δυο δυο

Σάββατο απόγευμα στο πλάι της φωτισμένης λεωφόρου. Στην άκρη της στάσης μιλώντας χαμηλόφωνα, περιμένουν να περάσει το τραμ. Αντί για το βαγόνι όμως, μπροστά τους σταματάει μια άμαξα. Οι δύο γριές, φιλές εδώ και μερικούς αιώνες, βλέπουν μπροστά στα μάτια τους το ένδοξο παρελθόν να κάνει στάση. Η φράση «σαν χτες» γεμίζει στόματα και απογεύματα. Η μία δείχνει κάτι στην άλλη. Κάνει μια απελπισμένη απόπειρα να χαμογελάσει. Δεν της βγαίνει. Ο αμαξάς ξεκινάει πάλι. Το άλογο και το καλογυαλισμένο μαύρο όχημα καθώς φεύγει, μοιάζει με κακόγουστο αστείο, με θλιβερό υπονοούμενο. Το παρελθόν έρχεται ένα Σάββατο απόγευμα και πυροβολεί κατευθείαν στο ψαχνό.

Οι δυο τους τώρα στη στάση κοιτάζουν η μια την άλλη σε μια προσπάθεια να θυμηθούν αυτά που κάθε μέρα προσπαθούν να ξεχάσουν. Τόσες ώρες σε καρέκλες, οικογενειακά τραπέζια, πίσω από πάγκους εργασίας, με τα χέρια γεμάτα παιδιά, άντρες, εγγόνια, γάντια, πιάτα με το φαγητό που μόλις μαγείρεψαν. Οι δυο τους, ζωντανές από τύχη και συγκυρία, αυτό το ψυχρό βράδυ ανάμεσα στα φώτα των επιβλητικών κτιρίων, ανάμεσα σε παρέες νεαρών που ψάχνουν την πιο κοντινή μπυραρία, ανάμεσα σε τουρίστες που ψάχνουν την επόμενη φωτογραφία. Οι δυο τους μια όχι και τόσο ισχυρή ανάμνηση των άλλων. Δύο σώματα θολά αιωρούνται μέσα στο χαμό του Σαββάτου. Η πόλη ένας απρόσωπος εχθρός. Η άμαξα μια υπενθύμιση ότι αυτές δεν ανήκουν εδώ. Για τους άλλους θα σταματήσει το τραμ, γι’ αυτές έχει σταματήσει ήδη ο χρόνος.

lost in vienna

Αμήχανες κοιτάζονται. Η μία θέλει να πει στην άλλη «καλά ήταν, άσχημα ήταν, αλλά ως εδώ». Η άλλη τη σταματάει πριν ακουστεί η πρώτη λέξη. Η αργοπορία τους παίρνει τη μορφή των περαστικών. Σχηματίζεται τώρα στο πρόσωπο του πιτσιρικά που κοιτάζει με αγωνία το κορίτσι που περνάει το δρόμο, στα κλειστά μάτια του παιδιού που κοιμάται στην αγκαλιά της μάνας του, στην ανάσα και στα γυαλιά του κυρίου με το χαρτοφύλακα, που περιμένει υπομονετικά δίπλα τους. Όλα είναι μια καθυστέρηση, ένα γραμμάτιο που πρέπει να πληρώσουν. Ένα ανεξόφλητο χρέος που τους ζητά εδώ και τώρα ο αμαξάς, οι επιβάτες του τραμ, οι τουρίστες με τα φλας που αστράφτουν, τ’ αγέννητα ακόμη παιδιά. «Σταμάτα» θέλει να της πει, μην σκέφτεσαι έτσι. Θέλει να της πει ότι ο χρόνος δεν είναι μόνο αντίστροφες μετρήσεις, φωνές που αριθμούν απώλειες, ρέστα που κάποιος ζητάει πίσω. Ο χρόνος τους είναι ακόμη εδώ, για λίγο ή για πολύ, αλλά εδώ.

Κρατώντας μαγκούρες, φορώντας σκουφιά, αμίλητες και με χαμένο βλέμμα, δύο γριές περιμένουν στη στάση. Κρατάνε πάντα τον ίδιο φόβο σφιχτά ανάμεσα στα δάχτυλα. Τον φόβο ότι αυτό που δε θα προλάβουν δεν είναι το τραμ, αλλά η αυριανή μέρα. Τον φόβο ότι τα τσαντισμένα βλέμματα των περαστικών δεν έχουν να κάνουν με την αργοπορία του τραμ, αλλά με την ακούραστη επιμονή τους να κρατιούνται απ’ τις άκρες της ζωής.

*****

Πριν από περίπου μία εβδομάδα, την ώρα που έφτανα στο σπίτι κατά τις 8, τις είδα στο πλατύσκαλο μπροστά στην πόρτα. Δύο κορίτσια, με τις τσάντες ακουμπισμένες δίπλα τους, κάθονταν στο σκαλάκι της εξώπορτας, προφανώς περιμένοντας να σταματήσει η βροχή. Μπροστά τους μια ομπρέλα και μία μπύρα. Οι δυο τους γελούσαν και έλεγαν κάτι για τις αυριανές ασκήσεις στ’ αρχαία που μάλλον είχαν σκοπό να ξεχάσουν. Ανάμεσα στα γέλια για το αν πρέπει να αποφασίσουν να παρατήσουν το διάβασμα για σήμερα τουλάχιστον, χώρεσε κι ένα πείραγμα για κάποιον συμμαθητή τους. Καθισμένες εκεί, ίσα που να μη βρέχονται, μοιράζονταν μία ομπρέλα, μία μπύρα και τα αγόρια της τάξης τους. Μόλις κατάλαβαν ότι θα μπω σ’ αυτό το σπίτι, σταμάτησαν κι έκαναν μια κίνηση να σηκωθούν. Τους λέω μη σας νοιάζει, δεν ενοχλείτε εδώ, κι αυτές συνέχισαν αμέσως την κουβέντα τους.

Τις άκουγα καθώς ανέβαινα τα σκαλιά και μου ήρθε μια περίεργη διάθεση να πάω και να τους πω κάτι σαν μα τί το σκέφτεστε, αφήστε τα, τα παλιοαρχαία. Ξεχάστε τις ασκήσεις, ξεχάστε το μάθημα. Φυσικά δεν είπα τίποτα.

Κι όμως ήταν ωραία αυτή η βροχή και η μπύρα τους στο σκαλάκι. Τα είδα σα μια συνομωσία αισιοδοξίας, σα μια ωραία ρωγμή σε μια βαριεστημένη εβδομάδα. Τί σημασία άραγε έχουν οι κωλοασκήσεις, τα διαγωνίσματα, οι εκθέσεις; Ήθελα να τους πω, βγείτε έξω επιτέλους, ανοίξτε τα παράθυρα, τρέξτε στους δρόμους, μεθύστε. Δεν αντέχεται αυτή η κλεισούρα, οι τοίχοι του σχολείου, του γραφείου. Μάντρες, τσιμέντο, γκρινιάρικα πρόσωπα, μιζέριες μαζεμένες στα πεζοδρόμια. Ήθελα να τους πω, εμπρός λοιπόν μοιραστείτε τη μπύρα, κλείστε την ομπρέλα, πηγαίνετε να γίνετε μούσκεμα στη βροχή.

Κάποτε τριγυρνούσα με μια τσάντα στον ώμο και νόμιζα ότι ο χρόνος είναι δικός μας και είναι ατελείωτος. Κάποτε δεν μπορούσα να δω αυτή τη τρομακτική μοιρασιά, τη μπύρα κάτω απ’ το υπόστεγο. Σήμερα, από τις γριές στη στάση μέχρι τα κορίτσια στο σκαλοπάτι, μου φαίνεται σαν μια ιλιγγιώδης απόσταση που διανύεται εδώ και τώρα, μέσα στο ακριβώς επόμενο δευτερόλεπτο. Όλα μοιάζουν να γίνονται υπό αίρεση, όλα μοιάζουν να έχουν ένα αστερίσκο. Λες και καθόμαστε αιώνια σε μια αίθουσα αναμονής και κάθε λεπτό σε έναν ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώνονται οι πιο πρόσφατες απώλειες.

Εκείνο το τόσο ωραίο και φθινοπωρινό βράδυ, απ’ αυτά που έλειψαν φέτος, στα μάτια μου, τα δύο κορίτσια ήταν κάτι σα δραπέτες από την αποπνιχτική αίθουσα. Το εξαιρετικό τους χάσιμο χρόνου ήταν στην πραγματικότητα μια απ’ τις ελάχιστες ενδείξεις ζωής μιας χλομής εβδομάδας. Η μπύρα τους είχε μια γεύση γλυκιά, λες και θα μεθούσε ολόκληρη η γειτονιά ή λες και ο χρόνος είναι ακόμη δικός μας.

Advertisements

7 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

7 responses to “δυο δυο

  1. «απ’ τις άκρες της ζωής» !
    απ’ τα ξέφτια δε λές καλύτερα…

    κι εκείνη η μπύρα !
    βγαίνουν μπύρες με τέτοια γεύση σήμερα ;

    μεθυσμένο ποστ , ωραιότατο…

  2. Αυτή η εικόνα, με τις μπύρες κάτω από την βροχή, είναι από τις στιγμές που δεν πρέπει αφήνουμε να φεύγουν στο χρόνο.
    Πολύ ωραίο κείμενο.

  3. Σελιτσανος

    Κοιτάζοντας έναν ζωγραφικό πίνακα,δεν σού ΄ρχεται να σχολιάσεις:τον απολαμβάνεις,τον αφήνεις να σε πλημμυρίσει και να επιδράσει μέσα σου.
    Κι έχετε έναν τρόπο να φτιάχνετε πίνακες…

  4. @ κ. Μοίρη,
    ε ναι λοιπόν τέτοιες μπύρες βγαίνουν ακόμη.
    αυτό που με φοβίζει είναι ότι κοντεύω να ξεχάσω πότε μέθυσα απ’ αυτές τελευταία φορά. πρέπει να επανορθώσω.

    @ Στεριανή Ζάλη,
    πρέπει να πω ότι πολύ τα ζήλεψα εκείνα τα κορίτσια. έτσι μου ήρθε να τους κλέψω μια γουλιά.

    @ Σελιτσάνε,
    σας ευχαριστώ για τα τόσο καλά σας λόγια.
    πραγματικά όμως αν βλέπατε τις γριές, θα νομίζατε ότι από κάποια ταινία έχουν δραπετεύσει, από κάποια φαντασία τέλος πάντων.

  5. Αφού ήρθε ισοπαλία η μέρα, γιατί προσπαθείς να μας πείσεις ότι κέρδισε η γευστική μπύρα;

  6. Κώστας

    Και όμως αγαπητέ συνάδελφε μπύρες τέτοιες πίνουμε ακόμα. Μόνο που δεν τις προσέχουμε γιατί είμαστε πολύ απασχολημένοι να κάνουμε άλλα. Πάμε για καμιά μπύρα καμιά ημέρα, αλλά να βρέχει…

    Άσχετο αλλά εδώ στα ξένα το μισό λίτρο μπύρα κάνει 0,50 € και έρχεται με συνοδεία ωραίων και δροσερών χαμόγελων.

  7. θα με συγχωρήσετε για την καθυστέρηση.
    @ exiled,
    μερικές ισοπαλίες μοιάζουν με νίκη, όπως η συγκεκριμένη. αλλά τελικά οι νίκες σ’ αυτό τον τόπο είναι απαγορευμένες, όπως φάνηκε.
    @ Κώστας,
    γύρισες; το Σάββατο που έβρεχε, δεν κατέβαινε γουλιά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s