η σκάλα

Τώρα είχε σταματήσει σ’ ένα σκαλοπάτι ανάμεσα στο δεύτερο και τον τρίτο όροφο. Ακουμπούσε το δεξί της χέρι και στηριζόταν στον τοίχο, γυρεύοντας σ’ αυτό το παλιό ντουβάρι, σ’ αυτήν την άθλια κατασκευή, κάτι να την κρατήσει. Μπορεί κάτι να υπήρχε εκεί μέσα, κάτι που παρόλα τα χιλιάδες δράματα, τα χειρουργεία και τα, σκεπασμένα με σεντόνια, πτώματα να μπορεί ακόμη να στέκεται όρθιο.

Ιπποκράτειο νοσοκομείο, 4ος όροφος, δωμάτιο 441. Δυο βδομάδες κάθε μέρα στην ίδια άβολη και βρώμικη καρέκλα. Να κρατάει το χέρι και το κουράγιο της μάνας, που έπαιζε με τις πιθανότητες της ηλικίας της. Όταν την έφεραν, μ’ ένα αμήχανο τηλεφώνημα, στο νοσοκομείο, εκείνη ήταν σχεδόν σίγουρη ότι θα ερχόταν αντιμέτωπη με κάτι οριστικό και αμετάκλητο. Έσερνε τα πόδια της στις κυλιόμενες του μετρό και στα πεζοδρόμια, αδυνατώντας να τρέξει ή έστω να περπατήσει με τη στοιχειώδη βιασύνη. Ρώτησε με δυσκολία κάποιες νοσοκόμες και μετά από λίγα λεπτά βρέθηκε στην αίθουσα αναμονής ή καλύτερα σ’ ένα αποστειρωμένο τοπίο, με φως τόσο εκτυφλωτικό ώστε ακόμη και τυφλοί να μπορούν να δουν καθαρά την αγωνία και την ερημιά. Σαν υπόδικος που περιμένει τους τυπικούς και βαριεστημένους δικαστές ν’ αποφασίσουν, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά ευλαβικά να αφήσει κάθε ελπίδα στα χέρια και τις ορέξεις κάποιας μακρινής και άγνωστης φιγούρας. Ύστερα ήρθαν οι άλλοι, γεμίζοντας τις καρέκλες γύρω της και λίγο αργότερα το άγχος μετατράπηκε σε ανακούφιση με τη μορφή της απλής και φοβερής φράσης : «όλα θα πάνε καλά».

Οι μέρες πια κυλούσαν όλο και πιο ήρεμα, κάνοντας παρέα στη μάνα της και ρωτώντας τους γιατρούς κάθε πιθανή κι απίθανη απορία. Το δωμάτιο, γεμάτο με εγγόνια, περιοδικά, λουλούδια και γλυκά, μοιράζονταν η μάνα της με άλλη μια κυρία. Η κυρία Ζωή, η οποία έκανε εξετάσεις και ακόμη κανείς δεν ήταν σίγουρος για το είδος της ασθένειας που έτρωγε τις μέρες της και κερνούσε κάθε τόσο αφόρητους πόνους. Οι γιοί της έκαναν ό,τι μπορούσαν. Της έδιναν κουράγιο, της μιλούσαν, της έλεγαν αληθινά και φανταστικά κουτσομπολιά που θα της έφτιαχναν το κέφι. Οι γιατροί όμως με ύφος που δε σήκωνε την ελάχιστη αισιόδοξια, έλεγαν ότι χρειάζονταν μερικές ακόμη εξετάσεις για να καταλάβουν.

Μέσα στο γενικό χαμό κι όταν η μάνα της ασχολιόταν με τις ζωγραφιές ή τα τεράστια προβλήματα της εγγονής της (ας πούμε το κατά πόσο το γαλάζιο είναι πράγματι το ωραιότερο χρώμα), πήγαινε δίπλα στην κυρία Ζωή και πιάνανε την κουβέντα. Τίποτα το ιδιαίτερο, γενικόλογες συμβουλές και συνηθισμένες ανησυχίες για τα μικρά. Σιγά σιγά μιλούσαν όλο και πιο πολύ κι έτσι εκείνη ανέπτυξε μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τη συγκάτοικο της μητέρας της.

Το πρωί που θα έφευγαν, η κυρία Ζωή έλειπε από ώρα στους κάτω ορόφους για ενέσεις, ακτινογραφίες και κάθε είδους εξετάσεις. Αφού μάζεψαν όλα τα πράγματα και ετοίμασαν βιβλιάρια, εξιτήρια και την υπόλοιπη χαρτούρα, περίμεναν να φέρει ο άντρας της το αυτοκίνητο ακριβώς στην είσοδο του νοσοκομείου. Έριχνε συνέχεια ματιές έξω απ’ την πόρτα και μέχρι την άκρη του διαδρόμου. Πουθενά δε φαινόταν η άρρωστη ή έστω κάποιος από τους γιούς της, να μάθει μήπως είχαν κάποιο νεότερο ή έστω να την χαιρετήσει. Χτύπησε το τηλέφωνό της. Της είπε να κατέβουν. Έπιασε τη μάνα της, τη βοήθησε να καθίσει καλά στο καροτσάκι και αφού έριξε μια τελευταία ματιά στο δωμάτιο, την οδήγησε μέχρι το ασανσέρ.

Κοιτάζοντας το σοβά που ανέβαινε προς τα πάνω, σκεφτόταν να πατήσει πάλι το κουμπί που αντιστοιχούσε στον τέταρτο όροφο. Να πάει πίσω και να ρωτήσει τι έγινε. Να μάθει και να αποχαιρετήσει τη φίλη της. Ξαφνικά εκεί, μεταξύ πρώτου και ισογείου, της ήρθε αυτή ακριβώς η λέξη. Η φίλη της. Στο ισόγειο περπάτησε αργά σαν να μετεωριζόταν σε κάθε βήμα της μεταξύ εξόδου και τετάρτου ορόφου. Έφτασε έξω, είδε το αυτοκίνητό τους. Βάλανε μαζί μέσα τη μάνα της. Έκανε λίγο πίσω σα να ήταν έτοιμη να τρέξει πάλι μέσα στο νοσοκομείο, στους διαδρόμους, στις σκάλες και να μάθει τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Δίστασε πάλι. Η φωνή του άντρα της ακούστηκε αχνά απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Ήθελε να ανέβει πάλι πάνω. Ήθελε να χαιρετήσει τη φίλη της. Ήθελε να ακούσει καλά νέα. Μπήκε στο αμάξι, ένοχη γιατί βαρέθηκε να ανέβει 4 πατώματα, αλλά και με τη σκέψη πως αύριο μπορεί να ξανάρθει, να περάσει από κει και να κάνει έκπληξη σ’ αυτή τη γυναίκα, που δύο βδομάδες φάνηκαν αρκετές για να μπορέσει έστω και από μέσα της να την αποκαλεί φίλη της. Αύριο, σκέφτηκε και ηρέμησε.

Το επόμενο πρωί πήγε ξανά στο νοσοκομείο. Καθώς πλησίαζε στο συγκεκριμένο κτίριο που βρισκόταν η κυρία Ζωή, ένιωθε μια παράξενη αγωνία. Φοβόταν για ό,τι θα άκουγε σα να βρισκόταν ακόμη στην ίδια αίθουσα αναμονής, όπως 2 βδομάδες πριν, περιμένοντας την είδηση για κάποιο δικό της άνθρωπο. Δεν μπορούσε να στέκεται ακίνητη μπροστά στο ασανσέρ, έτσι άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Σκεφτόταν ότι θα έδινε μεγάλη χαρά στην κυρία Ζωή, πηγαίνοντας να τη δει. Το έβλεπε σαν μια ευγενική χειρονομία, σχεδόν σα μια ευεργεσία. Έτσι θα έπρεπε να ενεργεί πιο συχνά. Να προτάσσει τη φιλία, ή μάλλον γιατί να μην το πει ξεκάθαρα, την αγάπη της. Γιατί τί άλλο είναι η αγάπη αν όχι ένα δόσιμο χωρίς ανταμοιβή; Σε λίγο, φτάνοντας, θα έκανε το σπουδαιότερο δώρο, θα χάριζε την παρουσία της, τον ίδιο της το χρόνο, σε μια φίλη της. Χωρίς να αναζητεί κάποια πληρωμή ή ανταπόδοση, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να κάνει το παραμικρό. Πατώντας στο πλατύσκαλο έξω από τη μονάδα εντατικής θεραπείας, δηλαδή στον πρώτο όροφο, ένιωθε ότι αγωνιούσε και νοιαζόταν για την κυρία Ζωή, ένιωθε ότι η κυρία Ζωή ήταν ένας αληθινά δικός της άνθρωπος.

Στάθηκε λίγο να πάρει ανάσα, τα σκαλιά την είχαν κουράσει. Τις προηγούμενες μέρες παρατηρούσε την συμπεριφορά της μεγάλης της κόρης. Ερχόταν τακτικά στο νοσοκομείο. Ρωτούσε με ενδιαφέρον τα νέα της γιαγιάς της. Της έκανε παρέα και βοηθούσε σε ό,τι προέκυπτε. Όμως μπορούσε να διακρίνει ότι σε όλα υπήρχε μια απόσταση. Αγαπούσε τη γιαγιά της, δεν υπήρχε αμφιβολία. Αλλά δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη σχέση ανάμεσά τους. Οι αλλεπάλληλες γέννες είχαν ιδρύσει ένα επιβαλλόμενο δεσμό, μια αγάπη σχεδόν αναγκαστική. [Ο Κούντερα, στις Προδομένες Διαθήκες, αναφέρει ότι στα ισλανδικά οι οικογενειακοί δεσμοί λέγονται fjölskyldabönd (ετυμολογικά skylda: υποχρέωση, fjöl: πολλαπλή), δηλαδή νήματα πολλαπλών υποχρεώσεων.]

Έτσι η κόρη της, παρόλο που είχε πολλές ερωτήσεις για το παρελθόν της οικογένειας ή για τον από καιρό πεθαμένο παππού, δεν ρωτούσε ποτέ τη γιαγιά της. Έμοιαζε να βαριέται την πιθανότητα του αραδιάσματος πληροφοριών. Αυτή ήλπιζε σε μια μεγάλη αφήγηση. Έτσι δεν είναι παράδοξο αν πούμε ότι αγαπούσε περισσότερο τον παππού που δε γνώρισε, παρά τη γιαγιά που τη μεγάλωσε. Όπως και να το κάνουμε είναι ευκολότερο να συνομιλείς με τους πεθαμένους. Ακούς μόνο τις ιστορίες που θες να ακούσεις, φαντάζεσαι νιάτα, δύσκολους έρωτες και βάσανα που ο χρόνος έκανε να ξεθωριάσουν. Αντίθετα οι εξιστορήσεις της γιαγιάς σήμαιναν μεγάλα διαλείμματα, ανιαρές παύσεις, αντιφάσεις, επαναλήψεις και ακόμα χειρότερα άσπρα μαλλιά που λιγοστεύουν, ζαρωμένα χέρια, προβλήματα με τη μασέλα, βοήθεια με τα κολλύρια, δυσκολίες με την τουαλέτα, πάπιες και κλεισούρα. Η κόρη της ήθελε να έχει σχέση μόνο με τις αναμνήσεις, τα αστεία, τη συγκίνηση. Δεν απέφευγε συνειδητά την καθημερινή δυσκολία, απλά έμοιαζε να μην την βλέπει. Ήταν πάντα εκεί, όποτε τη χρειάζονταν αλλά ένα τεράστιο χάος τη χώριζε από όλους τους υπόλοιπους. Όπως και η ίδια άλλωστε, εκτιμούσε απεριόριστα την αξία της μοναξιάς της. Οι άλλοι ήταν μόνο το περίβλημα της δικιάς της αυτονομίας. Αλλά όταν μιλάμε για το ανθρώπινο είδος, πόσο μπορούμε να αναφερόμαστε σε αυτονομία;

Συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Η αγωνία της μεγάλωνε και αυτή η σχεδόν ανυπομονησία της να φτάσει στο δωμάτιο οφειλόταν κυρίως σ’ αυτό. Ότι δηλαδή ένιωθε για μια φορά να ενεργεί πέρα απ’ το πλέγμα των ως τότε γνωστών σχέσεων. Δεν μπορούσε να αμφιβάλλει μήπως η κινητήρια δύναμη είναι οι νόμοι του πολιτισμού ή πολύπλοκοι οικογενειακοί δεσμοί που την έσπρωχναν να πηδάει τα σκαλιά. Ήξερε ότι ενδιαφερόταν για μία εντελώς ξένη, για μια άγνωστη γυναίκα.

Όταν έφτασε στον τέταρτο είχε ιδρώσει. Πλησίασε στο διάδρομο με τις αντικριστές άσπρες πόρτες. Κοιτούσε τα νούμερα προχωρώντας. Σχεδόν έτρεμε, ενώ αν έπρεπε να πει κάτι εκείνη τη στιγμή, το πιο πιθανό είναι να μπέρδευε τις λέξεις της. Η κυρία Ζωή στην τέταρτη πόρτα αριστερά. Δεν ακουγόταν τίποτα. Ήταν μια περίεργη ησυχία ή εκείνη δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τους ήχους, τις φωνές και τα τριξίματα.

Έσπρωξε την πόρτα για να δει το γιο της κυρίας Ζωής καθισμένο στη καρέκλα δίπλα στο ορθάνοιχτο παράθυρο. Ήταν σκυμμένος στα γόνατά του και είχε σκεπάσει με τα χέρια το κεφάλι του. Το κρεβάτι που μέχρι χτες κοιμόταν η μάνα της ήταν καλά στρωμένο, δεν είχε έρθει κάποιος καινούριος στο δωμάτιο. Έτσι ήταν καλύτερα, θα είχε και η κυρία Ζωή την ησυχία της. Η κυρία Ζωή δεν ήταν στο κρεβάτι της. Το κρεβάτι της ήταν άδειο, τα σεντόνια ανάκατα και ο γιός της καθισμένος στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Στο δωμάτιο ησυχία, η τηλεόραση κλειστή, απ’ το παράθυρο ακούγονταν μόνο τα σκυλιά που γάβγιζαν στο διπλανό οικόπεδο. Αυτή ακίνητη στην πόρτα, δε μιλούσε να ρωτήσει κάτι, να πει μια κουβέντα, να καταλάβει ο άνθρωπος ότι κάποιος είχε έρθει. Ο γιος της κυρίας Ζωής σε μια στιγμή σήκωσε το κεφάλι. Φάνηκε πια στα μάτια του όλη η προηγούμενη νύχτα. Φάνηκαν καθαρά τα γνώριμα στεγνά δάκρυα, οι μαύροι κύκλοι της απορίας και της απώλειας. Αυτή δε μιλάει, μόνο πάει στο κρεβάτι της κυρίας Ζωής, ξαπλώνει και τραβάει το σεντόνι να σκεπάσει τα πόδια και τη μέση της. Έπειτα απλά γυρνάει στο πλάι και κοιτάει έξω από το παράθυρο τη Μεσογείων που τρέχει, τα νοσοκομειακά που βουίζουν, τους περαστικούς που περιμένουν στο φανάρι, τις άγνωστες φιγούρες που χάνονται στην πνιγμένη λεωφόρο.

Υγ. στη φωτό η Rachel Weisz αναρωτιέται πώς να προσευχηθεί, αυτή, που δεν πιστεύει σε καμία προσευχή.

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

4 responses to “η σκάλα

  1. Σελιτσανος

    Θα σας μαλώσω:ή τεμπελιάσατε ή φοβηθήκατε το ποτάμι που σας παρέσερνε και το κλείσατε γρήγορα γρήγορα.

    (Ή-το πιθανότερο-δεν κατάλαβα το τέλος).

  2. μαλώστε ελεύθερα.
    το έκλεισα γρήγορα γιατί το είχα και το έβλεπα στο desktop αρκετές βδομάδες τώρα. το ομολογώ μου είχε σπάσει τα νεύρα.
    με άλλα λόγια το βαρέθηκα το διάολο.

  3. Σελιτσάνε, εμένα το ποτάμι με πήρε και με σήκωσε

  4. ο καλός κύριος Μοίρης.

    χτες κάποιος έφτασε εδώ ψάχνοντας
    «όλα τα ζώα στον κόσμο».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s