ώμο με ώμο

Παραμονή Χριστουγέννων ξεκινάω το πρωί για το χωριό. Στα πέντε στενά απ’ το σπίτι, συναντάω κίνηση. Κολλάω. Αφηρημένος, δεν στρίβω δεξιά στο στενό που παραδοσιακά χρησιμοποιώ για να παρακάμπτω το συνηθισμένο ολιγόλεπτο μποτιλιάρισμα. Εκνευρίζομαι, σιχτιρίζω. Πρώτη, νεκρά, πρώτη. Για δέκα μέτρα, δέκα λεπτά. Μπροστά στο super market τα αυτοκίνητα διπλοπαρκαρισμένα. Το ραδιόφωνο κάνει από μόνο του ζάπινγκ. Για να κερδίσω περίπου ένα τρίλεπτο, στρίβω δεξιά και κάνω ένα κάπως μεγάλο κύκλο. Μπροστά μου ένα τεράστιο SUV, πάει κάπως περίεργα, μάλλον κάτι ψάχνει, κάτι κοιτάει. Ξαφνικά σταματάει απότομα, λίγο δεξιά. Χωρίς φλας, χωρίς alarm, χωρίς καμία προειδοποίηση σταματάει στην άκρη ενός στενού δρόμου. Ίσα που προλαβαίνω να σταματήσω. Ίσα που χωράω να περάσω δίπλα από τα πελώρια λάστιχά του. Φτάνω στην άκρη του στενού. Βγαίνω λίγο πιο έξω για να βλέπω, αφού κάποιος έχει παρκάρει ακριβώς στη γωνία και δεν μπορώ να καταλάβω αν έρχεται αμάξι ή όχι. Σ’ εκείνο το σημείο ξεπροβάλει πίσω από άλλο παρκαρισμένο αυτοκίνητο ένας πιτσιρικάς. Κόβω απότομα, με βλέπει, σταματάει κι αυτός επιτόπου, τσουλάω αργά μπροστά του και σταματάω να κοιτάξω στην άκρη του στενού. Αμέσως ακούω το τζάμι του συνοδηγού να χτυπάει. Κατεβάζω το τζάμι. «Τί κάνεις εκεί; Δεν τον είδες;» ο πατέρας υποθέτω του παιδιού. «Τον είδα, γι’ αυτό έκοψα». «Εκεί το κοκαλώνεις, δεν κόβεις. Κοκαλώνεις.»

Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο και σφιγμένο. Μιλούσε και τα δόντια έτριζαν. Ήταν εξοργισμένος και τρομαγμένος. Ήταν έτοιμος, περίμενε μια κουβέντα, μια μόνο λέξη. Είχε δίκιο. Έπρεπε να το είχα κοκαλώσει, αλλά είδα τον πιτσιρικά που σταμάτησε και απλά συνέχισα, τσουλώντας με νεκρά πια, μπροστά του. Τα μάτια του πατέρα ήταν υγρά, ξεχείλιζαν από νεύρα και μια, ακόμη ζωντανή, υποψία ότι μπορεί το παιδί του κι εγώ να μην σταματούσαμε. Μπορούσα να πω «δεν το είδες πώς πετάχτηκε έτσι απότομα; Πρέπει να προσέχει περισσότερο» ή κάτι τέτοιο εξίσου επιθετικό και καθησυχαστικό για τον εαυτό μου. Δεν είπα τίποτα. Μόνο τους κοίταζα, πότε αυτόν, πότε το παιδί. Τους κοίταζα μέχρι που χάθηκαν μέσα στο super market και ο από πίσω οδηγός κόρναρε.

Στο επόμενο φανάρι και χωρίς να μπορώ ακριβώς να εξηγήσω γιατί, βρισκόμουν στα πρόθυρα της έκρηξης. Το χέρι μου σχεδόν έτρεμε, ήμουν έτοιμος να ξεστομίσω καμιά σαρανταριά βλαστήμιες προς κάθε κατεύθυνση. Στο super market που παρκάρει τα φορτηγά της τροφοδοσίας όπου να’ ναι, όποτε να ‘ναι, στον οδηγό του SUV που σταμάτησε απότομα, στο παιδί που δεν πρόσεχε, στον πατέρα του που καιγόταν για καβγά, σε μένα που ξεσπάω στο τιμόνι τον καθημερινό εκνευρισμό μου.

Μέχρι να βγω στην εθνική είμαι υπό την επήρεια αυτού του άρρωστου θυμού. Σκέφτομαι ότι αυτή η πόλη κάθε μέρα κυοφορεί δολοφονίες. Το αίμα στάζει ανάμεσα στα δάχτυλα των μπάτσων, των χουλιγκάνων, των φρικαρισμένων οδηγών, των ζορισμένων πατεράδων και των ακροβατούντων περαστικών. Σε κάθε γωνία γροθιές αναζητούν άλλοθι. Σε κάθε δρόμο ένας φόνος συλλαβίζει το όνομά σου. Είμαστε ζωντανοί από τύχη, από σειρές συμπτώσεων που δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα γυρίσουν και θα σκάσουν με πάταγο πάνω στα μούτρα μας.

***

Στο γυρισμό μετά από τρεις ήσυχες μέρες, ατύχημα στην Αττική οδό. Νέο μποτιλιάρισμα. Μέχρι να φτάσω σπίτι και να ξαναφύγω για το κέντρο γυρνάω στην γνώριμη κατάσταση του μόνιμου λανθάνοντα εκνευρισμού. Βγαίνοντας στο Σύνταγμα, αποφεύγω με μεγάλη επιδεξιότητα και ανάλογο βαθμό δυσκολίας τους επιβάτες που θέλουν να εισβάλλουν στο συρμό, πριν βγούμε εμείς. Περπατώντας στο μεγάλο διάδρομο που θα με βγάλει στην Πανεπιστημίου έξω από τη Μ. Βρετανία το καλώδιο του mp3 μπερδεύεται στο μπουφάν. Σταματάω απηυδισμένος πια να ανασυνταχτώ.

Δίπλα μου περνάνε μια μάνα με το παιδί της. Περπατάνε πλάι πλάι και σπρώχνονται για πλάκα ώμο με ώμο. Ο μικρός έχει ξεκαρδιστεί, ενώ η μητέρα του χαμογελάει και τον κοιτάζει με αυτόν τον τρόπο που δεν περιγράφεται, αλλά είναι απλώς ο τρόπος που κοιτάνε οι μάνες τα παιδιά τους. Δεν κρατάνε δώρα, δεν έχουν γεμάτες σακούλες. Είναι απλά κλεισμένοι ερμητικά μέσα σε κασκόλ και μπουφάν και σπρώχνονται στο Μετρό. Νομίζω πως ακούω τα γέλια τους.

***

Μόλις έφτασα στο χωριό το σπίτι ήταν παγωμένο. Άναψα τη σόμπα κι έβαλα μια καρέκλα ακριβώς δίπλα. Χωρίς να το καταλάβω αποκοιμήθηκα σ’ εκείνο το σημείο, με τη μία μεριά του σώματος να παίρνει φωτιά και την άλλη να ξεπαγιάζει. Όπως όταν κάθεσαι ακριβώς δίπλα στο τζάκι που μόλις άναψες. Ξύπνησα ζαβλακωμένος απ’ τη φωτιά που έκαιγε σχεδόν πάνω στο κεφάλι μου και πιασμένος από την άβολη καρέκλα. Είχε περάσει μόνο μισή ώρα. Ήταν ο πιο ωραίος ύπνος που έκανα εδώ και πολύ καιρό. Δεν μπορεί να κοιμάσαι έτσι μόνο στο άδειο σπίτι στο χωριό.

Δεν μπορεί οι μέρες στην πόλη να είναι μόνο μια συρροή αφόρητων στιγμών, μια δυστυχισμένη σειρά ανιαρών γεγονότων. Ο υπόκωφος θυμός που σιγοβράζει δεν μπορεί να είναι το μόνο ενοποιητικό στοιχείο των Αθηναίων.

– Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι η πιο ωραία εποχή της πόλης είναι τα Χριστούγεννα ακριβώς γιατί η ίδια είναι ζωντανή. Ο κόσμος κυκλοφορεί, κάνει βόλτες, χάνει το χρόνο του στους δρόμους περπατώντας. Κατά κάποιο τρόπο επανασυνδέεται με το περιβάλλον, αφού οι λεωφόροι παύουν να αναγνωρίζονται αποκλειστικά ως χρηστικά εργαλεία ή τρόποι μετάβασης από τη μία οθόνη στην άλλη. Φέτος με αυτό που προηγήθηκε, με όλες τις επιμέρους ενστάσεις και τις γκρίνιες του καθενός, η πόλη ήταν πιο ζωντανή από ποτέ. Όχι για τις φωτιές ή για τη μαζική κάθοδο στη Σταδίου και τις από πάνω παράλληλες. Αλλά γιατί ο κόσμος κατέλαβε κυριολεκτικά το οδόστρωμα της πόλης του. Ότι δεν κατάφερε καμιά περισπούδαστη ανάπλαση το πέτυχε το συλλογικό ένστικτο, αν μπορώ να το πω έτσι. Οι άνθρωποι κάθισαν ξανά στην πλατεία Συντάγματος. Συζήτησαν αραγμένοι σε πεζοδρόμια και κεντρικές οδούς. Έκλεισαν την περίφημη κυκλοφορία, δίνοντας μια προς στιγμήν υπέροχη λύση. Η άσφαλτος και τα πεζοδρόμια δεν μπορεί να ανήκουν στα αυτοκίνητα. Η πόλη δεν μπορεί να ανήκει στη λειτουργία των φαναριών και στα πανάκριβα παρκινγκ.-

Η πόλη είναι ταυτόχρονα ο εκνευρισμός της οδήγησης και το λυτρωτικό παιχνίδι της μάνας και του παιδιού της στο μετρό. Οι σπασμένες βιτρίνες και η παραιτημένη κοινότητα που παραλίγο να σχηματίσουμε. Ας μην υποτιμάμε τίποτα. Μπορεί να κάνουμε αδιάκοπες βουτιές στην απώλεια, αλλά όταν βγαίνουμε στην επιφάνεια, φυτρώνουν έρωτες στις αμυχές.

Advertisements

13 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

13 responses to “ώμο με ώμο

  1. ας μην υποτιμάμε τίποτε…

    Καλή Χρονιά

  2. Απλώς απέφευγε να οδηγείς αυτοκίνητο. Εγώ αυτό κάνω και όταν παίρνω αυτοκίνητο είναι για μικρές αποστάσεις από περιοχές που δεν έχει τόση πολλή κίνηση

  3. ε

    μου αρεσε αυτο το «Μπορεί να κάνουμε αδιάκοπες βουτιές στην απώλεια, αλλά όταν βγαίνουμε στην επιφάνεια..» ειδικα αυτο το «οταν βγαινουμε..»

    καλη χρονια αγαπητε
    να γραφετε ετσι ομορφα και να περνατε ακομα ομορφοτερα
    🙂

  4. @ γειά σας κ. Μοίρη.
    καλή σας χρονιά με μια ολοκαίνουρια, εξαιρετική και ξεκούραστη autoποστιέρα.

    @ inlovewithlife,
    μακάρι να γίνει έτσι, γιατί δε με βλέπω καλά.
    αλλά τώρα μπορώ να ανοίξω μια μεγάλη κουβέντα περί του ότι σιχαίνομαι να χρησιμοποιώ αμάξι στην Αθήνα, αλλά τα μέσα μεταφοράς συνήθως απουσιάζουν ή καθυστερούν ή σαρδελοποιούν.
    χαιρετώ.

    @ ε,
    περιμένω να έρθει εκείνο το όταν να βγούμε επιτέλους έξω. στην επιφάνεια, στο δρόμο ή σ’ ένα κήπο.
    αγαπητή ε, καλή μας χρονιά,
    να γράφουμε και να διαβάζουμε και ότι άλλο θέλουμε.

  5. πολυ ωραια πολυ ωραια
    καλη χρονια!

  6. Σελιτσανος

    Καλή σας χρονιά:

    http://www.esnips.com/doc/2fb491dc-4611-4cb9-9521-366d7058621a/H2_manual-2009

    (Ευγενική προσφορά της κας Λουΐζας Κορνάρου(http://outbreak.wordpress.com/)από τον ζωολογικό της κήπο:www.h2concept.gr).

  7. Ο αγώνας είναι κατ’αρχήν για να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας. Να χαμογελάμε, να λέμε ευχαριστώ και παρακαλώ και να γράφουμε στα αρχ**** μας όλους τους τραμπούκους που θέλουν σώνει και καλά να δείρουν κάποιον.
    Καλή μέρα και καλή χρονιά

  8. @ fight back,
    πολύ πολύ καλή και πολύ πολύ όμορφη χρονιά.

    @ Σελιτσάνε,
    καλη χρονιά κι ευχαριστώ για το δώρο. Ήταν το πρώτο μου για τη νέα χρονιά, θα το φυλάξω κάπου να θυμάμαι την αρχή του 2009.

    @ άσπρο πρόβατο,
    να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, αυτός κι αν είναι δύσκολος αγώνας.
    να λέμε ευχαριστώ και να χαμογελάμε, αυτή κι αν είναι ευχή.
    καλή σας χρονιά.

  9. Το σπίτι στο χωριό, η σόμπα κι αυτός ο μικρός ύπνος δίπλα στη φωτιά μού ξυπνούν μια νοσταλγία αφόρητη… Κι εγώ θέλω… Να πάω στο χωριό, να κάτσω δίπλα στη σόμπα, να πυρωθεί μονομερώς το σώμα μου, να σκεπαστώ το βράδυ με βαριές κουβέρτες, να ακούσω το πρωί τον καθησυχαστικό θόρυβο της γιαγιάς στην κουζίνα, να πλύνω το πρόσωπό μου με νερό κρύσταλλο, να βγω έξω στο κρύο και να μυρίζει ξύλο καμένο (αυτή δεν είναι η μυρωδιά των χωριών;), να ξυπνήσω με το λάλημα του πετεινού…

    Απ’ την άλλη, δεν μπορείς, νομίζω, να μην παραδεχτείς ότι με τα καλά και τα άσχημά της, με τα μικρά και τα μεγάλα της, η πόλη αυτή έχει κάτι μαγικό. Άπαξ και σ’ έδεσε μια φορά, σ’ έδεσε πια για πάντα. Εγώ, μια φορά, την αγαπώ όσο καμιά. (καλά, μπορεί και να υπερβάλλω..λιγάκι..)

    Όσο για εκείνο το «Μπορεί να κάνουμε αδιάκοπες βουτιές στην απώλεια, αλλά όταν βγαίνουμε στην επιφάνεια, φυτρώνουν έρωτες στις αμυχές», θα το γράψω σε χαρτάκι να το βάλω στο γραφείο μου, να το βλέπω και να μην το ξεχνώ. Τι όμορφο, αλήθεια..!

    Καλώς σε βρίσκω και καλή χρονιά 🙂

  10. «Ας μην υποτιμάμε τίποτα. Μπορεί να κάνουμε αδιάκοπες βουτιές στην απώλεια, αλλά όταν βγαίνουμε στην επιφάνεια, φυτρώνουν έρωτες στις αμυχές. «
    Για άλλη μια φορά εξέφρασες αυτά που δεν μπόρεσα να εκφράσω, παρόλο που τα έχω νιώσει πολλές φορές. Δεν είσαι blogger, είσαι ποιητής.
    Καλή χρονιά!

  11. @ κόκκινα παπούτσια,
    ωραία τα λές. Ειδικά αυτή η μυρωδιά του καμένου ξύλου είναι το κάτι άλλο.
    αλλά δε μπορούμε να μη το παραδεχτούμε είμαστε όλοι παιδιά της πόλης.
    Προσωπικά ώρες ώρες νιώθω διχασμένος.
    καλώς ήρθες στο φτωχικό μας και καλή χρονιά.

    @ Αταίριαστε καλή χρονιά.
    να ‘σαι καλά με τις ωραίες σου κουβέντες κι ας είναι και υπερβολικές. 🙂

  12. v

    teleio keimeno!
    ego pantos gia na glitono tous eknevrismous kikloforo pia me podilato… kai sintoma egkataleipo tin asximi athina gia na egkatastatho monima se kapoio nisi
    liseis iparxoun 🙂
    kali xronia

  13. @ v,
    ποδήλατο ε; μήπως είναι λίγο ριψοκίνδυνο; κάποιοι φίλοι μου έχουν τραυματικές εμπειρίες κάνοντας τους ποδηλάτες στο κέντρο.

    αλλά εκτός από τα νησιά, υπάρχουν λύσεις και για μας νομίζω τους εδώ.
    καλή χρονιά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s