μικρή βόλτα

παλιότερη βόλτα που δε βρήκε τον αρχικό δρόμο της και θρονιάστηκε εδώ μέσα.

Στα κρεμασμένα πρωτοσέλιδα, στις επίπεδες οθόνες, στα τηλεφωνήματα του χρηματιστή, ακόμη και σε μια βιαστική συνομιλία στην πλατεία. Η λέξη κρίση είναι στην άκρη κάθε στόματος. Μοιάζει με έναν υπόγειο φόβο που τρέφεται από τα συσσωρευμένα χρέη και που θα μας παρασύρει όλους σε μια απότομη και αναπόφευκτη κατηφόρα.

«Για τον περισσότερο κόσμο υπάρχουν μόνο δύο σημεία πάνω στη γη. Το μέρος που ζουν και η συσκευή της τηλεόρασης»

(Ν. ΝτελλίλοΛευκός Θόρυβος)

Ψάχνω τις εικόνες της ύφεσης στα πέριξ της Σκουφά. Γυναίκες που συνεχίζουν να ψωνίζουν Σάββατο μεσημέρι ή Δευτέρα πρωί. Μακιγιαρισμένα πρόσωπα που καθρεφτίζονται στις γυαλιστερές βιτρίνες. Μάτια γεμάτα λαχτάρα, ακούραστα ραντάρ που εντοπίζουν με απίστευτη ταχύτητα και ακρίβεια το νεότερο αξεσουάρ και την πιο πρόσφατη (αυτή που ξεκίνησε μόλις πριν πέντε λεπτά) τάση της μόδας. Τα καλοχτενισμένα μαλλιά, οι μικρές κομψές τσάντες και το περπάτημα, ολόκληρο μια άσκηση ύφους. Ένα τεράστιο τζιπ κολλάει στη γωνία, δε χωράει να στρίψει. Κάποιοι κοιτάζουν απ’ την απέναντι γεμάτη καφετέρια. Δικηγόροι, δημοσιογράφοι και ηθοποιοί με χαμένο βλέμμα, εξατμίζονται μπροστά σε μια κούπα καπουτσίνο. Πρώην και νυν πολιτευτές σκορπίζουν τα χαμογελά τους σε γειτονικές καρέκλες και απρόθυμους σερβιτόρους. Ο αέρας που φυσάει ανάμεσα στους περαστικούς αποπνέει μια χρυσή παρακμή, μα κανείς δε μπορεί να την μυρίσει.

Οι μόνιμοι περαστικοί των γύρω δρόμων φοράνε κασκόλ ή φουλάρια και αγοράζουν μυστήριο στην συμβολική τιμή ενός ζευγαριού μαύρων γυαλιών. Γεμίζουν τα εξώφυλλα και ζητούν μέτρα απ’ την κυβέρνηση. Δεν είναι όλοι πλούσιοι, αλλά όλοι φέρονται σαν τέτοιοι. Είναι οι κάθε είδους νικητές, που κάνουν τις βόλτες τους απ’ τη Σόλωνος και πάνω. Αυτοί που παίζουν την κρίση στα ίσα. Οι άνθρωποι εδώ, καταναλώνουν την ίδια τους την ευμάρεια, το σώμα του πλαστικού πλούτου τους.

Η αισιοδοξία μιας γεμάτης σακούλας είναι η δική τους ελπιδοφόρα απάντηση στην κρίση. Τα χρήματά και οι πιστωτικές, αφήνουν ίχνη, μικρές αποδείξεις ότι κάποτε ψωνίσαμε, ότι κάποτε υπήρξαμε. Κάπως έτσι, η παγκόσμια οικονομική κρίση φτάνει σαν αδύναμο κύμα στις κάθετες της Πατριάρχου Ιωακείμ. Δε μπορείς να είσαι σίγουρος γι’ αυτήν, κοιτάζοντας το μπλε ξεβαμμένο τζιν που κοστίζει 170€ ή την κοπέλα που την πιάνει το παράπονο (και σχεδόν τα κλάματα) επειδή δε βρίσκει παπούτσια να της αρέσουν.

εάλω η Βουκουρεστίου

Συνεχίζω κάτω απ’ την πηγμένη Σταδίου. Καινούρια μπαράκια και εναλλακτικά στέκια εναλλάσσονται με τα πρωινά μαγαζιά των φτηνών ρούχων, τις βιοτεχνίες και τα εργαστήρια. Καφενεία μέσα σε στοές, επιδιορθώσεις, κουμπιά και κορδόνια. Καταστηματάρχες που επί χρόνια επιβιώνουν, άλλοι εύκολα, άλλοι δύσκολα, άλλοι καθόλου, στριμωγμένες ευκαιρίες, εκπτώσεις και γκρίνια. Η αγορά δεν τραβάει, οι Κινέζοι πουλάνε πιο φτηνά, ο κόσμος δεν ψωνίζει. Φταίνε οι άλλοι, φταίνε οι ξένοι, φταίει το κράτος. Άσπρα σεντόνια γεμάτα τσάντες, κασκόλ, ελεφαντάκια. Το μαγαζί σου όλο, είναι ένας μπόγος, φόρτωσέ τον στον ώμο και τρέξε. Τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Την ίδια τρομαγμένη και δυσκοίλια πελατεία μοιράζονται στεγασμένοι μικροεπιχειρηματίες και φευγάτοι, νομάδες αλλοδαποί. Κυνηγητό από την αστυνομία, κυνηγητό πίσω από τους πελάτες. Όλοι ιδρωμένοι πίσω απ’ την απειλή μιας επερχόμενης και ήδη παρούσας κρίσης.

Τις νύχτες η αγωνία για το μεροκάματο σβήνει και κάποιες πάντα καινούριες, πάντα παράξενες μουσικές συνοδεύουν τη βρώμα που ξέμεινε στο πλάι του πεζοδρομίου. Εκείνη την ώρα οι προσωρινοί ένοικοι των ίδιων δρόμων καταπίνουν αλλόκοτα και εξωτικά κοκτέιλ. Καταναλώνουν φεστιβαλικές εκδηλώσεις και πολιτισμό που διαρκεί όσο το εισιτήριο ή το σκοτάδι. Μόλις ξημερώσει, ζωντανεύει πάλι ο μικρόκοσμος της ανάγκης.

Κάτω απ’ την Αθηνάς η οικονομική κρίση δυσκολεύεται να μας πείσει για την ύπαρξή της. Στην Ευριπίδου και τη Σωκράτους το χρήμα δε σταματά να κυκλοφορεί. Τα σώματα δεν ξέρουν από ύφεση. Τα αυτοκίνητα σταματάνε και ψωνίζουν, τα κορίτσια περπατάνε και ψωνίζονται. Η αγορά λειτουργεί νύχτα μέρα και δεν συγχωρούνται απώλειες. Οι πόρτες στα στριπτιζάδικα της Συγγρού και της Πειραιώς ανοιγοκλείνουν αδιάκοπα για να υποδεχτούν θύματα και θύτες. Εδώ, οι άνθρωποι καταναλώνουν το ίδιο τους το σώμα.

Πηγαίνοντας προς την πλατεία Κουμουνδούρου νιώθεις σα να βαδίζεις πάνω σε μια τεράστια μάντρα. Στα δεξιά σου, οι αποπνιχτικοί δρόμοι. Γεμάτοι εύφλεκτους ανθρώπους, βουβή οργή και συναλλαγές που υπόσχονται φυγές κάθε είδους. Απ’ την άλλη μεριά, το λαμπερό πάρκο του Ψυρρή. Ταβέρνες με μουσική, ολόφωτα μπαρ, κοσμοσυρροή και ακριβά αυτοκίνητα που παλεύουν με τον όγκο τους και τα στενά δρομάκια. Κι όμως δεν θα έπρεπε να αποκαλείς γκέτο μόνο την περιοχή που οδηγεί μέχρι την Ομόνοια (και το θάνατο), αλλά και το αυτιστικό διασκεδαστήριο που φτάνει μέχρι το Μοναστηράκι. Αυτή είναι η γυάλα που μας επιτρέπει να κάνουμε βαθυστόχαστες αναλύσεις για την κρίση και να ξορκίζουμε τις τύψεις μας φωνάζοντας παλιά λαϊκά τραγούδια.

(Άραγε είναι σημερινή η κρίση; Κάποιος που ξέρει αυτές τις γειτονιές μου λέει ότι είναι καθολική και διαρκώς παρούσα εδώ και αμέτρητα χρόνια. Στο παγκόσμιο μαγαζί επί χρόνια οι ίδιοι θαμώνες πληρώνουν το λογαριασμό. Φτωχαδάκια σε λαϊκές συνοικίες, «αυτόχθονες» χαμηλόμισθοι, γυναίκες του δρόμου και εξόριστοι από τις παλιές πατρίδες κάθε μέρα ξυπνάνε στις χώρες της απελπισίας.)

Φτάνω στο σταθμό Λαρίσης. Σε κάποια καφενεία εικόνες που θυμίζουν παλιές, γνώριμες και πονηρές εικόνες. Επαρχιώτες αλλοδαποί, χωριάτικα πρόσωπα στο κέντρο της Αθήνας. Μερικοί οίκοι ευγηρίας με ανοιχτά παράθυρα. Κάποιοι Πολωνοί έχουν συγκεντρωθεί στην άκρη του δρόμου και στήνουν ένα αυτοσχέδιο γλέντι. Τρεμοσβήνει, παλεύει να αντέξει η παλιά φλόγα για προκοπή ή για συνύπαρξη, όμως είναι χαμένος ο αγώνας και η ίδια τρέλα που γεννάει τα ταραγμένα βλέμματα και το μίσος κάτω απ’ την Ομόνοια, είναι κι εδώ αφόρητα παρούσα.

Οι ερωτήσεις λοιπόν επανέρχονται σαν κακός μπελάς και σαν ληξιπρόθεσμη οφειλή που δε σ’ αφήνει να κοιμηθείς. Τελικά ποιόν θα αγγίξει περισσότερο η κρίση; Ποιός πρέπει να φοβάται; Ο καλοσιδερωμένος μεσοαστός / μικροαστός στο Κολωνάκι, ο μετανάστης, ο μαγαζάτορας στην Αθηνάς, ο φοιτητής που βρίσκει φτηνό ποτό και εκλάμψεις συλλογικότητας στα Εξάρχεια ή ο έτσι κι αλλιώς τρομαγμένος μισθωτός; Όπως ρωτάνε στις ειδήσεις, ποιός θίγεται λοιπόν;

Αναζητώ τις εικόνες της κρίσης περπατώντας μέσα στην ίδια μου την πόλη. Παρατηρώ ανθρώπους τσακισμένους να ψελλίζουν μισόλογα εδώ και εκεί. Στο βλέμμα τους η αγωνία να συμμετάσχουν σε μια τελευταία κομπίνα, σε ένα τελευταίο κόλπο πριν καταρρεύσουν οι αγορές*. Βλέπω τα ζόρικα και ζορισμένα κορίτσια των εισπρακτικών εταιριών. Φοβούνται μήπως ο επόμενος στόχος της διπλανής συναδέλφου είναι τα ίδια τους τα χρέη. Βλέπω τα «λαϊκά στρώματα» να ξοδεύουν τις νύχτες και τους νυσταγμένους εαυτούς τους, καταθέτοντας τα τελευταία 180 € στα πόδια του Ρέμου και του Πλούταρχου (ας μην τρελαινόμαστε, και στο Σαββόπουλο τόσο θα πληρώσουμε).

Η κρίση μοιάζει με ένα αόρατο τοίχο. Μόνο που η σύγκρουση έγινε πριν από καιρό. Απ’ τα ιλιγγιώδη ποσά που έπαιζαν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ στο χρηματιστήριο, στη νόμιμη δραστηριότητα του Βουλγαράκη και στα μέχρι πρόσφατα εξωφρενικά υπερκέρδη των τραπεζών, η απόσταση είναι ελάχιστη κι έχει ήδη διανυθεί. Τα λεφτά σ’ αυτόν τον τόπο για κάποιους δεν ήταν ποτέ θέμα. Για άλλους πάλι, δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να είναι θέμα.

*(ένας μάλλον εριστικός και άδικος τρόπος να ερμηνεύσεις αυτούς τους «έξι στους 10 ερωτηθέντες που εκτιμούν ότι μέσα στην οικονομική κρίση υπάρχουν σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες». Ελεύθερος Τύπος – 24/11/2008 )

dsc04422


Advertisements

13 Σχόλια

Filed under διάφορα

13 responses to “μικρή βόλτα

  1. από τις πιο εύστοχες αναλύσεις της «κρίσης», μάλλον επειδή την κάνει «τάληρα».

  2. Σελιτσανος

    Κρίση;Ποια κρίση;Όπως λέει και το ανέκδοτο «πότε ανέβνκε η βενζίνη;Εγώ 5 ευρώ έβαζα,5 ευρώ βάζω».

  3. ggummm

    στις μουσικές καρέκλες, λέει, δεν υπάρχει κερδισμένος και χαμένος όσο ακόμα παίζει η μουσική.

  4. @ krotkaya,
    ε καλά, δεν είναι και ανάλυση. από οικονομικά πάσχουμε, και από θέμα σκέψης και από θέμα.. τσέπης. P)

    @ Σελιτσάνε,
    κρίση, ποιά κρίση; εδώ προχτές φίλος μου έλεγε άλλο (περίπου) ανέδοτο. Περίμενε λέει μισή ώρα μόνο και μόνο για να μπει στο parking του mall.

    @ ggummm,
    το θέμα είναι ότι για ορισμένους δεν ακούγεται καν η μουσική. (αν κατάλαβα κάπως τί εννοείται).

  5. manos

    Μια κοπέλα στο μετρό σήμερα το πρωί, καλοντυμένη και με προσεγμένο μακιγιάζ, στέκεται όρθια δίπλα στην πόρτα, μπορεί και να πηγαίνει πάνω από τη Σόλωνος, κοιτάζει την αντανάκλαση του προσώπου της στο τζάμι και αρχίζει να τραγουδάει όχι και τόσο σιγανά: Με κοιτάς σε κοιτώ… Είμαστε ακόμα ζωντανοί… στη σκηνή… (Δεν φοράει ακουστικά στα αφτιά, και σου δίνει την εντύπωση πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν ξέρεις τι ακριβώς)

  6. Βυτίο, τις αναλύσεις των οικονομολόγων προσωπικά δεν τις καταλαβαίνω.
    Αυτήν εδώ την κατάλαβα.
    Εξού και την θεωρώ καλύτερη!
    με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια δλδ! 🙂

  7. Παράθεμα: δεν είναι Πλούσιοι — ροη σταχυολόγων

  8. @ mano,
    κάτι δεν πάει καλά, κάτι πάει στραβά.
    «Με κοιτάς, σε κοιτώ»
    μπροστά σε έναν καθρέφτη. σαν κάτι να λείπει απ’ την αφιέρωση.

    @ κροτ,
    εγώ να δεις τί παθαίνω, άμα διαβάσω οικονομολόγους. Το λιγότερο βραχυκυκλώνω. Το συνηθισμένο βάζω ένα ουισκάκι.

    καλό σας βράδυ παίδες.

  9. ένα σαββατοκύριακο δεν μας αφήνετε αγκαλιά στο κρεβάτι με τις ψευδαισθήσεις μας…

    δεν είστε καλός άνθρωπος κύριε βυτίο

  10. κύριε βυτίο, κάνετε διαφήμιση στον μεγαλύτερο εξαγωγέα ελληνικού κοσμήματος, το Λαλαούνη! χα.
    όμορφο οδοιπορικό αστικών ιχνών…

  11. @ κ. Μοίρη,
    εγώ δε σας αφήνω ή αυτη σας η συνήθεια να ψάχνετε για το πόδι που θα προσγειωθεί πάνω στο ζωύφιο;

    @ gasireu,
    όχι βέβαια διαφήμιση στο Λαλαούνη. Ήθελα απλά να τονίσω τα καταναλωτικά διλήμματα και τον πλανόδιο που ρίχνει στο κεφάλι στο παρακείμενο κοσμηματοπωλείο κερδίζοντας ολοένα σε πελατεία και αναγνώριση. Λέμε τώρα.

    Αυτό το κύριε βυτίο πάλι πώς σας έχει έρθει; Κύριε + το επώνυμό μου λιγότερες φορές με έχουν πει. χεχε

  12. kaloutsiki

    Δεν ξέρω πως και γιατί έγινε. Έξω έχει μια πολύ όμορφή βροχή, πίνω καφέ, ακούω την τελευταία σου φούσκα και διαβάζω το ποστ αυτό και ξαφνικά γύρισα 10 χρόνια πίσω τότε που έγραφα για λευκό και ροζ θόρυβο, διάβαζα τον «Θαυματοποιό», πειραματιζόμουν στο ραδιόφωνο, πουλούσα παπούτσια με πιστωτικό όριο σε κορίτσια στην Τσακάλωφ, έβλεπα ένα τζιπ που προσπαθούσε να στρίψει στη γωνία Σκουφά και Ομήρου, είμαι άλλη μια απρόθυμη σερβιτόρα, δουλεύω νύχτα κάπου στο ψυρρή, φτάνω στο σήμερα και ξαναβλέπω τις ίδιες πλαστικές εικόνες… ντεζαβου;;

  13. @ kaloutsiki,
    δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά μέσα σε λίγες προτάσεις πέρασες πολύ ωραία από τον ενεστώτα, στον αόριστο και πάλι στον ενεστώτα.
    Μπορούμε να μιλάμε για ντεζαβού ή να λέμε ότι ο κόσμος έχει μια περίεργη τάση να μένει ίδιος μες στις αλλαγές του.
    Αλλά μπορούμε να λέμε κοίτα πόσα πράγματα έχει κάνει η Καλούτσικη. Άραγε πόσες ωραίες ιστορίες έχει να μας διηγηθεί απ’ αυτόν τον άθλιο κόσμο, μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα που θα τον αλλάξουμε;
    ξέφυγα.
    άρα αφήνω το ντεζαβού και κρατάω το πώς ο χρόνος και οι χρόνοι των ρημάτων μπορεί να είναι σημαντικότεροι απ’ αυτά που περιγράφουν.
    καλησπέρα λέμε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s