η τσίχλα

Το ψιλόβροχο δεν έλεγε να σταματήσει. Ο ουρανός έσταζε με τον ίδιo ακριβώς ρυθμό επί ώρες. Στην αρχή μπορούσες να περπατήσεις, δεν κινδύνευες να γίνεις μούσκεμα, αλλά όσο περνούσε η ώρα οι λακκούβες στους δρόμους μετατρέπονταν σε μικρές βρώμικες λίμνες, τα νερά των οποίων, οι ρόδες των διερχόμενων αυτοκινήτων εκτόξευαν δεξιά και αριστερά. Τα λεωφορεία αργούσαν, το μετρό είχε σταματήσει λόγω ενός περίεργου ατυχήματος και τα ταξί, ως συνήθως, επέλεγαν προσεχτικά τους πελάτες τους. Είχε κουραστεί εδώ και σαράντα λεπτά να αποφεύγει πότε τα βαλτωμένα νερά και πότε τις απρόκλητες επιθέσεις των οδηγών. Είδε με την άκρη του ματιού του τη φωτισμένη πινακίδα και έπειτα τη στολισμένη με αφίσες γυάλινη πόρτα. Μια μικρή και όμορφη καφετέρια. Μια όαση στο σπαστικό ατελείωτο ψιχάλισμα. Προλαβαίνω να πιω ένα καφεδάκι να ηρεμήσω και λίγο, σκέφτηκε και μπήκε.

Κάθισε στο μοναδικό άδειο τραπέζι, ακριβώς στη μέση του μαγαζιού. Έβγαλε προσεχτικά το βρεγμένο μπουφάν και το τοποθέτησε στη διπλανή καρέκλα. Σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο τασάκι και για μερικά δευτερόλεπτα ονειρεύτηκε τη γεύση του ζεστού καφέ στη μεγάλη κούπα. Έπειτα έβγαλε από τη νωπή τσάντα το βιβλίο του, το άνοιξε και περίμενε να παραγγείλει. Ανάμεσα στους θαμώνες και τους κυνηγημένους απ’ τη βροχή περιφερόταν χαμογελαστό ένα κορίτσι που φορούσε μια μικρή μαύρη ποδιά. Το κορίτσι που σερβίρει, όμορφο και γελαστό, είπε από μέσα του και χάρηκε που ο καιρός τον έστειλε εκεί σήμερα. Της έκανε νόημα να έρθει. Αυτή, ανέκφραστη, προσπέρασε το τραπέζι του. Μάλλον δε θα τον είδε, σκέφτηκε.

Έριξε μια ματιά γύρω του. Κάποια ζευγαράκια, μια αντροπαρέα, δύο κοπέλες στη γωνία, τρεις μεγαλύτεροι στο απέναντι τραπέζι – δύο άντρες και μια γυναίκα- και δύο όμορφες γυναίκες ακριβώς δίπλα του. Εκείνη τη στιγμή το βλέμμα του συναντήθηκε με τη μία απ’ αυτές. Χαμογέλασε και της έγνεψε σαν να τη χαιρετάει. Εκείνη στραβομουτσούνιασε και γύρισε αμέσως στη φίλη της. Σα να είπε κάτι μέσα απ’ τα δόντια της και η άλλη γυναίκα του έριξε ένα περιφρονητικό ή σχεδόν θυμωμένο βλέμμα. Παραξενεύτηκε αλλά δεν έδωσε πολύ σημασία. «Γιατί αντιδρούν έτσι; Βέβαια ίσως να τις παρεξήγησα» σκέφτηκε. Αμέσως τις ξαναχαμογέλασε. Στη χαρούμενη γκριμάτσα του η μια αντιγύρισε μια τρομερά ενοχλημένη γκριμάτσα ενώ η άλλη απλά δυσανασχέτησε.

Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει την εμφανή επιθετικότητα του διπλανού τραπεζιού, είδε μπροστά του να περνάει η σερβιτόρα. Πήρε πάλι το χαμογελαστό του πρόσωπο και πήγε να της απευθύνει το λόγο. Πριν βγει έστω ένα φωνήεν απ’ το στόμα του, το κορίτσι του πέταξε ένα ξερό και απότομο «μισό, έρχομαι» με ένα περίεργο ύφος, που δεν ταίριαζε καθόλου με το υπόλοιπο ευγενικό της παρουσιαστικό.

Ώσπου να διαβάσει μια πρόταση στη σελίδα μπροστά του, έπιασε με την άκρη του ματιού του τη σερβιτόρα να έρχεται προς το μέρος του. Σήκωσε το βλέμμα αλλά αυτή πέρασε από πίσω του χωρίς να δώσει καμία σημασία, προχωρώντας μάλιστα έριξε κάτω το μπουφάν του. Έσκυψε να το πιάσει. Όπως το σήκωνε το ένα μανίκι ίσα που άγγιξε το παντελόνι της μιας γυναίκας του διπλανού τραπεζιού.

«Προσέξτε λίγο κύριε. Αμάν πια. Θέλετε να με κάνετε χάλια; Γλιτώσαμε από τη βροχή για να μας λερώσετε εσείς;» είπε αυτή σχεδόν φωνάζοντας. Πήγε να της απαντήσει κατάλληλα, αλλά πρόσεξε πως όλο το μαγαζί είχε γυρίσει και τους κοιτούσε. Είπε ένα ζορισμένο «με συγχωρείται» και ξανακάθισε. Δεν ήθελε να δώσει συνέχεια. Ήταν φανερό, η κυρία αυτή, ήταν μια αγενής και ξινή κότα, μια απαίσια γεροντοκόρη. Δε θα κέρδιζε τίποτα να ανοίγει καυγάδες. Το θέμα είναι ότι βρισκόταν τουλάχιστον δέκα λεπτά εκεί και ακόμη δεν είχε παραγγείλει.

Είδε την κοπέλα με την ποδιά να κάθεται στο μπαρ και να συζητάει νωχελικά με τον μπάρμαν. Άρχισε να εκνευρίζεται. Σήκωσε το χέρι να τη φωνάξει. Αυτή απάντησε με ένα απροσδιόριστο νεύμα. Περίμενε δύο λεπτά. Δεν μπορούσε να διαβάζει πια περιμένοντας. Ήθελε ένα καφέ επιτέλους. Ξανασήκωσε το χέρι. Το κορίτσι αποκρίθηκε με τη γνωστή κίνηση του χεριού, η οποία συνήθως απευθύνεται (παρέα με ένα ψιτ) σε γατιά . Στη συγκεκριμένη περίπτωση σήμαινε προφανώς κάτι σαν μισό λεπτό. Περίμενε άλλα τρία λεπτά. Έπειτα, εμφανώς εκνευρισμένος, ύψωσε και τα δύο χέρια και τα κουνούσε σα να χαιρετάει κάποιον που επιβιβάζεται στο πλοίο για να φύγει οριστικά. Το κορίτσι με την ποδιά σηκώθηκε απότομα και τον πλησίασε.

«Δε μου λέτε, γιατί κάνετε έτσι; Συμβαίνει κάτι; Τόσο βιαστικός είστε πια που δεν μπορείτε να μου συγχωρήσετε μια ολιγόλεπτη αργοπορία; Γιατί κάνετε σαν τρελός και δημιουργείται ολόκληρο θέμα; Πείτε μου λοιπόν κύριε. Παρακαλώ».

«Κοιτάχτε δεν κάνω σαν τρελός, απλά..»

«Απλά τί;»

«Γιατί είστε τόσο επιθετική, μπορείτε να μου πείτε; Στο κάτω κάτω δικό σας φταίξιμο είναι που..»

«Α, είναι δικό μου φταίξιμο. Συγνώμη λοιπόν, είμαι ένοχη για μια ολιγόλεπτη καθυστέρηση. Τί θα κάνετε; Θα με κρεμάσετε;»

«Μα δεν είπα κάτι τέτοιο, απλά..»

«Απλά κουνάτε τα χέρια σας σαν τρελός, λες και ήρθε το τέλος του κόσμου, λες και σας κάναμε το μεγαλύτερο κακό, λες και έγινε κάτι ανεπανόρθωτο»

«Ανεπανόρθωτο; μα δεν είπα εγώ..»

«Αν είναι έτσι, μισό λεπτό. Θα φωνάξω αμέσως τον κύριο πίσω απ’ το μπαρ, που τυγχάνει να είναι ιδιοκτήτης του μαγαζιού και άρα υπεύθυνος για ό,τι συμβαίνει εδώ μέσα»

«Μα δεν είπα..»

«Έρχεται αμέσως», είπε καθώς έφευγε προς το μπαρ. Τα μάτια της όλη αυτή την ώρα είχαν πάρει ένα αλλόκοτο κόκκινο χρώμα, ενώ στην άκρη των χειλιών της είχαν μαζευτεί μικρές άσπρες ποσότητες σάλιου. Έμοιαζε με αγαναχτισμένη τρελή, με εξοργισμένο οπαδό στην κερκίδα και το μαγαζί ήταν η αρένα της. Αυτός απόρησε, ενώ ταυτόχρονα συνειδητοποιούσε ότι όλο το μαγαζί είχε σωπάσει και περίμενε τη συνέχεια της υπόθεσης. Ένιωσε πάνω του θυμωμένα βλέμματα, σχεδόν έβλεπε απειλητικές χειρονομίες απ’ τις γυναίκες του απέναντι τραπεζιού, ενώ ένας απ’ την αντροπαρέα έσφιγγε τη γροθιά του. Νόμιζε πως άκουγε τα δόντια του να τρίζουν.

Κοίταξε προς το μπαρ. Ο άντρας που τόση ώρα έφτιαχνε τους καφέδες των άλλων πλησίαζε προς το μέρος του. Ήταν ένας ψηλόλιγνος άντρας, ξανθός με γουρλωμένα μάτια και μεγάλες φλέβες που φαίνονταν έντονα στο λαιμό και τα χέρια του. Τα βήματά του ήταν αργά και σίγουρα. Παρατήρησε ότι φορούσε μαύρα λουστρίνια, τα οποία ήταν απροσδόκητα καθαρά και γυαλιστερά. Δε βγήκε καθόλου όλη μέρα, σκέφτηκε, ή χρησιμοποιούσε άλλα παπούτσια για να πατήσει στα μουσκεμένα πεζοδρόμια. Η μουσική στο μαγαζί είχε σταματήσει κάπως απότομα είναι η αλήθεια και αυτός τώρα ένιωθε σαν σε ταινία που ο ηθοποιός περπατάει σε αργή κίνηση και ο ήχος επικεντρώνεται σε ένα και μοναδικό σημείο. Το σημείο αυτό ήταν το δυνατό, σχεδόν εκκωφαντικό τρίξιμο των πεντακάθαρων μαύρων παπουτσιών του ιδιοκτήτη του μαγαζιού.

«Τί συμβαίνει κύριε; Τί τόσο σοβαρό σας συμβαίνει που περιφρονείται την κοπέλα και ζητάτε να μιλήσετε μόνο σε κάποιον υπεύθυνο; Γιατί κάνετε όλη αυτή τη φασαρία;»

«Ποιά φασαρία; Ποιός ζήτησε να μιλήσει στον υπεύθυνο; Δεν έκανα καμιά..»

«Κατ’ αρχάς μη φωνάζετε κύριε. Σας ακούμε όλοι μια χαρά»

Ο ιδιοκτήτης είχε ακουμπήσει τα χέρια του στο τραπέζι και είχε σκύψει ολόκληρος από πάνω του. Είδε ότι τα μαύρα παπούτσια του ακουμπούσαν σχεδόν πάνω στα δικά του που είχαν γίνει πια καφέ απ’ τα βρομόνερα που είχε πατήσει πριν. Σκέφτηκε ότι θα τα λερώσει. Κρίμα όμως να πάει στράφι τέτοια γυαλάδα.

Όταν τον ξανακοίταξε, είδε ότι ο ξανθός κύριος, αυτός ο ξερακιανός με τις φλέβες που πάλλονταν έτοιμες να σπάσουν, είχε κολλήσει τα μούτρα του στο πρόσωπό του. Η ανάσα του μύριζε βότκα ανακατεμένη με κάποιο άλλο άγνωστο είδος αλκοόλ. Τραβήχτηκε απότομα πίσω. Κατά την αντανακλαστική αυτή κίνηση, ίσα που ακούμπησε το σαγόνι του ιδιοκτήτη με το πάνω μέρος των μαλλιών του. Εκείνος γούρλωσε αμέσως τα μάτια και μισόκλεισε το στόμα αφήνοντας μισή βρισιά να φύγει ανάμεσα απ’ τα αραιά του δόντια.

«Είστε καλά; Προσπαθείτε να με χτυπήσετε;»

«Εγώ; Να σας χτυπήσω;» Δε μιλούσε πια, μάλλον ψέλλιζε τις λέξεις του.

«Πάτε να με χτυπήσετε;» συνέχισε ο άλλος ουρλιάζοντας πια και αφήνοντας τη λύσσα που έκρυβε, όχι καλά είναι η αλήθεια, κάτω απ’ τη γλώσσα και μέσα στο άσπρο των ματιών του να βγει όλη έξω.

Κοίταξε γύρω του. Τα φώτα στο μαγαζί είχαν χαμηλώσει, με τον ίδιο αλλόκοτο τρόπο που είχε χαθεί ξαφνικά και η μουσική. Οι άλλοι πελάτες ήταν ανασηκωμένοι. Ένας απ’ την αντροπαρέα είχε πλησιάσει πολύ απ’ την άλλη μεριά τραπεζιού. Βρισκόταν σ’ ένα παράξενο κλοιό. Δεν ήξερε τί να πει. Φοβόταν, αλλά δεν μπορούσε να πιστέψει όλο αυτό που συνέβαινε. Έπρεπε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια.

«Μα σας παρακαλώ. Ας μην το παρακάνουμε, πρόκειται προφανώς..»

«Μα πώς του επιτρέπετε επιτέλους;» τσίριξε η γυναίκα του διπλανού τραπεζιού. Στεκόταν στις μύτες. Τα μαλλιά της είχαν ανασηκωθεί λες και την είχε μόλις διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Η φωνή της ακόμη αντηχούσε, σα να έσκαγε με πάταγο στους κόκκινους τοίχους της σκοτεινής πια καφετέριας. Αυτός δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο. Πιο πολύ από ένστικτο τράβηξε πίσω την καρέκλα να σηκωθεί. Δεν κατάφερε να σταθεί όρθιος όμως, αφού η τσάντα μιας γυναίκας, που καθόταν τόση ώρα ανέκφραστη και σιωπηλή μαζί με τον άντρα της, προσγειώθηκε στο πρόσωπό του. Ένιωσε το αίμα που έτρεχε πάνω στα ούλα του και το κρύο πλακάκι που ακούμπησε το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ήταν ξαπλωμένος κάτω και οι υπόλοιποι είχαν σχηματίσει ήδη ένα κύκλο γύρω του.

«Κάποιος να κλειδώσει την πόρτα» φώναξε το κορίτσι με την ποδιά. Δεν κατάφερε να δει με σιγουριά, αλλά αυτός που γύρισε το κλειδί πρέπει να ήταν ο άντρας που τόση ώρα έσφιγγε τη γροθιά του. Ο ψηλόλιγνος άντρας, σαλταρισμένος πια εντελώς, στάθηκε ακριβώς από πάνω του. Έπειτα σήκωσε το πόδι ψηλά και το κατέβασε με όλη του τη δύναμη πάνω στο σαγόνι του. Την ώρα που το πόδι αιωρούνταν ακόμη στον αέρα, εκείνος πεσμένος στο πάτωμα και ματωμένος, άνοιξε το στόμα του σαν κάτι να ήθελε να πει. Δε θα φώναζε έλεος, βοήθεια ή κάτι άλλο παρόμοιο κι απελπισμένο. Ήθελε απλά να πει ότι εκείνο το απίθανα καθαρό παπούτσι, εκείνο το αψεγάδιαστο λουστρίνι είχε κολλημένη στη σόλα του μια ροζ, σκονισμένη τσίχλα.

Δεν πρόλαβε βέβαια να μιλήσει, χαμογέλασε όμως με την ατέλεια και την απροσεξία του παράφρονα, με τρόπο που εκνεύρισε ακόμη περισσότερο τον ξανθό ιδιοκτήτη, που έβαλε πια όλη του τη δύναμη και τη λύσσα σ’ αυτήν την κλοτσιά. Έμεινε ξαπλωμένος μ’ αυτό το σβησμένο χαμόγελο, δείγμα μιας εντελώς αδικαιολόγητης αίσθησης ελάχιστης εκδίκησης και το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το καλογυαλισμένο μαύρο παπούτσι του ξανθού ιδιοκτήτη να έρχεται κατά πάνω του.

Advertisements

12 Σχόλια

Filed under παρένθεση

12 responses to “η τσίχλα

  1. ε

    τελικα ο ιησους ζει. και μαλιστα αναμεσα μας.
    αυτη η ροζ τσιχλα κολλησε στον εγκεφαλο μου παντως.

  2. Ωραίο κείμενο! Το «ακούω» και με μουσική υπόκρουση…
    Δεν περνάς από το http://www.radiobubble.gr να κάνεις καμιά εκπομπούλα;

  3. φαίδρα φις

    μοιραίες που είναι οι τσίχλες ενίοτε…
    ευτυχώς που δεν ήταν τσιχλόφουσκα

    καλημέρα

  4. Διάολε, κλοτσιά το κείμενό σου. Στην ατσαλάκωτη καλωσπρεπισμένη μικρόνοη καθημερινότητα της σιχαμερής μεσαίας τάξης.

  5. le vert

    oreo afigimatiko ifos apilagmeno apo otidipote periploko kai axristo. tha lega oti to xe grapsi o balzac i kapios tou ifous tou. malon prepi na gini ena vivlio se anipopto xrono giati den exis to dikaioma na mas kovis eki pou diavazoume.
    bisous de Toulouse

  6. Σελιτσανος

    Εμένα πάλι γιατί μου θυμίζει Κάφκα;

  7. @ ε,
    ξεκολλήστε την αμέσως.
    (και τώρα με κάνετε να αναρωτιέμαι πώς γράφεται αυτός ο θόρυβος)

    @ ροδιά,
    το έχω σκεφτεί και μ’ αρέσει σαν ιδέα. και πολύ μάλιστα. αλλά ακόμη δεν έχω ακούσει καν κάποιες προηγούμενες εκπομπές που θέλω απ’ το radiobubble.
    αφήστε που πριν βγει στα μικρόφωνα ο κ. Μοίρης, διστάζω να κάνω εγώ τέτοια κίνηση.

    @ φαίδρα φις,
    είναι γεγονός. Όλα ξεκίνησαν από μια τσιχλόφουσκα σε ένα καθαρό παπούτσι.
    καλημέρα σας

  8. @ μάνο,
    υποτίθεται ότι ήθελα κάπου να οδηγηθώ, για την την καθημερινή παράλογη βία και άλλα τέτοια μεγαλεπήβολα κλπ αλλά τελικά δεν μου πέτυχε το γλυκό όπως το ήθελα. αντί να οδηγώ τις λέξεις με πάνε αυτές.

    @ le vert,
    bisous επίσης.
    και βέβαια ποιός τη χάρη σου. Εσύ Τουλούζ κι εμείς Πατησίων. γύρνα πίσω αμέσως.

    @ Σελιτσάνε,
    θα ήθελα να σας θυμίζει μια τέτοιου είδους ατμόσφαιρα, οπότε σας ευχαριστώ.
    υγ. φανταστείτε ραδιοφωνική εκπομπή «οι ποδηλάτες» από το γνωστό δίδυμο και εσείς με τηλεφωνική παρέμβαση να τους επαναφέρετε στην τάξη.

  9. Μια χαρά!… Δες το ίδιο έπαθα κι εγώ με τις λέξεις στο επάνω σχόλιο.

  10. ε ας πούμε ότι το σχόλιο έχει μια γεύση προφορικής θυμωμένης αυθόρμητης αντίδρασης.
    όπως μας αρέσει δηλαδή.

  11. θα ταν άραγε εξίσου συναρπαστική η εξέλιξη της ιστορίας αν επρόκειτο για ένα ξανθό παπούτσι του μαύρου ιδιοκτήτη ;

  12. τώρα που το σκέφτομαι μάλλον θα ήταν καλύτερη. απλά η τσίχλα θα έπρεπε να είναι άλλου χρώματος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s