κάτω απ’ το μαξιλάρι*

Το μεσημέρι καθόμουν σ’ ένα ραντζάκι κάτω απ’ την καρυδιά. Το προηγούμενο βράδυ κάποιος ντόπιος έλεγε πόσο ωραία θα γίνει η Βοϊδοκοιλιά σε λίγα χρόνια. Θα έχει μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, γήπεδα γκολφ και ιδιοκτήτες κότερων που θα διασκεδάζουν πλάι σε υπέροχες πισίνες. Ο δρόμος απ’ την Πύλο προς την παραλία θα αλλάξει, θ’ ανέβει πιο πάνω μιας και ο επιχειρηματίας έχει ήδη αγοράσει όλη την περιοχή. Θα προσελκύσει έτσι τον πολύ καλό τουρισμό που τώρα περνάει τα καλοκαίρια στην Ισπανία κι αλλού.

Αναρωτιέμαι τί θα γίνει το ταβερνείο που τρώγαμε το προηγούμενο μεσημέρι στη Γιάλοβα. Αναρωτιέμαι αν μπορείς να κρατήσεις τις αναμνήσεις, άμα δεν υπάρχει πια ο ίδιος ο τόπος.

Δυο τρεις μέρες πριν, σε παραλία κοντά στην Καλαμάτα μια οικογένεια φεύγοντας, ξεχνάει τη μπλούζα του μικρού. Μετά από λίγη ώρα φτάνει ένας κύριος, ψάχνει δεξιά αριστερά, δεν υπάρχουν πολλές άδειες θέσεις στην κατ’ όνομα μόνο αμμουδιά. Καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει κανείς σ’ εκείνο το σημείο και ξαπλώνει στη διπλανή τεντώστρα. Κάνει τη βουτιά του, στεγνώνει και ξαναβουτάει. Έπειτα αποφασίζει να φύγει. Βάζει τη μπλούζα του και μαζεύει την πετσέτα του. Κοιτάζει λίγο καχύποπτα τριγύρω να σιγουρευτεί ότι κανείς δεν παρατηρεί. Τότε αρπάζει την παιδική μπλούζα που είχαν ξεχάσει οι προηγούμενοι και σκουπίζει τα πόδια του. Με το ύφασμα παίρνει καλά όση άμμο είχε μαζευτεί ανάμεσα στα δάχτυλα και βάζει τα παπούτσια του. Μετά παίρνει το πατσαβούρι που χρησιμοποίησε και ρίχνοντας άλλη μια ματιά το κάνει κουβάρι και το πετάει κάτω απ’ την ξαπλώστρα. Σηκώνεται αρχοντικός, ήσυχος και μαυρισμένος και φεύγει.

Καθόμουν σ’ ένα ραντζάκι κάτω απ’ την καρυδιά. Είναι μεσημέρι, κάνει ζέστη, αλλά έχει ένα επίμονο αεράκι που κάνει την αυλή να μοιάζει με μαγικό τοπίο. Μετά από προτροπή του Β. διαβάζω το Λευκό Θόρυβο του Ντελίλο. Είχε δίκιο, όσο ποτέ άλλοτε. Γυρνάω τις σελίδες και περιτριγυρίζομαι από ένα έρημο τοπίο. Οι λέξεις στάζουν στα χέρια μου λίγο απ’ το θάνατο, που είναι πάντα διαολεμένα παρών. Υπάρχουν πολλών ειδών θάνατοι θα μου πεις.

Στην Ίο ξημερώματα. Περπατάμε, προσπερνάμε το δωμάτιο και συνεχίζουμε μέχρι να μας βρει η μέρα. Οι παραλίες στο Σούνιο, τα καλύτερα ξενοδοχεία. Στρώνουμε πετσέτες και κοιμόμαστε, μέχρι να ξυπνήσουμε ιδρωμένοι. Η γεύση απ’ τα σουτζουκάκια στον Τούρκο στην Κομοτηνή. Στα φαναράκια στην Ξάνθη δε μπορώ να θυμηθώ καν τί ήταν αυτό που μου άρεσε. Μου λες σε κάθε γωνία, σε κάθε λέξη υπάρχει ένας μικρός θάνατος.

Εκείνοι οι έρωτες που χάθηκαν οριστικά. Η πιθανότητά τους έρχεται τώρα με τη μορφή σφυριού που πέφτει με ορμή πάνω σε δεκάδες άδειες κατσαρόλες. Έρχεται κάτι βράδια που κοιμάσαι νωρίς και εξαπολύει λεκτικές οβίδες και απανωτές ερωτήσεις. Θυμάσαι που την κοίταζες να έρχεται με μια τσάντα γεμάτη βιβλία και φωτοτυπίες; Θυμάσαι τότε που κλείστηκε απ’ έξω και δεν ήθελε να φέρει τον κλειδαρά; Μα και ποιός τη θέλει πια αυτή την κρύα, την έρημη γκαρσονιέρα;Ένα βράδυ έπινε βότκα μόνη της μέχρι αργά.  Μια φορά ανέβηκε στο ποδήλατο και σου έγνεψε αντίο. Δεν κατάλαβες ότι αυτήν ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπες. Τουλάχιστον να κράταγες τη μορφή της, την εικόνα της καθώς έφευγε. Υπάρχουν κι άλλες πολλές στιγμές μου λες.

Είμαστε μεθυσμένοι στο καφενείο στα Εξάρχεια και χαζογελάμε και στα μάτια του απέναντι διακρίνεις εκείνη την υποψία ότι η ώρα πέρασε. Η παρέα που έδειχνε αιώνια κι ανίκητη ετοιμάζεται τώρα να ομολογήσει την υποταγή στο χρόνο. Βλέπεις πίσω απ’ τις άδειες μποτίλιες, πίσω απ’ τον αφρό της μπύρας, πίσω απ’ το κούφιο σου χαμόγελο μια απόσταση που ξέρει μόνο να μεγαλώνει. Στην Κω έπαιρνα υπηρεσιακό για τέσσερις ώρες. Πήγαινα στην προβλήτα που φεύγουν τα πλοία. Καθόμουν εκεί που δένουν τα καράβια γεμάτα φαντάρους και τουρίστες και άκουγα στα ακουστικά κάτι παλιά της Αλεξίου. Λες και δε μου έλειπαν οι καφέδες, το φαΐ, τα ποτά, οι άνθρωποι. Σε λίγες ώρες η αναπόφευκτη επιστροφή, το βάρος που πίεζε ακατάπαυστα το στήθος μου εδώ και βδομάδες.

Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις.
Είναι στον ουρανό μια σιδερένια
μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει
μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει.

Απογεύματα σαν στίχοι του Καρυωτάκη.

Φέρναμε βόλτες με τη Μ. στην πλατεία Ειρήνης και παρατηρούσαμε τους φοιτητές που φλέρταραν με τη νύχτα, τον έρωτα ή το χαμό. Παντρεύτηκε ένα Σάββατο, οι άλλοι έλειπαν. Κανείς δεν καταλάβαινε τις λεπτομέρειες του χρόνου. Οι λεπτομέρειες έμοιαζαν σκοτωμένα δευτερόλεπτα, αποσκευές παλιές, χαλασμένες, μα ποιός τολμάει να τις πετάξει;

Σε τόσα σπίτια παντού τα ίδια. Τα νέα φτάνουν σα σύγκρουση με φορτηγό ή σαν μια άδεια, συνηθισμένη κουβέντα στο τηλέφωνο. Ποιός; Σοβαρά; Πότε; Στην κουζίνα γύρω απ’ το τραπέζι οι καρέκλες λιγοστεύουν. Αδειάζει ο χώρος. Κι αυτοί που μένουν δεν αντέχουν πια ο ένας τον άλλον.

Καθόμουν σ’ ένα ραντζάκι κάτω απ’ την καρυδιά. Διάβαζα εκείνο το βιβλίο του Ντελίλο. Ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι που κλαίνε χωρίς λόγο. Ξαφνικά και χωρίς να συμβεί κάτι ιδιαίτερο. Τους πιάνει την ώρα που περπατάνε στο πλάι της λεωφόρου ή όταν ξεκλειδώνουν την πόρτα. Ακόμα την ώρα που βγαίνουν απ’ το σινεμά ή όταν οδηγούν με 120χλμ και ψάχνουν ένα λόγο να πατήσουν φρένο στην επόμενη στροφή.

* απ’ το ομώνυμο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου

Advertisements

13 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

13 responses to “κάτω απ’ το μαξιλάρι*

  1. »Ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι που κλαίνε χωρίς λόγο. Ξαφνικά και χωρίς να συμβεί κάτι ιδιαίτερο.» μπα σε καλό σου βρε…με συγκίνησες

  2. Αυτό εδώ διέτρησε την πρωινή μου πανοπλία.

  3. @ gasireu0007,
    αναγνωρίσατε κάποιον;
    αναρωτιέμαι πού να οφείλεται ένα τέτοιο κλάμα. μαζεμένες πικρές στιγμές; ή μήπως μιλάμε για εκείνο το γενικότερο, αόρατο και παράλογο βάρος που κουβαλάμε παντού και πάντα;

    @ helion,
    χαίρομαι γι’ αυτό.
    προσοχή όμως. χωρίς όλες αυτές τις πανοπλίες και τα αμυντικά συστήματα η καθημερινή συναναστροφή μοιάζει σα να οδηγείς προσπαθώντας να αποφύγεις οχήματα που επιχειρούν συνεχόμενες τυφλές προσπεράσεις. η σύγκρουση καταλήγει αναπόφευκτη.

    μερικές φορές πιστεύω ότι μπορώ να γίνω πολύ μα πάρα πολύ μελό.

  4. Σελιτσανος

    «μερικές φορές πιστεύω ότι μπορώ να γίνω πολύ μα πάρα πολύ μελό.»

    Γίνετε όσο θέλετε.Εμένα προσωπικά δε με πειράζει καθόλου.Το αντίθετο θα έλεγα…

    Θα χρησιμοποιούσα τη λέξη νοσταλγία αλλά φοβάμαι ότι θα αδικούσα το κείμενο.

    (Με την αναφορά στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς ξύνετε πληγές…).

  5. εγώ τους αγαπώ πολύ «αυτούς τους ανθρώπους»

    (αγαπητό βυτίο, νομίζω πως το νερό της Ξάνθης σου ‘κανε τελικά πολύ καλό)

  6. @ Σελιτσάνε,
    μ’ αρέσουν πολύ τα δράματα είναι γεγονός. σε σημείο υπερβολικό.
    για τη Βοϊδοκοιλιά όλα αυτά (και μερικά ακόμη) τα άκουσα και σοκαρίστηκα. Δεν ξέρω αν ισχύουν, θέλω να το ψάξω λίγο, αλλά απ’ ότι φαίνεται σε λίγο καιρό απ’ την Τρίπολη και κάτω θα γίνει ένας μικρός χαμός. Ο ίδιος κύριος πάντως μας έλεγε πόσο πολύ τον στενοχωρεί που ακόμα δεν έχει εκμεταλλευτεί κάποιοςτην Ελαφόνησο ή τη Φοινικούντα.
    δύσκολα πολύ τα πράγματα.

    @ Niemandsrose,
    σ’ ευχαριστώ πολύ.

  7. @ κ. Μοίρη,
    λέτε να φταίει το νερό; έχω την ξαδερφούλα μου ακόμη πάνω. θα της πω να μου φέρει κανένα μπουκάλι κατεβαίνοντας.

    («αυτούς τους ανθρώπους» κι εγώ τους αγαπώ)
    χαιρετώ τον θεατράνθρωπο κ. Μοίρη.

  8. Σελιτσανος

    Για μια πρώτη προσέγγιση δείτε αυτό:

    http://panosz.wordpress.com/2008/09/01/gialova-15/

  9. ευχαριστώ Σελιτσάνε. ωραίο κείμενο.
    συνεπώς θα έπρεπε να τους έχει φοβηθεί το μάτι μου από καιρό.

  10. Την ομορφιά την φαντάζομαι σαν μια μολότωφ που κάνει με υπόκωφο σαματά συντρίμμια την βιτρίνα μιας τράπεζας ή σαν μια μύτη κολλημένη στο τζάμι κάποιου χειμώνα.

    Να πετιέσαι λέει από τη στροφή εκείνη παίρνοντας φόρα και διαλύοντας με το κεφάλι σου τα κρύσταλλα της λογικής και να σφυρίζει ο αέρας ανάμεσα στα αυτιά σου, να αμφισβητείς το φυσικό πέταγμα των πουλιών και η ταχύτητα όλο και να αυξάνει, να δακρύζουν τα μάτια σου, να την κάνουν προς τα πάνω και να εκμηδενίζεις την βαρύτητα.

    Να μιλάς με σήματα Μορς όλα τα mayday της ζωή σου, να σκαρφαλώνεις τις μάντρες της παιδικής σου ηλικίας , να κάνεις τούμπες ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, σε σφυρίγματα ανέμων και να ρουφάς εκτάσεις πολύχρωμων λουλουδιών που χώνωνται μέσα σου και φωσφορίζουν.

    Να κοιτάς μόνο πάνω στον ουρανό που όλο μεγαλώνει και να έχεις το νου σου μη και τον χάσεις.

    Κάτω από το στρώμα, αγαπητό μου βυτίο.

    Σέβη.

  11. Τι άλλο θέλουν να της κάνουνε πια της Φοινικούντας; Σπιθαμή άχτιστη δεν έχει μείνει.
    Διάβαζα το ποστ και σκεφτόμουν (στην αρχή): χμμ, η Βοϊδοκοιλιά στον δρόμο που χαράχτηκε στην Φοινικούντα. Και μετά στα σχόλια, διαβάζω: «ανεκμετάλλευτη» κατά την άποψη του εκμεταλλευτή η Φ. Τα ῾χασα.

  12. @ καλό μου χνούδι,
    τί να πω τώρα; διάβασα το σχόλιο χτες αργά (ίσως να είχα πιεί και μια δυο ρακές) και έμεινα να το κοιτάζω για ώρα.
    να γράφεις λοιπόν τα σύμφωνά σου, να πέφτεις σ’ όλους τους γκρεμούς και το κοντέρ να χαμογελάει , να επαναλαμβάνεις στον ύπνο την πρώτη σου πρόταση και στον ξύπνιο να μην την ξεχνάω.
    να απλώνεις τις λέξεις σου ξανά και ξανά.
    σε ευχαριστώ.

    @ μαύρο χάλι,
    μάλλον ο ενλόγω κύριος εννούσε περισσότερο ότι άργησαν πολύ να εκμεταλλευτούν τη Φοινικούντα και πάλι «δεν επένδυσαν στην ανάπτυξή της» τόσο όσο θα έπρεπε.
    αλλά είναι να τα χάνεις. αυτός ονειρευόταν ομελέτες για πρωινά και γκαζόν να απλώνει την κορμάρα του. και μουσικές απ’ τα παραθαλάσσια μπαρ κλπ.
    και στο τέλος απορώ αν θα μείνει έστω 1 στρέμμα χωρίς τσιμέντο σ’ αυτό το μέρος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s