το σκουπιδιάρικο

Παιδεύομαι να βρω τί θα ακούσω μέσα στο αυτοκίνητο. Δε μπορώ να αποφασίσω με τίποτα και αλλάζω τραγούδι, σπαστικά, κάθε δυο λεπτά. Είναι νύχτα και πετυχαίνω μπροστά μου το σκουπιδιάρικο. Ο δρόμος φυσικά δεν έχει δεύτερη λωρίδα, δεν υπάρχει τρόπος να προσπεράσω. Σκέφτομαι να στρίψω σε οποιοδήποτε στενό, δεξιά ή αριστερά, κι ας κάνω κύκλους ολόκληρους, ας κάνω τη διπλάσια διαδρομή. Δεν μπορώ να περιμένω. Μέχρι να τελειώσει το τετράγωνο είμαι αναγκασμένος να πηγαίνω σημειωτόν, κοιτάζοντας τους κάδους που σηκώνονται στον αέρα και αφήνουν το περιεχόμενο να πέσει με πάταγο στην καρότσα.

Κάδοι ξέχειλοι, σακούλες σκισμένες στο πλάι, τα αποφάγια και τα άχρηστα της χτεσινής ημέρας. Τόνοι εφημερίδες, μπουκάλια, λειψά κομμάτια από κάτι που κάποτε θύμιζε καρέκλα. Οι άνθρωποι με τα γάντια βιάζονται. Αλλά αυτά δεν τελειώνουν εύκολα, είναι μια λερναία ύδρα, που τρέφεται και ανασταίνεται από τις ανάσες όλων. Κάθε δευτερόλεπτο βαρεμάρας ή δραστηριότητας, καθισιού ή υπερβολικής ενεργητικότητας, αποθήκευσης ή κατανάλωσης γεννάει σωρούς πλαστικές σακούλες. Τα ίχνη της προηγούμενης μέρας σβήνουν ξημερώματα σε άδειες λεωφόρους. Η μηχανή καταβροχθίζει με κυκλικές κινήσεις τον απόηχο του όχι και τόσο ένδοξου παρελθόντος.

Τους κοιτάζω λίγο πιο προσεχτικά. Έχω παρατηρήσει κι άλλοτε, ποτέ δεν ρίχνουν ματιές στους οδηγούς των σταματημένων αυτοκινήτων. Απλά κάνουν γρήγορα και χωρίς πολλές κουβέντες τη δουλειά τους. Όμως αυτό το βράδυ, περιμένοντας πίσω απ’ το σκουπιδιάρικο, διακρίνω μια γνώριμη φιγούρα. Εκείνο το παιδί, λίγο νευρικό, λίγο σκυφτό και με άπειρους συνδυασμούς χειρονομιών. Εκείνο το παιδί λίγα χρόνια πριν, αμυντικός – λίμπερο σωστό, με ηγετικές ικανότητες- στην ομάδα της γειτονιάς μου. Χθες ψάχναμε με μια μπαλιά τη στιγμή, τον ελάχιστο ελεύθερο χώρο για ένα σουτ. Ανάμεσα στην παιδική χαρά, στη κάτω μεριά της πλατείας και το δρόμο από πάνω, συνεννοούμαστε με κλειστά μάτια σε κάποια περίεργη κομπίνα στην εκτέλεση του φάουλ. Συνεχείς αστοχίες, αποτυχημένα ματσάκια με τους απέναντι και μετά όλοι γύρω απ’ τα παγκάκια. Ώρες, απογεύματα ολόκληρα, πέρασαν χωρίς ποτέ μια σκέψη, κάποιο υπαινιγμό για το οποιοδήποτε μέλλον. Τον κοιτάζω καλά. Εκείνο το παιδί με την μπλε πορτοκαλάδα λίγο πριν την πρώτη κλοτσιά. Πού πήγαν όλες εκείνες οι μπαλιές στην πλάτη της άμυνας; Πού πήγαν όλες εκείνες οι σέντρες, οι κεφαλιές; Σκασμένες μπάλες, κουτάκια coca cola, σκισμένα γόνατα, όλα μέσα σε μια πράσινη οικολογική σακούλα που διασπάται ευκολότερα. Σουβλάκια στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, ένα πρόχειρο διαγώνισμα, ο φύλακας που μας κυνηγάει, όλα ένας πικρός σωρός. Τα σηκώνει με κάτι μπλε γάντια και τα πετάει στο πίσω μέρος του σκουπιδιάρικου. Ο οδηγός κάνει λίγο δεξιά στην άκρη του δρόμου, χωράμε να περάσουμε. Χωράμε πια άνετα να προσπεράσουμε, να συνεχίσουμε το δρόμο μας, να φτάσουμε επιτέλους σπίτι. Μας έλειψε το ζεστό κρεβάτι και οι φωτογραφίες στον τοίχο πάνω απ’ το κεφάλι μας.

 

Συνεχίζω χωρίς να μπορώ να καταλάβω στο ελάχιστο τη ροή των ανθρώπων ή των γεγονότων. Όλα φαίνονται μαζί χτεσινά κι απίθανα. Μακρινά και αναπόφευκτα. Τα παλιά πρόσωπα, ξεθωριασμένες αγάπες, κορίτσια που κάποτε κυνηγούσα και τώρα βαριέμαι να χαιρετήσω απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο. Όλους τους κατανοώ. Αυτόν που πάνω από χάρτες σχεδιάζει το μέλλον ή αυτόν που λέει έχω σκοπό σε λίγα χρόνια να.. Αυτόν που νοσταλγεί και αυτόν που μένει ακίνητος κι ανίκανος μπροστά στις ατέλειωτες αλλαγές.

Ώρες ώρες δεν μπορώ να ξεχωρίσω το μέλλον απ’ τις πατημασιές των περαστικών. Ώρες ώρες διστάζω να κανονίσω μια συνάντηση για αύριο. Ή αναρωτιέμαι γιατί έχω έτοιμη τόση συμπάθεια γι’ αυτούς που δεν μπορώ πια ν’ αγγίξω.

Περπατάω ημιζώντανος ανάμεσα στις ορδές των βιαστικών ανθρώπων. Αν είχα φωνή θα μπορούσα να τραγουδήσω κάτι για μας που ακόμη μοιραζόμαστε το ίδιο τραπέζι, το ίδιο μπουκάλι. Ύστερα κάτι γι’ αυτούς που παρατήσαμε και αυτούς που μας παράτησαν. Μια μικρή ανέξοδη μπαλάντα για την παραίτηση.

Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες

Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας

οι ποιητές

οι παραμυθάδες

οι τερατολόγοι γενικώς

Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα

Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι

Στα στάσιμα νερά της μετριότητας

Οι όμηροι του φόβου

(Γ. Αγγελάκας – πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;)

 

Advertisements

23 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, διάφορα

23 responses to “το σκουπιδιάρικο

  1. Όταν πετυχαίνω τέτοια κείμενα νιώθω ένα είδος ζεστασιάς. Αυτή που βρίσκει κανείς γύρω από ένα τραπέζι, όπου δεν πειράζει αν ακουμπήσει τον αγκώνα του διπλανού ή αν μπερδέψει το ποτήρι -στις παρέες υπάρχει οικειότητα.

  2. Σελιτσανος

    Τελικά το βρήκατε το τραγούδι σας
    (και μοιάζει σωστή επιλογή…)

  3. @ Theorema,
    α και σας δε σας πειράζει να μπερδεύονται τα ποτήρια; γιατί έχω μια περίεργη τάση να πίνω πάντα απ’ το πιο γεμάτο. 😉

    @ Σελιτσάνε,
    το θυμήθηκα τις προάλλες μέσα σ’ ένα άλλο αυτοκίνητο. και εκείνη τη στιγμή που ήμουν ακίνητος, αυτό θα ήθελα να ακούω.

  4. Χα! Θυμηθείτε να μην συμπέσουμε στην ίδια παρέα, βυτίο. Θα τσακωθούμε για τη γουλιά, την ίδια θα θέλουμε κι οι δύο 😉

  5. στο πεδίο της μάχης (δηλαδή όταν μαζεύονται οι συμπότες) δε θα σας αναγνωριστεί το ελαφρυντικό των ωραίων κειμένων.

    πάντως η μαγική εικόνα είναι αυτή που εννοήσατε προηγουμένως: οι αγκώνες που ίσα που ακουμπάνε στην ακρίτσα του τραπεζιού.
    χαιρετώ σας.

  6. le vert

    more auto me ta matsakia kai tous libero ti to theles?aforita anepitideuta efiviko (astiko).

    me ektimisi
    le fou

  7. Μα φυσικά. Στο πεδίο της μάχης καθείς με τα όπλα του, βυτίο! Και ο καλύτερος ας νικήσει. Έστω και στα σημεία.

    Αντιχαιρετώ σας.

    ΥΓ.
    Πολύ όμορφο το
    «μικρό σχόλιο για την απαισιοδοξία». Το εντόπισα πριν λίγο και η μαγική εικόνα επαναλείφθηκε.

  8. @ le vert,
    τα περί λίμπερο είναι αναπόφευκτα.
    ότι και να λέω, ότι και να διαβάζω, ότι και να ακούω, πάντα ψοφάω για ένα σουτάκι. αυτή είναι η αλήθεια καλώς ή κακώς.

    @ Theorema,
    εντάξει ας νικήσουμε ή ας χάσουμε μαζί στο κάτω κάτω. απ’ τον ανταγωνισμό καλύτερη η παρέα.
    και σας ευχαριστώ βέβαια για τα καλά σας λόγια.

  9. Συμφωνώ απολύτως, βυτίο.
    Το πεδίο της μάχης να είναι ένα τραπέζι, τα όπλα να είναι τα ποτήρια, άντε και μερικές λέξεις, τα σημεία να είναι οι αγκώνες. Και το αποτέλεσμα, εννοείται, η παρέα.
    Ήθελα να συνεχίσω τη μαγική εικόνα του κειμένου σας ως σκέψη και σκηνή.
    Ψοφάω για λίγη παραμυθία, βλέπετε, είμαι κι επιρρεπής στη φαντασία… Τραγικός συνδυασμός 🙂

    Καλό σας βράδυ, βυτίο.

  10. είναι όμορφος συνδυασμός και βγάζει εξαιρετικές ιστορίες.
    κάπως το λέει ο Μπαρτ για αυτούς τους αγκώνες που ακουμπάνε (το γράφω από μνήμης): «μια γιορτή θα έλεγες όχι των αισθήσεων αλλά του νοήματος».
    καλό βράδυ. γύρω από κάποιο φανταστικό τραπέζι θα τα πούμε εμείς οι επιρρεπείς.

  11. Maria Tz.

    Από τα πιο καλά σου κείμενα, κυρίως γιατί ανάμεσα στις λέξεις δε χωράει καμία άλλη.

  12. Είμαι σίγουρη. Και χαίρομαι ιδιαιτέρως με την προοπτική. Ήδη σχεδιάζω το μενού.
    Κάποια προτίμηση?
    Οι συνδαιτημόνες κάνουν το φανταστικό τραπέζι ακόμα πιο άξιο και απολαυστικό.
    Το κρασί κόκκινο, έτσι? 🙂

    Καλημέρες.

  13. α σκεφτηκα μια ωραια εικονα τωρα.
    δυο μποεμ τυποι, αντρας και γυναικα, ισως και περισσοτεροι, ναι ναι περισσοτεροι, δειπνουν συζητωντας για εξεζητημενα θεματα και απολαμβανοντας γκουρμε πιατα στην τραπεζαρια καποιου ωραιου σαλονιου κι οι σκουπιδιαρηδες μπαινουν βιαστικα χωρις να τους κοιταξουν, παιρνουν τα πιατα τους και να ριχνουν επιτοπου στο σκουπιδιαρικο (που παραδοξως κι αυτο εχει μπει μεσα).
    οι μποεμ τυποι συνεχιζουν λες και συμβαινει καθε μερα. μονο που δεν εχουν πια τα πιατα τους

  14. @ Μαρία Τζ.,
    καλώς ήρθατε στο φτωχικό μας. Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Τιμή μας να περνάνε από δω φτασμένοι καλλιτέχνες.
    τώρα αν δε χωράει καμιά άλλη, δεν ξέρω. Πάντως έσβησα πολύ πράγμα, πριν το ανεβάσω.

    @ Theorema,
    το κρασί κόκκινο ευχαρίστως. το μενού το αφήνω σε σας.
    και θ’ ακολουθήσει ο διάλογος:
    «Κρασάκι θ’ ανοίξουμε; »
    (εννοώντας φυσικά «Πάλι ντίρλα θα γίνουμε απόψε»)
    καλό σας βράδυ.

  15. @ fight back,
    η εικόνα σας είναι εξαιρετική.
    ο παιδικός μου συμπαίκτης μπορεί να βουτάει μετά και τους ίδιους τους μπλαζε μποεμ τύπους και να τους πετάει αδιαμαρτύρητα και χωρίς αντίσταση στη μηχανή που όλα τα αλέθει.
    στο τέλος απλά χτυπάει τα γάντια μεταξύ τους, να τα καθαρίσει. κάπως, όσο γίνεται.

  16. Και λοιπόν, και τι έγινε που όλοι προχωρήσανε / τι σε νοιάζει που όλοι πίσω μας αφήσανε;

    Οδυσσέας Ιωάννου στο νέο δίσκο με τον Θάνο Μικρούτσικο. Καλημέρες!

  17. Χμ… Καταλαβαινόμαστε, νομίζω… 🙂

    Σας ευχαριστώ χαμογελώντας.

  18. @ Μάνο,
    ανέφερες δύο ανθρώπους που εκτιμώ ιδιαίτερα.

    (το να σε παρατάνε, περιέχει και κάτι το απελευθερωτικό. όταν νιώθεις ότι εσύ άφησες πίσω κάποιους που δεν ήθελες είναι λίγο ψυχοβγαλτικό.)
    ότι ερχόμουν σε σας.

    @ καλό μου Theorema,
    δεν είναι κατανόηση. είναι συνενοχή. 😉

  19. Σελιτσανος

    Γουρλίδικο το σκουπιδιάρικο : ένα δυο σχόλια ακόμα και θα κινδυνεύετε να γίνετε κ.κ.μοίρης στη θέση του κ.κ.μοίρη!

  20. με συγκινήσατε με το τραγούδι σας
    είχα χρόνια να το ακούσω

    και τώρα νοσταλγώ… ο τσόγλανος.

  21. @ Σελιτσάνε,
    αυτό αποκλείεται. Ένας είναι ο Κ. Κ. Μοίρης.
    (Αν και σε ορισμένα πράγματα, ακολουθώ τα βήματά του,την επόμενη εβδομάδα θα φύγω για τα ξένα).

    @ kopoloso,
    νοσταλγείστε ελεύθερα.
    (και τραγουδείστε δυνατά)

  22. θα σας στείλω ένα σιντί
    μη παιδεύεστε πίσω από σκουπιδιάρικα..

  23. θα περιμένω κύριε Μοίρη. μου φαίνεται το Παρίσι σας αναζωογόνησε κι αρχίσατε τις ευγενικές προσφορές (σ’ αυτές περιλαμβάνονται φυσικά και οι φωτό ωραίων γυναικών).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s