωση ή περισσότερα κέρδη. Απ’ την άλλη παρατηρούμε την μετατροπή των ανθρώπων σε λυσσασμένους καταναλωτές καλοκαιρινών αναμνήσεων, που δεν αναγνωρίζουν το φυσικό τοπίο παρά μόνο ως αξιοθέατο. Πώς να υπάρξει ισορροπία; Θα ήθελα να σκέφτομαι τις Κυκλάδες άδειες από τουρίστες, με πολύ περισσότερο ντόπιο πληθυσμό, που επιβιώνει με άλλους τρόπους κι όχι προσφέροντας αίμα απ’ το σώμα του, στα ξαναμμένα βαμπίρ της πόλης. Φαντάζομαι να απαγορεύουμε στους εαυτούς μας τον τουρισμό. Φαντάζομαι ζωντανά νησιά και ορεινά χωριά γεμάτα κόσμο και χειμώνα. Να ζουν, όχι να επιβιώνουν. Να δημιουργούν, όχι να αλλάζουν σεντόνια. Κι ας χάσουμε οι αθηναίοι το πτώμα, πάνω στο οποίο ασελγούμε επί χρόνια. Κι ας χάσουμε όλοι σε λεφτά, σε αυτοκίνητα, σε εξοχικά.

Πριν χρόνια, σ’ ένα καλοκαιρινό τεύχος του Max με ένα υποτιθέμενο αφιέρωμα στη Σαντορίνη (και την Β. Καγιά), υπήρχε και κάτι ενδιαφέρον. Ένα χαρτί που είχαν γράψει κάποιοι κάτοικοι της Οίας, οι οποίοι αποκήρυσσαν τον τουρισμό. Έλεγαν ότι θα σκίζουν τα λάστιχα των νοικιασμένων αυτοκινήτων, θα μποϋκοτάρουν τους ταξιδιώτες και θα διώχνουν τα γκρουπ των χειροκροτητών, μέχρι να σταματήσει αυτός ο εφιάλτης. Δυστυχώς, το τεύχος χάθηκε σε κάποια μετακόμιση. Τουλάχιστον έχω ακόμη μπροστά μου τη σελίδα, που ο Παπαγιώργης υπενθυμίζει το ωραίο, υπερβατικό και βακαλοπουλικό: «όχι στα λεφτά. Καλύτερα να ζούμε μόνο με καφέ».

Υγ. ο τίτλος δανεισμένος από (άσχετο) τραγούδι της Μοσχολιού. Ήθελα να γράψω κάτω οι τουρίστες ή κάτι τέτοιο, αλλά μου φάνηκε πολύ πομπώδες.

Υγ2. Στα Λεγραινά φέτος το καλοκαίρι Ιούνιο και Ιούλιο, δύο φωτιές. Κοιτάξτε τα ωραία συγκροτήματα κατοικιών που έχουν ξεφυτρώσει τα τελευταία χρόνια. Κι ύστερα πείτε μου τί καίγεται. Να απαντήσω; Τίποτα το σημαντικό. Σημαντικό δεν είναι το βουνό. Σημαντικό είναι το δικαίωμα στο εξοχικό. Χο.

Advertisements

12 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, ζεστές μέρες

12 responses to “έξω οι φωνές, οι μουσικές κι οι καταδίκες*

  1. Αγαπημένο Βυτίο, φαντάσου μια παραλία με πολύ κόσμο, τίγκα, αλλά χωρίς φρεντοτσίνο, χωρίς μπιτσόμπαρο, χωρίς Χατζηγιάννη, χωτρίς το Τσάο και χωρίς ομοιόμορφες νοικιασμένες ξαπλώστρες. Δεν χρειάζεται να την φανταστείς, μάλλον, μπορεί και να τη θυμάσαι από τις διακοπές των παιδικών σου χρόνων με τους γονείς, όπως κι εγώ.
    Το πρόβλημα δεν είναι οι πολλοί άνθρωποι. Το πρόβλημα είναι ποιοι άνθρωποι. Αλλά, αφού έτσι είναι οι άνθρωποι στη χειμωνιάτικη ρουτίνα τους είτε στις πόλεις είτε στις επαρχίες, έτσι θα είναι και το περιβάλλον τους, και οι διακοπές τους και τα νησιά τους και τα βουνά τους. Δεν είναι στον τουρισμό το πρόβλημα. Γι’αυτό διαφωνώ με αυτό που ονομάζεις αντίφαση του τουρισμού.

    Στη Φλώρινα, πριν από λίγες μέρες δεν είχε τουρίστες. Μόνο ντόπιους είχε. Αλλά ο κεντρικός δρόμος με τα μπαρ ήταν φτυστός το Γκάζι σε μικρογραφία. Και στα μεγάφωνα ξελαρυγγιάζονταν ο Χατζηγιάννης κι η Παπαρίζου.

    ===================
    Όσο για τον τίτλο: «Έξω οι φωνές» από τα Σκουριασμένη χείλη (Κραουνάκης-Νικολακοπούλου-Μοσχολιού, 1980 ή 1981 -> ένας από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους των τελευταίων 30 χρόνων -έκανες εξαιρετική επιλογή τίτλου, εύγε Βυτίον!)

  2. @ καλώς την κροτ,
    διαφωνώ μ’ αυτό που λες. Η σημερινή παραλία με τις ξαπλώστρες, τα μπαρ κλπ είναι η φυσιολογική συνέχεια της παλιάς παραλίας με τις οικογένειας. Τα δύο ενοικιαζόμενα δωμάτια αναπόφευκτα θα γίνονταν 102 αφού υπήρχε ζήτηση και αφού υπήρχε ψωμί. Επίσης δεν ξέρω αν οι άνθρωποι τότε ήταν «καλύτεροι», στην τελική αυτοί είναι που μετέτρεψαν σε τεράστιες παραθεριστικές αποικίες τα νησιά.
    Όπως λέει ο Λακαριέρ μοιάζει να υπάρχει ένα ορισμένος αριθμός ανθρώπων που ταιριάζει σε κάθε τόπο. Όταν μαζεύονται περισσότεροι δημιουργούν πρόβλημα..
    (πχ. Χωρίς να έχουν χάσει κάτι απ’ την ομορφιά τους Στεμνίτσα και Δημητσάνα κινδυνεύουν άμεσα να μεταμορφωθούν σε δύσμορφα τέρατα. δεν έχει να κάνει τόσο με το είδος του τουρισμού, όσο με το ότι τέτοιου είδους χωριά δεν μπορούν να είναι όμορφα με τόσο κόσμο να κυκλοφορεί, με τόσα παρκαρισμένα αμάξια, με τόσα καφενεία – όσο παραδοσιακά κι αν είναι-.)
    Ακούγονται ίσως λίγο υπερβολικά όσα λέω και βέβαια το είδος των ανθρώπων παίζει το δικό του ρόλο. Αλλά αυτό που κυρίως εννοώ είναι το εξής: Δεν είναι λογικό να ζεις όλο το χρόνο σε ένα (έστω περίπου) μπουρδέλο που δε σε νοιάζει να φτιάξεις, για να εξαγοράσεις 10 μέρες ομορφιάς στην άδειά σου. Το μπούγιο που διψασμένο κατεβαίνει στα νησιά, το κάνει θέρετρο, μαντρί για κουρασμένους. Χάνει ο τόπος τη μαγεία του, την ιδιαιτερότητά του. Αν η «ανάπτυξη» στο σύγχρονο κόσμο είναι αναπόφευκτη (έστω μόνο για να εξυπηρετηθεί ο κόσμος), είναι αναπόφευκτη και η ολοκληρωτική αλλοίωση του φυσικού τοπίου.
    τεσπα για να μην παραληρώ, κάποια στιγμή θα το συζητήσουμε από κοντά.
    υγ. Μεγάλη Μοσχολιού και μεγάλος δίσκος, τί να λέμε.
    χαιρετώ κροοοοοτ.

  3. Αμα σου γράψω πώς είχα πρωτογνωρίσει τη Σκύρο το 1966, τη Μύκονο το 1971, που ήταν ήδη «χαλασμένη» (ΧΟΧΟΧΟ!) και πώς ήταν η «παραμελημένη» Αντίπαρος το 1987, κάτι σαν όαση μέσα στην ερημιά του απρόσωπου τουριστικού ρεύματος (=θαύματος απο την ανάποδη), ε, άμα στα γράψω αυτά, μάλλον θα μελαγχολήσεις και δεν το θέλω! 🙂
    ..από τη μια πλευρά, θεωρούμαι τυχερή που τα γνώρισα και τα έζησα (οι άλλοι με θεωρούν) και απο την άλλη, με θεωρώ άτυχη που είδα τις «αλλαγές»..

    Αναρωτιέμαι ώρες ώρες γιατί τα Επτάνησα και ιδιαίτερα η Κεφαλονιά* δεν φτάσαν τη καταβαράθρωση των Κυκλάδων. Υπάρχει εξήγηση; Πάμφτωχοι και οι κεφαλονίτες, ίδιο ιστορικό παρόμοιο έχουν όλοι οι νησιώτες: ανέχεια, ξενητειά, καράβια… Γιατί όμως οι Κυκλάδες τόσο χάλι;

    Κατι που δεν θίγεις (ισως και να μη το γνωριζεις) ειναι το ξεπουλημα των νησιων στους αλλους ευρωπαιους. Σε λιγο δε θα υπαρχει ούτε ελληνικο ρουθούνι εκεί πέρα! Πιθανότατα να είναι αυτό η ελπίδα μας για διάσωση: οι μικροί ξενώνες που ανήκουν σε ξένους (π.χ. σε άγγλους στη Κρήτη) είναι απόλυτα συμβατοί με το περιβάλλον, σε αντίθεση με τα «μοντερνα» κατασκευασματα των ντοπιων -τρομαρα μας…
    ______________
    * Υπάρχει βέβαια η κυρά με τη ταβερνα στο Φισκάρδο που χαλάει τη πιάτσα, αλλα αυτη ειναι Μια και κανεις ντοπιος δεν τη θεωρει αξιοζηλευτη και άξια να τη μιμηθεί.

  4. Κανε μια εκπομπη σχετικη ντεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε 😀

  5. Πολύ ωραίο κείμενο. Κρατάω ιδιαίτερα αυτές τις φράσεις: «Ο τουρισμός έτσι κι αλλιώς εμπεριέχει μια αντίφαση. Πάμε κάπου, αναζητώντας κάτι που η παρουσία μας εκεί, αυτομάτως αναιρεί.» και «Να δημιουργούν, όχι να αλλάζουν σεντόνια. Κι ας χάσουμε οι αθηναίοι το πτώμα, πάνω στο οποίο ασελγούμε επί χρόνια.» Με βρίσκεις στις ίδιες σκέψεις… Όμως εσύ κατάφερες ομολογώ να τις εκφράσεις πολύ καλύτερα απ’ όσο εγώ τα καταφέρνω. Θα μάθω απέξω τις φράσεις να τις λέω…Χαχαχα! Δεν σε πειράζει για τα copyright? 🙂
    Δεν είναι λίγες οι φορές που ντρέπομαι όταν κάθομαι και συζητάω περί ερήμωσης της υπαίθρου (ενώ μένω Αθήνα), ή περί της παρακμής και της αλλοτρίωσης της σύμφωνα με όσα πιστεύω (ενώ κι εγώ αποτελώ μέρος αυτής). Έχουμε καταντήσει οι άνθρωποι που δεν κολλάνε πουθενά. Όπου και να σταθούμε παράταιροι είμαστε. Η γνωστή γυναίκα «σεξομπομπα» κυκλοφορεί στα καλντερίμια με τα 30 πόντους τακούνια, ο γνωστός σε όλους κάγκουρας περνά με το κάμπριο δίπλα στον γαιδαράκο του χωριού που κι αυτός βέβαια για μόστρα βρίσκεται εκεί (μεγάλο θέμα) κλπ κλπ κλπ. Σάμπως και στο αστικό τοπίο δεν είναι παράταιρο το παιδί που παίζει μπάλα ανάμεσα απ’ τα αυτοκίνητα ή ο ποδηλάτης ή η γιαγιά που περνά μπροστά από το στριπτιτζάδικο της γειτονιάς; Χάσαμε κάθε επαφή με την γη και φτιάξαμε μία δικιά μας μετεξέλιξη του ανθρώπινου είδους που μόνο σε κάποιον άλλον πλανήτη θα μπορούσε να φαίνεται αρμονική με το περιβάλλον η παρουσία του. Σ’ αυτό τον πλανήτη που είναι φτιαγμένος από μπετό και σίδερα μόνον. Που δεν υπάρχει από κάτω χώμα… Στον πλανήτη που ζούμε σε ειδικά κατασκευασμένους κλίβανους που μας παρέχουν μόνο τα απαραίτητα για να δουλεύουμε και να παράγουμε πλούτο.
    Τις καλησπέρες μου!

  6. Ροδιά, επειδή οι Κεφαλλονήτες είναι τρελοί και μισάνθρωποι (αλλά τους αγαπάμε όπως είναι!). 🙂

    Βυτίο, χμ. Συμφωνώ με το τσιτάτο του Λακαριέρ απόλυτα. Απλά όταν διαπιστώνω γκρινίτσα, ανταπαντώ με μια ερωτησούλα «εσύ τι κάνεις;» και με μια ακόμα «εσύ τι προτείνεις;». Προφανώς και δε σου τη λέω, απλά εμένα δε με πειράζει ο πολύς κόσμος (με πειράζει ο πάάάάάρα πολύς), και έχω ζήσει την κατάσταση πέντε άτομα να διαλύουν ένα ειδυλλιακό μέρος στο άψε σβήσε.
    Παίζει ρόλο και το «ποιος κόσμος».

    Και στην τελικά, υπάρχει υπερπληθυσμός. Ο Μανολίτο στη Μαφάλντα είχε προτείνει να λυθεί το πρόβλημα με ένα ντουφέκι! (βλακ χούμορ, άι νόου!).

  7. gasireu

    »Το κακό έχει πια καθιερωθεί.»
    όπως το βαμπιρελάκι του »άσε το κακό να μπει» σε σαγηνεύει και το φορτώνεσαι μέχρι θανάτου…
    παράλληλα ήθελα να πω πως τα βλέπω από την ελαφρώς διαφορετική οπτική του δεδομένου, του απαίσια πραγματικού, του χαμηλού,
    δηλαδή εμένα δεν με πληγώνει που είμαστε αυτοί, αλλά το ότι δεν είμαστε οι εντελώς άλλοι (ένεκα πιθανά σε ένα πέπλο σχετικού μισανθρωπισμού)…έχουμε φτάσει εκεί που περιμένoντας το χειρότερο ή παραμικρή έκπληξη μας ενθουσιάζει…ναι;

  8. Martin Eden

    Πολύ ωραίο το κείμενό σου και σε γενικές γραμμές συμφωνώ μαζί σου. Ωστόσο, και τα όσα λέει η Κροτ έχουν βάση. Θα ήθελες, όπως λες, να σκέφτεσαι τις Κυκλάδες άδειες από τουρίστες με περισσότερο ντόπιο πληθυσμό και να απαγορεύουμε στους εαυτούς μας τον τουρισμό. Ωστόσο, ποιο το νόημα τις ύπαρξης των νησιών αυτών και γενικώς κάθε τόπου, αν όχι το να συνυπάρχει με το ανθρώπινο στοιχείο; Και εάν η ευχή σου πραγματοποιηθεί δεν θα είσαι ούτε εσύ ούτε κανείς μας εκεί για να δει το αποτέλεσμα. Εκτός και αν διαχωρίσουμε εντελώς την έννοια του χώρου από τον άνθρωπο, ή εκτός και γίνει επιλογή των τουριστών πράγμα το οποίο είναι αδύνατο.
    Συμφωνώ επομένως, ότι το πρόβλημα των νησιών δεν είναι τόσο ο υπερπληθυσμός όσο η ποιότητα του τουρισμού που τα καταστρέφει.
    Κατά τα άλλα, το κείμενό σου είναι πραγματικά πολύ σωστό.
    Χαιρετώ.

  9. nefelim

    τελικά δηλαδή «κάνετε» όλοι εσεις για τα νησιά και φταίνε οι υπόλοιποι, οι «τουρίστες» εγχώριοι και εισαγόμενοι;;;

    ας καγχάσω !!!!

  10. Maria Tz.

    Hello, Downtown και Espresso… Πού με ξετρύπωσες βρε θηρίο πάλι;!

  11. @ ροδιά,
    αυτή η κυρία στο φισκάρδο.. ααααααχ , την είχαμε χρυσοπληρώσει κάποτε.
    λέγε μου για παραμελημένα νησιά ρε ροδιά, γιατί από χαλασμένα έχει χορτάσει το μάτι μας.

    @ γεια σου Βαγγέλη
    καλώς μας ήρθες. αλλά μιας και δε μας πειράζουν τα θέματα copyright, θα σου πω ότι η τελευταία σου φράση μας κάνει μια χαρά. σε κλίβανους ζούμε (και μάλιστα τις τελευταίες μέρες κάποιος τους έχει ανάψει στο φουλ)

    @ κροτ,
    ένα ντουφέκι δε μας φτάνει αλλά κάθε αρχή και δύσκολη.
    (μη μου κάνεις την ερώτηση εγώ τί κάνω. μάλλον όχι πολλά αλλά είμαι γκρινιάρης τί να κάνω)

  12. @ gasireu,
    πολλές φορές το σκέφτομαι αυτό που λέτε. το θέμα είναι όμως ότι αυτός ο ενθουσιασμός μερικές φορές κρύβει και μια ηττοπάθεια. Δεν πρέπει (πρέπει; τεσπα) να έχουμε και τα μεγάλα στο μυαλό μας; Ωραίες οι εκπλήξεις, μάλλον αναπόφευκτη όλη αυτή η απαισιοδοξία και η παραίτηση, αλλά πώς θα πάρουμε μπρος εμείς οι ίδιοι άμα σκεφτόμαστε συνέχεια έτσι. Δεν αντέχεται τόσος ρεαλισμός πια.

    @ χαίρεται martin eden,
    ναι μεν το ένα θέμα είναι η ποιότητα του τουρισμού. αλλά πολλές φορές σκέφτομαι ότι (και αυτό προσπάθησα να πω σε αυτό το ποστ) ο ίδιος ο τουρισμός από τη φύση του (όσο «ποιοτικός» κι αν είναι) έχει την ιδιότητα να διαστρέφει σιγά σιγά την ιδιαιτερότητα του τοπίου.

    @ νεφελιμ,
    φυσικά και φταίνε οι άλλοι. εμείς είμαστε γαμάτοι.

    @ μαρία Τζ.,
    πού σε ξετρύπωσα; δε λες που μου κοψε και δε σου μίλησα να ξεφτιλιστώ μπροστά στους φίλους μου. απαπα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s