στο οδοντιατρείο

Κοίταξε την μεγάλη επιγραφή στο πλάι της πόρτας. Το όνομα, δύο γερμανικά πανεπιστήμια και ο τίτλος. Οδοντίατρος. Δίστασε για λίγο, έκανε μάλιστα μια κίνηση σα να ετοιμαζόταν να φύγει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε η πόρτα. Καλό απόγευμα είπε η γυναικεία μορφή φεύγοντας. Η πόρτα παρέμεινε μπροστά του ανοιχτή. Τώρα τον κοίταζε η γραμματέας, χαμογελαστή, ίσως κάπως υπερβολικά χαρούμενη. «Μα περάστε, μη στέκεστε εκεί». Σάστισε για λίγο. Όμως ήταν αργά πια. Δεν μπορούσε να κάνει πίσω, να υποχωρήσει ίσως με ένα δυο βήματα και ν’ αρχίσει να τρέχει πηδώντας τρία τρία τα σκαλιά μέχρι να βρεθεί στην εξώπορτα κι από κει στην ασφάλεια της λεωφόρου. Ήταν αργά. Έπρεπε να μπει μέσα.

Με το που έκλεισε την πόρτα πίσω του, ο χώρος γέμισε απ’ αυτή τη γνωστή μυρωδιά των οδοντιατρείων. Τα γόνατά του κόπηκαν. Ενστικτωδώς έσφιξε πάνω του το παλτό. Από μέσα ακούστηκε μακρινός κι απειλητικός ο γνώριμος ήχος του τροχού. Ένας οξύς ήχος και ύστερα αυτό το  άθλιο μηχάνημα που μαζεύει τα σάλια. Η μαύρη πολυθρόνα, μια πετσέτα πάνω στο στήθος και τα χέρια του γιατρού μέσα στο στόμα σου. Μεταλλικά αντικείμενα που επιτίθενται σ’ ένα κατά τ’ άλλα άρρωστο δόντι. Το φως πέφτει κατευθείαν στα μάτια πια, όχι στο στόμα. Τον τυφλώνει το άσπρο φως.

«Μα ελάτε, καθίστε». Η γραμματέας σηκώθηκε, τον πήρε απ’ το μπράτσο και τον οδήγησε στον μαύρο δερμάτινο καναπέ. Του έδωσε ένα ποτήρι νερό.

«Μην ανησυχείτε. Ο γιατρός είναι πολύ καλός. Δεν υπάρχει λόγος να αισθάνεστε έτσι».

«Φοβισμένος εννοείται».

«Ναι. Ναι ακριβώς. Μην έχετε άγχος. Όλα θα πάνε καλά».

«Ξέρετε έχω μια φοβία. Συγνώμη, δεν φταίτε εσείς. Είναι απλά..»

«Μην ανησυχείτε, έχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται τον οδοντίατρο».

«Αλήθεια;»

«Μα ναι συνέχεια μας επισκέπτονται τέτοιοι ασθενείς. Αλλά εμείς έχουμε τον τρόπο μας. Θα δείτε. Όταν μπείτε μέσα όλα θ’ αλλάξουν για σας. Μήπως θέλετε κάτι να πιείτε; Μια πορτοκαλάδα;».

«όχι, όχι μόνο λίγο νερό, ευχαριστώ».

Το ήπιε μονορούφι, είχε στεγνώσει το στόμα του. Του χαμογέλασε κάπως περίεργα, του έκλεισε το μάτι και πήγε ξανά στο γραφείο της.

Περίμενε καθισμένος. Η κοπέλα είχε προσπαθήσει να είναι καθησυχαστική. Κάτι όμως δεν του άρεσε στο πρόσωπό της, δεν μπορούσε να πει ακριβώς τί. Κοίταξε τριγύρω. Λίγα περιοδικά πάνω στο τζαμένιο τραπεζάκι μπροστά του. Μια μικρή βιβλιοθήκη δεξιά του και δυο πολυθρόνες απέναντί του. Κοίταξε τη γραμματέα ξανά στο βάθος, μπροστά στην πόρτα. Κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα μια τεράστια λίμα και έπαιζε μ’ αυτήν κάπως νευρικά. Πήρε ένα περιοδικό να ξεφυλλίσει, μπας και ξεχαστεί για λίγο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στην τρίτη σελίδα, η φωνή της τον διέκοψε. «Η σειρά σας. Περάστε». Σηκώθηκε.

«Μα τελείωσε ο προηγούμενος;».

«Βεβαίως. Παρακαλώ περάστε».

«Μα μήπως να περιμένουμε να βγει πρώτα;».

«Έφυγε κύριε. Μου φαίνεται είστε πολύ αγχωμένος. Σας είπα ότι δεν έχετε τίποτα να φοβάστε. Όλα θα πάνε καλά. Περάστε τώρα».

Παραξενεύτηκε. Θα βγήκε όσο διάβαζα, σκέφτηκε. Πρέπει επιτέλους να σταματήσω να κάνω σα μικρό παιδί. Ένα σφράγισμα είναι. Δέκα λεπτά και έφυγα. Αμάν πια. Αποφασισμένος αλλά και ενθουσιασμένος που επιτέλους φάνηκε κάπως λογικός, έβγαλε το παλτό και το άφησε στην άκρη του καναπέ. Την ώρα που το τακτοποιούσε, παρατήρησε ότι πάνω ακριβώς απ’ το κεφάλι του ήταν κρεμασμένος ένα πίνακας. Ήταν μια αλλόκοτη παραλλαγή της περίφημης «κραυγής». Ο κυματισμός όλων των στοιχείων του πίνακα ήταν πολύ έντονος. Τα χρώματα εισέβαλαν το ένα μέσα στο άλλο και ένα κάπως θολό κόκκινο κυριαρχούσε. Το πρόσωπο ήταν σχεδόν σβησμένο, λες και η κραυγή του η ίδια το είχε καταπιεί. Όλο μαζί ήταν κατά κάποιο τρόπο σχεδόν τρομαχτικό. Άφησε εντελώς το παλτό απ’ τα χέρια του και ξεκίνησε αργά να πάει προς τα ενδότερα του ιατρείου. Ακριβώς τη στιγμή που γύριζε το σώμα του, παρατήρησε για ένα δευτερόλεπτο , ίσως και λιγότερο, τις δύο φιγούρες στην κάτω αριστερή γωνία του πίνακα. Του φάνηκαν πιο ζωντανές, πιο φωτεινές απ’ όλο τον πίνακα. Σα να ‘χαν χρώμα οι φορεσιές τους. Σα να φορούσαν κάποιο συγκεκριμένο ρούχο. Ήθελε να γυρίσει να ξανακοιτάξει, να δει καλύτερα, αλλά πια ήταν αργά, είχε φτάσει μέχρι την πόρτα.

Μπήκε μέσα. Ο γιατρός ήταν σκυφτός στον πάγκο του και κάτι πασπάτευε.

«Καλησπέρα», είπε κάπως διστακτικά.

«Γεια σας. Καθίστε, καθίστε. Τώρα τελειώνω αυτό και έρχομαι». Ξάπλωσε πάνω στην πολυθρόνα. Ακόμη δεν είχε καταφέρει να δει το πρόσωπο του γιατρού.

«Ξέρετε, έχω ένα μικρό πρόβλημα. Φοβάμαι λίγο τους οδοντίατρους. Γενικά αποφεύγω να πηγαίνω. Έχω να έρθω από μικρό παιδί. Τώρα όμως πονάει τόσο πολύ αυτό το παλιόδοντο που αναγκάστηκα πια». Όσο μιλούσε, του φαινόταν ότι ηρεμούσε σιγά σιγά. Ο γιατρός ακόμη δεν είχε σταματήσει αυτό που έκανε.

Σε λίγο μπήκε η γραμματέας. Φορούσε κι αυτή πια άσπρη ρόμπα, σαν κι αυτή του γιατρού.

«Εντάξει;» τη ρώτησε ο άντρας. «Δωστου λίγα ακόμη δευτερόλεπτα. Έχει κανένα δεκάλεπτο που το ήπιε. Σε λίγο θα είναι οκ».

«Συγνώμη, για μένα μιλάτε; Μην ανησυχείτε. Ξεκινήστε, αν περιμένετε να μου περάσει το άγχος, θα μας βρει η νύχτα», πετάχτηκε. Αυτοί όμως δεν του έδωσαν σημασία. Ψιθύριζαν κάτι ασυναρτησίες μεταξύ τους.

Άρχισε να ενοχλείται από τη στάση τους. Είπαμε έχει ένα φόβο, αλλά στην τελική είναι πελάτης, είναι ασθενής. Μήπως έπρεπε να τουλάχιστον να του απαντάνε όταν μιλάει; Πήγε κάτι να πει σε έντονο ύφος. Δεν του βγήκαν οι λέξεις. Η γλώσσα του βαριά κόλλησε στο κάτω μέρος του στόματος. Ένιωθε λίγο περίεργα. Σαν ένα γενικό μούδιασμα. Τα χέρια του έπεφταν σαν παράλυτα στην πολυθρόνα. Τα πόδια ξαφνικά ζύγιζαν 10 τόνους το καθένα. Δεν μπορούσε να κινηθεί ή να ψελλίσει μια λέξη. Πανικός. Ίδρωσε, μια σταγόνα έπεσε μέσα στο μάτι του, δεν μπορούσε να το τρίψει. «Λες να είναι κρίση πανικού;» σκέφτηκε.

«Εντάξει είναι. Σου είπα ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα ήταν έτοιμος» είπε απότομα η γραμματέας. Το ύφος της είχε αλλάξει. Οι λέξεις ήταν κοφτές. Το σίγμα ακουγόταν περίεργα. Κάποιες σταγόνες απ’ το σάλιο της έφταναν μέχρι την άκρη των χειλιών της. Τα μάτια της έλαμπαν. Τον πλησίασε. Άπλωσε το χέρι της πάνω στο πρόσωπό του. Ο πανικός του ήταν τώρα μια απορία, πίστεψε προς στιγμή ότι κοιμάται, ότι ονειρεύεται, ότι έχει πέσει σε κάποιο άθλιο λήθαργο. Πίστεψε ότι η φαντασία του ανέλαβε για χάρη του να πλάσει μια παράδοξη στιγμή άκρως ρεαλιστική. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του. Ύστερα του χαμογέλασε.

Τον κυρίευσε η φρίκη. Τρόμος τώρα πραγματικός τον έλουζε από πάνω μέχρι κάτω. Πάλευε με όλη του τη δύναμη να κινηθεί. Ένιωθε κάθε σημείο του σώματός του, απ’ το δάχτυλο του ποδιού, μέχρι τις τρίχες στο κεφάλι του να δίνουν αγώνα, να τρελαίνονται, να προσπαθούν και τελικά να αδυνατούν να κάνουν οποιαδήποτε ενέργεια. Η κίνηση του είχε απαγορευθεί. Ήταν καθηλωμένος, παράλυτος σε μια πολυθρόνα να κοιτάζει το χαμόγελο αυτής που τόση ώρα παρουσιαζόταν ως γραμματέας. Τί ήταν όμως αυτό το πλάσμα τελικά;

Όταν του χαμογέλασε είδε το στόμα της, που με τόση επιμέλεια, έκρυβε εδώ και ώρα. Η ανάσα της μύριζε περίεργα, τα σάλια πλημμύριζαν τα χείλη, τα δόντια. Τα δόντια της ήταν κάτι το φοβερό. Το σχήμα τους εντελώς μυτερό, σα να είχε τριάντα φονικούς κυνόδοντες. Απείχαν κάπως το ένα απ’ το άλλο, κι απ’ τα κενά έβγαινε σχεδόν σχηματισμένη μια μανία, μια δίψα. Απομακρύνθηκε πάλι.

Αυτός βάλθηκε να κλαίει. Από μέσα του παρακαλούσε, εκλιπαρούσε, μόνο που οι ικεσίες του ήταν αναγκασμένες να παραμείνουν σιωπηλές. Ο ήχος του είχε αφαιρεθεί ως προνόμιο, μαζί με την κίνηση. Αυτός όμως ακόμη πάλευε με όλη του την εσωτερική ορμή να σηκωθεί, να τρέξει, να φύγει έξω απ’ το ιατρείο στην ασφαλή λεωφόρο.

Έπειτα ο γιατρός επιτέλους κουνήθηκε. Αργά γύρισε προς το μέρος του. Η άσπρη ιατρική στολή του, μπροστά ήταν βαμμένη. Είχε παντού κόκκινα σημάδια, γραμμές από ξεραμένο και νωπό αίμα. Το πρόσωπό του είχε ένα περίεργο και ακαθόριστο σχήμα. Τα μάτια του ήταν γκρίζα. Αυτός δε χαμογελούσε καθόλου. Μόνο έτριζε τα δόντια του. Το χρώμα τους εξηγούσε την κατάληξη του προηγούμενου ασθενή. Η γραμματέας ήρθε από πάνω του, χτυπώντας την ίδια τεράστια λίμα που πριν λίγο κρατούσε πάνω στο στόμα της. Έσκυψαν κι οι δύο μαζί από πάνω του. Την ώρα που το χνώτο τους σχεδόν άγγιζε τα ρουθούνια του, την ώρα που έσταζε πάνω του το αίμα που εγκλωβιζόταν ανάμεσα στα δόντια τους, δικό τους ή όχι, ποιός μπορεί στ’ αλήθεια να ξέρει, του φάνηκε πως μπορούσε πια να φωνάξει δυνατά. Πήρε μια τελευταία βαθειά ανάσα και ούρλιαξε από τρόμο, ελπίδα, πόνο ή απελπισία με όλη του τη δύναμη.

***

«Μα περάστε, μη στέκεστε εκεί».

Την κοίταξε που του έγνεφε και χαμογελούσε. Σάστισε για λίγο. Όμως αμέσως πήρε την οριστική και σωτήρια απόφασή του.

Πηδούσε τρία τρία τα σκαλιά ουρλιάζοντας έτσι που πρέπει να τον άκουσε όλη η πολυκατοικία. Βγήκε στην ασφάλεια της λεωφόρου ανοίγοντας με φόρα την εξώπορτα.

Κάπως πιο ήρεμος πια, άναψε τσιγάρο. Βαθειά τζούρα. Κοίταξε τα αυτοκίνητα σταματημένα μπροστά στο φανάρι. Ήταν ακόμη λίγο λαχανιασμένος. «Κωλο οδοντίατροι» κατάφερε να ψελλίσει μόνο περπατώντας προς τη διάβαση.

Advertisements

25 Σχόλια

Filed under παρένθεση

25 responses to “στο οδοντιατρείο

  1. Σελιτσανος

    Πω πω!(Ανατρίχιασα!).

  2. @ krot,
    ήταν μόνο το προοίμιο. ετοιμάσου για αγριότητες στο αθήνα.
    there will be blood.

    @ aerosol thanks.

    @ Σελιτσάνε κρυφο-blogger, καταλαβαίνετε φυσικά ότι ξεκίνησα να το γράφω για να σας τιμήσω.
    Αλλά τελικά δεν μου βγήκε όπως ήθελα, οπότε επιφυλάσσομαι για το οδοντιατρείο ΙΙ – η επιστροφή του Σ.

  3. ΟΚ, λέω να αλλάξω το εισιτήριό μου. Θα πάω Μπαχάμας.
    Thanks for the alert!

  4. το ήξερα πως θα λακίσεις τελευταία στιγμή.

  5. Κώστας

    Αγαπητέ συνάδελφε σε μισώ… Πέντε μήνες παλεύω να πάρω την απόφαση να πάω στον οδοντίατρο, και δεν με βοηθάς καθόλου…

  6. @ συνάδελφε να μην πας. δεν είναι για να παίζεις με δαύτους. Για ένα δόντι πας, τρία σου βγάζουν.

    @ kopoloso,
    «χράτσα χρούτσα, με τη μασελίτσα μας»

  7. Σελιτσανος

    ΟΚ.Αλλά στο ΙΙ απαιτώ η οδοντιατρική καρέκλα και ο καναπές ν΄αποκτήσουν χρώμα,η μουσική να είναι χαλαρωτική,οι πίνακες χάρμα οφθαλμών(άκου την Κραυγή-ήμαρτον Πανα΄ία μου),το περιβάλλον ζεστό,η μυρωδιά καθησυχαστική,ο τροχός αθόρυβος και η γραμματέας να μην περιφέρεται-τη λίμα να μη της πω που να την βάλει(άντε μην ψάχνει για δουλειά τέτοιες εποχές).
    Αν δεν βρείτε κάτι τέτοιο,θ΄αναγκαστώ να σας φιλοξενήσω στην πόλη μου…

    (υγ.Τι κρυφοβλόγερ;Είπαμε:υποψήφιος νομάρχης!)

  8. Μα πόσο μπορεί να φοβάσαι τους οδοντιάτρους για να γράψεις αυτό το διαμαντάκι;;;
    Και γω τους φοβάμαι, όχι τόσο αλλά δεν τους συμπαθώ, σίγουρα!!!

  9. Ααααα!!! από μένα το πήρες, δεν παίζω…
    Με βάση τα παθήματά μου, έγραψα κάτι, αλλά πού το έχω, πού το έχω…

    Τό’σκασα μια φορά και μάλιστα από Κηφισιά και γλίτωσα τα υπέροχα δοντάκια μου. Τελικά, δεν πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη σε ΕΝΑΝ οδοντίατρο, χρειάζεται να παίρνει γνώμες και να ψάχνει κι από μόνος του -στο ίντερνετ π.χ.- για να βγάζει άκρη. Μια φίλη βρέθηκε με μασέλα από τα τριάντα της εξαιτίας ενός μανιακού που κατάφερε να την πείσει -ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ.

  10. @ κύριε νομάρχα,
    οι επιθυμίες σας διαταγές.
    Τα οδοντιατρεία απέχουν έτη φωτός από την επόμενη δική μου επίσκεψη. Η πόλη σας, αν έχω καταλάβει καλά, δεν απέχει πολύ απ’ το χωριό μου. Αν προσπαθήσετε τίποτα περίεργο (ενέσεις, τροχούς, σφραγίσματα, εξαγωγές) θα έρθουν να με σώσουν με τις γκλίτσες.

    @ κόκκινο μπαλόνι,
    μα πώς να τους συμπαθήσεις; Αλλά μην γελιέσαι. Δεν τους φοβάμαι αδίκως. Προσέχω γιατί αυτοί είναι αλλόκοτα όντα, άκρως επικίνδυνα.

    @ ροδιά,
    αυτοί άμα δούνε στόμα ξεσαλώνουν. Για καθαρισμό πας, με γέφυρες φεύγεις. Η αλήθεια όμως είναι ότι ακόμη δεν το έχω σκάσει από ιατρείο. Ανοίγεις νέους δρόμους, με τη γεναία στάση σου.

  11. Σελιτσανος

    Για να δείτε ότι δεν έτσι τα πράγματα-όπως τα περιγράφετε-σας στέλνω ένα βίντεο που τραβήξαμε πρόσφατα στο ιατρείο μου,εν ώρα δουλειάς.Δέστε πως οι ασθενείς μου,μετά την θεραπεία,δεν έχουν λόγια:

  12. Χαχαχα! Αριστούργημα, καλό μου βυτίο!!! Κανονικό θρίλερ. Ποιος δεν φοβάται τον οδοντίατρο? Ακόμα και για καθαρισμό να πάω κάνω γιόγκα πριν :-ρρρρ

    Πολύ ωραίο, όπως πάντα.

  13. Μόλις είδα το βίντεο! Μπαν τον κύριο Σελιτσάνο, μπαν! Για να μην πω ΜΠΑΜ! :-ρρρρ

  14. @ αξιότιμε κ. νομάρχα,
    μπρρρρρρρρ.

    (ο καθαρισμός για μένα αναβάλλεται επ’ αόριστω.)

    @ theorema,
    τί γιόγκα; εμένα το μόνο που μπορεί να με ηρεμήσει είναι όταν φτάσω μπροστά στην πόρτα του ακατανόμαστου, να κάνω αναστροφή και να φύγω από κει που ρθα.

    ο σελιτσάνος είναι απαράδεκτος. Η τιμωρία του δε θα είναι ένα απλό μπαν ή έστω μπαμ. Θα τον ξεμπροστιάσω κι αυτόν και τις μεθόδους του.

  15. Σελιτσανος

    Μα σας παρακαλώ!Μια εξουσία μου χάρισε κι εμένα τούτη η ζωή και πάτε να με κάψετε;;;

    (Να φανταστείτε ότι όταν μου λένε «γιατρέ μου δεν πόνεσα καθόλου» ή κοιμούνται πάνω στην καρέκλα την ώρα που δουλεύω,θεωρώ ότι απέτυχα στον κοινωνικό μου ρόλο…).

  16. @ Σελιτσάνε πόσα θελετε να μας (απο)τρελάνετε;
    Θέλετε να πείτε ότι έχει υπάρξει περίπτωση που εσείς «δουλεύατε» (ωραίος τρόπος να πει κανείς σκάβω / σκαλίζω στα δόντια κάποιου, βάζω κομπρεσέρ στα ούλα του κλπ) και ο ασθενής κοιμήθηκε.
    Πόσες ρακές τον ποτίσατε; και το κυριότερο πόσες είχατε πιει εσείς πριν πιάσετε τα αιχμηρά εργαλεία;

  17. Υπάρχουν και καλοί οδοντιάτροι…
    (ο τόνος ΔΕΝ είναι λάθος)

  18. @ ροδιά,
    χα! λέγε λέγε ο Σελιτσάνος θα σε πείσει.
    Άνθρωπος που βάζει τα χέρια του στο στόμα σου, κρατώντας μεταλλικά αντικείμενα είναι εξορισμού εχθρός.

    @ κροτ,
    δεν σου απαντάω τώρα. είμαι απασχολημένος, προσπαθώ να βρω τα ίχνη σου στο χωριό μου.

  19. Ο εχθρός(aka Σελιτσάνος)

    Σας διαβεβαιώ ότι είναι αληθέστατο.Πρόσφατα μάλιστα είχα πρόβλημα μ’ έναν κύριο,του οποίου το ροχαλητό ακουγόταν μέχρι έξω και φοβήθηκα ότι,αν στην αίθουσα αναμονής κάθονταν τίποτε ομοιοπαθείς σας,θα νόμιζαν ότι ακουγόταν ο ρόγχος του θανάτου…
    Κυρίως βέβαια αποκοιμούνται στην αίθουσα αναμονής-από την οποία,δυστυχώς συνηθίζουν να κλέβουν τα βιβλία-,περιμένοντας την σειρά τους και φέρνοντας σε δύσκολη θέση την βοηθό,η οποία προσπαθεί να τους ξυπνήσει χωρίς να τους τρομάξει ή να τους κάνει να νοιώσουν αμήχανα.
    Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται,όποιον οδοντίατρο ρωτήσετε-που σέβεται τη δουλειά του-θα σας πει ότι ουκ ολίγοι αποκοιμούνται την ώρα της οδοντιατρικής θεραπείας.

  20. Σελιτσάνε κατ’ αρχάς χρόνια πολλά. Επέστρεψα για να σας πω αφενός συγχαρητήρια που έχετε βιβλία στο ιατρείο σας (η ορθοδοντικός μου είχε μόνο cosmopolitan & vogue, ο τωρινός μόνο espresso & λοιπόν ή κάτι τέτοιο) και αφετέρου να σας πω ότι πιθανότερο απ’ το να κοιμηθώ είναι να πάθω καρδιακό στην καρέκλα του οδοντιάτρου. Χεχε.

    τα σέβη μου κύριε νομάρχα. Σόρυ για την σούπερ καθυστερημένη απάντηση.
    μας έπεσε βαριά η επιστροφή.

  21. Παράθεμα: “στο οδοντιατρείο” από το tovytio.wordpress.com | DentNEWS.net | Οδοντιατρική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s