τρίτη τετάρτη πέμπτη

Σκηνή 1

Ο συρμός είναι σχεδόν άδειος. Μέσα καθόμαστε μετρημένα πέντε άτομα. Οι δύο είναι μπροστά στην πόρτα, θα κατέβουν στο Μοναστηράκι. Φτάνουμε στο σταθμό και σιγά σιγά σταματάμε. Τον βλέπω που κάνει μικρά βηματάκια, ώστε να βρίσκεται ακριβώς μπροστά στην πόρτα, όταν αυτή ανοίξει. Φοράει ανοιχτόχρωμο κοστούμι και κρατάει ένα παραγεμισμένο χαρτοφύλακα. Γέρνει το σώμα του προς την πόρτα. Δεν κρατιέται. Μόλις ανοίξει η πόρτα, απλώνει το χέρι και σπρώχνει τη μία άκρη, μήπως και επιταχύνει τη διαδικασία. Πριν προλάβουν φυσικά οι άλλοι να κατέβουν, ξεχύνεται μέσα στο βαγόνι. Σχεδόν τρέχοντας, κατευθύνεται προς την πρώτη θέση που βρίσκει μπροστά του. Κάθεται στην άκρη, λες και πρέπει να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να σηκωθεί, να τιναχτεί στον αέρα και να τρέξει. Την ώρα που η φωνή λέει «επόμενη στάση σύνταγμα» ανοίγει βιαστικά το φερμουάρ της τσάντας και βγάζει μια city press. Σε λίγα δευτερόλεπτα Σύνταγμα. Πετάγεται πάνω και τρέχει έξω, ρίχνοντας με τον ώμο μια ελαφριά σπρωξιά σε μια γυναίκα που έμπαινε στο βαγόνι. Έμοιαζε να της λέει «προχώρα κυρία μου, εμείς έχουμε δουλειές, δεν καθόμαστε». Με ύφος βαρύ και ενοχλημένο, με το στιλ του υπεραπασχολημένου τύπου, ο άνθρωπος αυτός τρέχει με χίλια χιλιόμετρα προς το θάνατό του. Η βιασύνη του, οι «πολλές δουλειές», η αόριστη διαρκής οργή και η ακόρεστη εργασιακή μανία, έχουν αλλοιώσει το πρόσωπο του. Η γυναίκα του δεν ξέρει πια ποιόν φιλάει. Τα βράδια, μόλις κοιμάται, βλέπει αριθμούς και στρογγυλές σφραγίδες.

Σκηνή 2

Μπαίνει με όλο τον αέρα του κόσμου μέσα σ’ ένα χώρο που βράζει απ’ τον Ιούλιο και το σιχτίρι. Την κοιτάζω πίσω απ’ τον τόμο μεταγραφών αριθμός 259.  Μαυρομάλλα με πολύ στιλ, κοκάλινο γυαλί και μια ελαφριά ξινίλα. Διακόπτει δύο γυναίκες που μιλάνε και εκτοξεύει μια ερώτηση στην υπάλληλο λες και της χρωστάνε ήδη καμιά δεκαριά απαντήσεις κι η ώρα έχει περάσει. Η υπάλληλος κάτι ψελλίζει. Αυτή ανικανοποίητη γυρνάει την πλάτη χωρίς να πει κουβέντα και έρχεται προς το μέρος μου. Φτάνοντας στο σημείο που κάθομαι, γυρνάει απότομα και φωνάζει στην άλλη άκρη: «μόνο κάνετε γρήγορα, γιατί βιάζομαι». Ανοίγει ένα βιβλίο δίπλα μου και ξεφυσάει κοιτώντας με, με αυτό το συνωμοτικό ύφος, που υπονοεί: «δημόσιοι υπάλληλοι, παναγία μου τι ζώα..». Για μια στιγμή νόμιζα πως θα το πει δυνατά και έκανα πως έχω αφιερωθεί στον τόμο αριθμός 259, μήπως το αποφύγουμε. «Λείπει το Ν» λέει με τέτοιο τρόπο, που δεν καταλαβαίνεις προς τα πού πάει η αιχμή. Λες και κανονικά θα έπρεπε να νιώσουμε όλοι ένοχοι. Το κορίτσι αυτό, οπωσδήποτε όμορφο, νομίζει πως όλος ο κόσμος βρίσκεται εδώ για να την (εξ)υπηρετήσει. Κατά βάθος ενοχλείται και μόνο που έχει να συναναστραφεί για λίγα λεπτά με μερικούς άθλιους και ιδρωμένους άγνωστους. Την παρατηρώ πώς περιφέρεται στο διάδρομο κι αυτή και τις τόσες άλλες αδελφές της. Πριγκίπισσες της Σκουφά και της Βουκουρεστίου, υπερβολικά κομψές για να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μαζικό μέσο μεταφοράς (εκτός ίσως από μετρό – τη μπλε γραμμή προς Χαλάνδρι), ξινές πίσω από ένα τεράστιο ζευγάρι γυαλιά που δεν βγάζουν ούτε όταν βρίσκονται στην υπόγεια αποβάθρα. Κανονικά, αυτά ακριβώς τα περιστατικά με διασκεδάζουν πάρα πολύ. Μπορώ να απολαύσω μια τέτοια γυναίκα (my cup of tea που λένε και στο χωριό) που θεωρεί ότι δεν της φέρονται τόσο βασιλικά όσο θα έπρεπε και της αξίζει. Όχι σήμερα όμως.

Σκηνή 3

Είμαι σταματημένος σ’ ένα φανάρι κάπου στην Αργυρούπολη. Ο Πακιστανός μπροστά μου ψάχνει τζάμι να καθαρίσει. Όπως συνηθίζεται πλέον, ακουμπάει λίγο τη σαπουνάδα στο παρμπρίζ για να σε αναγκάζει να δεχτείς. Όχι του λέω. Πάει στον διπλανό. Όχι λέει κι αυτός. Όμως ο Πακιστανός επιμένει. Λερώνει το τζάμι. Ο οδηγός τότε ξεσπάει σε φωνές. Κατεβάζει το παράθυρο, τεντώνει το δάχτυλο προς τον Πακιστανό και του λέει: «είσαι καλά; Δε σου είπα όχι; Τι κάνεις εκεί; Τώρα αμέσως να το καθαρίσεις όλο και δε θα σου δώσω τίποτα απολύτως. Αμέσως καθάρισέ το, μ’ ακούς; Κι αν το ξανακάνεις θα φύγεις απ’ τη χώρα. Κατάλαβες; Θα σε διώξουμε από δω. Άντε τελείωνε».

*****

Στο Fargo, ο Buscemi, με το εξαιρετικό του ύφος, έλεγε στον υπάλληλο του parking, που αρνιόταν να σηκώσει τη μπάρα: «άνοιξε μου αξιοθρήνητο σκατό, ηγεμόνα της πύλης».

Δυστυχώς εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με σκέτα παραληρήματα μεγαλείου. Με τον καιρό μεταβληθήκαμε σε περίεργα όντα που ξεσπούν τα άνοστα, ανέραστα πρωινά τους σε όποιον βρίσκουν πρόχειρο. Στους δρόμους κάθε μέρα μυρίζει αίμα, υψώνεται ένα κύμα αγένειας και λεκτικής βίας. Με το πρώτο ξύπνημα αρχίζει το όλοι εναντίον όλων. Δεν υπάρχει υπομονή, μόνο περιφρόνηση. Δεν υπάρχει συμπάθεια, μόνο αγανάκτηση και μια βαθιά αίσθηση ανωτερότητας, ότι τάχα σέρνουμε πνιγμένοι το δίκιο μας.

Ούτε το καλοκαίρι μας είναι πια αρκετό.

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under διάφορα, ζεστές μέρες

11 responses to “τρίτη τετάρτη πέμπτη

  1. null

    πολύ καλό κείμενο, με εκφράζει πλήρως. Αυτό το «στους δρόμους μυρίζει αίμα» και «όλοι εναντίων όλων» ήταν κάτι που βιώνα καθημερινά στην Αθήνα.

  2. Ήθελα εδώ και καιρό να γράψω ένα κομμάτι για την επιθετικότητα, όπως τη βιώνω στην Ελλάδα -όποτε έρχομαι- και που όμοιά της δεν έχω δει πουθενά αλλού (μολονότι όλες οι μεγαλουπόλεις έχουν το μερίδιό τους, για να λέμε του στραβού το δίκιο).
    Με κάλυψες απόλυτα, έχεις και το expertise άλλωστε.

  3. gasireu

    Ξέρετε υπάρχει και η κατηγορία του καθόλου κακόμοιρου ανθρώπου που μια διαβολική στιγμή ξεσπώντας είπε »δεν θα αφήσω άλλα σκουπίδια να με πατήσουν και να με προσβάλλουν» και έτσι του κατσικώθηκε η ξινίλα της αμυντικής επίθεσης στη μούρη. Ζούμε σε μια πολύ εχθρική πόλη, μια εχθρική στιγμή που ακουλουθεί τους πιο πολλούς η εποδώς από το σπίτι τους »να προσέχεις πολύ τον εαυτό σου και μόνον αυτό», για σκεφτείτε it cuts both ways, τι κρίμα!
    Τη σκηνή 2 την έχω δει με δικηγόρο σε Δ.Υ. να λέει »έχω ήδη έρθει δύο φορές και δεν πρόκειται να έρθω τρίτη, θα αρχίσω τα τηλέφωνα μετά EKEI που πρέπει» φαίνεται ειδικά οι δικηγόροι έχουν θεμελιώδεις συστημικές ευαισθησίες…:)

  4. Το βλέπω κι εγώ στην Αθήνα αυτό με την επιθετικότητα, ιδίως κάθε καλοκαίρι. Κατανοητό, κατά κάποιο τρόπο.

  5. @ null,
    πότε θα μας πάρει η μπάλα δεν ξέρω και θα γεμίσουμε douglas στο perfect day.

    @ κροτ,
    να γράψεις εσύ που είσαι πιο άμεση και to the point. αλλά πού να βρεις την επιθετικότητα εσύ; στη βελγία μου φάνηκε ότι επικρατεί μια ησυχία (ή έκανα λάθος;)

    @ gasireu,
    αυτό το ΕΚΕΙ που πρέπει είναι εκπληκτικό. Οι δικηγορίνες είναι η αγαπημένη μου πληθυσμιακή ομάδα. Να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο.
    αλλά πράγματι αυτή η συμβουλή «να προσέχεις τον εαυτό σου» έχει κάψει κόσμο και κοσμάκη. Πόσο συχνά τ’ ακούς από ανθρώπους που λένε «δεν μπορώ άλλο, πρέπει να κοιτάξω κι εμένα» κλπ
    αίσχος.
    ή όπως λένε και τα μοντέλα «το μεγαλύτερο ελάττωμά μου είναι η ειλικρίνεια»

    @ δύτη των νιπτήρων,
    όχι απλά κατανοητό, αλλά νομίζω και αναπόφευκτο. Ας πούμε σήμερα περπατώντας στην Πατησίων το πρωί, με τα a/c να στάζουν και να μην μπορείς να τα αποφύγεις με τίποτα, αρχίζεις και φορτώνεις ήδη πριν φτάσεις καν στη όποια δουλειά σου.

  6. έχω μπόλικη δικιά μου, έμφυτη και ισορροπούμε!
    🙂

  7. ωερα

    τρεις άνθρωποι δυστυχισμένοι (και υπάρχουν κι άλλοι)
    περιορισμένοι να ζουν στα όρια του μοντέλου τους
    καριέρα, life style, τραμπουκισμός
    κάποια στοιχεία είναι πιο ενοχλητικά από άλλα, κάποια δεν μας ακουμπάνε κιόλας

    και κάποιοι άλλοι άνθρωποι
    που διεκδικούν, χαμογελούν , υπερασπίζονται
    κι αυτοί επίσης δεν είναι λίγοι

    πλάι- πλάι πάμε/ άλλοτε κοιταζόμαστε άλλοτε όχι
    το καλοκαίρι τα κάνει όλα πιο διαφανή… ίσως

  8. Έχουμε γίνει too good NOT to be serviced instantly!
    Το πρόβλημα πάντως στο ελληνικό δημόσιο δεν επικεντρώνεται στους ανυπόμονους εξυπηρετούμενους αλλά στους αγενείς εξυπηρετούντες που με τη σειρά τους «δημιουργούν» επιθετικούς εξυπηρετούμενους. Φαύλος κύκλος… Και για να μην είμαι άδικος αλλά και γενικολόγος, διαπιστώνω πως συγκεκριμένες υπηρεσίες μαζεύουν αυτούς τους υπαλλήλους…
    Κάποιες ελάχιστες φορές βέβαια το σκάσιμο ενός χαμόγελου και ο ευγενικός λόγος κάνει αυτούς τους ανθρώπους τουλάχιστον αδιάφορους αν όχι φιλικούς. Τι ακούνε κι αυτοί όλη μέρα, θα μου πείτε. Άρα; Άρα όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Δε μας φταίει ο υπάλληλος ή ο πολίτης, αλλά το σύστημα που υπηρετούμε!
    Αυτή βέβαια είναι η μία πλευρά του μηνύματος της ανάρτησης σας, την οποία βρίσκω πολύ εύστοχη.
    Η επιθετικότητα που λέτε είναι έντονη. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ένα λαό που έχει τον τσαμπουκά στο αίμα του! Και οι υψηλές θερμοκρασίες επιδεινώνουν τα πράγματα…

  9. Όταν ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο της μεγαλούπολης,τού ΄δωσε ως κύριο γνώρισμα την ανασφάλεια.Ως δεύτερο την έλλειψη αυτογνωσίας και μέτρου.
    Όσοι κατοικούν σ΄αυτές τις πόλεις και δεν έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά είναι τέρατα της φύσης,ως μη πειθόμενοι τοις Κείνου ρήμασι…

    (Αχ έβγαλα το άχτι μου,αν σκεφτεί κανείς ότι,πέρα απ΄τις δικές μου ιδιότητες,η αδελφή μου είναι δικηγόρος…)

  10. @ krot,
    πες μου ότι αρχίζεις καβγάδες στο μετρό με ανυποψίαστους αθώους βέλγους.

    @ ωερα,
    το καλοκαίρι τα κάνει όλα πιο διαφανή, έτσι. Απλά οι πρώτοι μοιάζουν πάντα απελπιστικά περισσότεροι. Ή μάλλον όλοι υιοθετούμε πολύ εύκολα τα χαρακτηριστικά τα πρώτα.
    για να δούμε

    @ Μάνε,
    χα η πρώτη φράση σου τα λέει όλα. Αλλά πρόκειται νομίζω για φαύλο κύκλο είναι αδύνατο να βρεις ποια πλευρά ξεκίνησε, ποιός έκανε πρώτος το κακό και τροφοδότησε την ατέλειωτα σειρά τραμπουκισμών.

    @ Σελιτσάνε,
    με λίγα λόγια καλά τη βολέψατε εσείς. Πάλι αυτή η κωλο ανασφάλεια είναι που τα ξεκινάει όλα.
    (αδέρφια δικηγ-οδοντ–> μιλάμε για διαβολική οικογένεια. Απαπα)

  11. Παράθεμα: Eden à l’ouest « Кроткая

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s