βουβή κιθάρα

Αρχές Αυγούστου πίναμε το ουζάκι μας ανάμεσα στα πεύκα στο camping στα Κύθηρα. Δίπλα μας καθόταν ένα ξανθό κορίτσι. Μόνη, γυρισμένη με πλάτη στον υπόλοιπο κόσμο, αγκαλιά με την κιθάρα της. Έπαιζε Eric Satie, μια όμορφη μουσική που νόμιζες ότι γράφτηκε τώρα μόλις, για να περιγράψει το συγκεκριμένο βράδυ. Υπέροχη ησυχία, λόγια σαν ψίθυροι απ’ τα διπλανά παγκάκια, μερικά τζιτζίκια, οι σελίδες απ ‘το βιβλίο της απέναντι που κάθε τόσο έφευγαν μαζί με τον αέρα, το παγάκι που σπάει απ’ το ούζο. Το κορίτσι με την κιθάρα σε κάποια άκρη να παίζει ήρεμα τις νότες της, σα να συνομιλεί με τη νύχτα, την ελαφριά ψύχρα του Αυγούστου και τα λιγοστά φώτα.

Εκείνη την ώρα μια παρέα που καθόταν κοντά πλησίασε το κορίτσι με την κιθάρα. Μετά τις απαραίτητες χαιρετούρες μαζεύτηκαν όλοι γύρω της. Έκαναν ελάχιστη υπομονή, σχεδόν εκνευρισμένοι, μέχρι επιτέλους να ακούσουν κάτι που θα καταλάβαιναν. Παίζοντας και τραγουδώντας, δεν άργησαν να καταλήξουν στα γνωστά θανατηφόρα «εκεί στο νότο», «να μ΄αγαπάς» κλπ. Απ’ τον Satie στο «σταθμό» και το «ρυθμό» η απόσταση είναι ελάχιστη. Η κεφάτη παρέα φυσικά δεν ήθελε καθόλου να ακούσει μουσική. Ήθελαν να τραγουδήσουν όλοι μαζί, ήθελαν να γλεντήσουν, να χορέψουν αν είναι δυνατόν. Ήθελαν τα δάχτυλα εκείνου του κοριτσιού να παίζουν μόνο τις πασίγνωστες κι αηδιαστικά χιλιοπαιγμένες μελωδίες. Δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο. Διάλεξαν να βροντοφωνάξουν τις πιο γνωστές λέξεις, τα τραγούδια που με την ίδια άνεση χωράνε σ’ όλα τα ραδιόφωνα. Αν και έκαναν παρέα στο ξανθό κορίτσι, στην πραγματικότητα την απομόνωναν. Την οδηγούσαν με γρήγορες κινήσεις και δυνατές φωνές σε μια ψυχοφθόρο και ανιαρή νύχτα. Θα έπαιζε αυτό που παίζουν όλοι. Θα έκανε αυτό που κάνουν όλοι. Θα γινόταν μια αόρατη φιγούρα ανάμεσα σ’ όλους όσους κάποτε έπαιξαν κιθάρα σε κάποιο νησί. Το κορίτσι αυτό δε θα μπορούσε πια να είναι εκείνη που ένα βράδυ στα Κύθηρα χάιδευε με τα αλλιώτικα μακριά της δάχτυλα την κιθάρα. Έπρεπε να έρθει στα μέτρα μας. Έπρεπε να είναι άλλο ένα μονότονο πλάσμα που επαναλαμβάνει δίχως πάθος ή όρεξη τα βουβά πλέον τραγούδια. Τα ξεσκισμένα τραγούδια που σκοτώνουν όλοι από καιρό στο ραδιόφωνο, στα μπουζούκια, στις μεσημεριανές εκπομπές, στα εφηβικά τετράδια.

Η παρέα αυτή, όπως αποδείχτηκε και τις άλλες μέρες, ήθελε να φωνάξει, να μας πείσει για το υστερικό και ανεξάντλητο κέφι της, για την χαλαρότητα και το χύμα της. Σίγουρα δεν ήθελε να ακούσει μουσική. Σίγουρα δεν την ενδιέφερε ποιά ήταν αυτή που κρατούσε την κιθάρα, τί έπαιζε ή γιατί έπαιζε αυτό που έπαιζε. Σίγουρα δεν την απασχόλησε ότι Αυγουστιάτικα βλέπαμε χλομά φαντάσματα ενός ανόρεχτου χειμώνα που απειλεί πάλι με φριχτές playlist και άγευστα ακούσματα.

Ευτυχώς όταν το επόμενο πρωί η παρέα κοιμόταν, το κορίτσι διεκδικούσε ξανά τον εαυτό και τις νότες της. Ακομη πιο χαμηλά, ακόμη πιο μακριά από τους υπόλοιπους. Τώρα πια ίσα που ακουγόταν.

Advertisements

8 Σχόλια

Filed under διάφορα

8 responses to “βουβή κιθάρα

  1. Σελιτσανος

    Παρέα:Παίξε μας Λάκη!!!
    Λάκης:Μί-α η ά-νοιξη έ-να το σύννεφο κλπ

    (Τελικά μόνο τα σουξέ αλλάζουν.Όλα τ’ άλλα , άφθαρτα στον χρόνο…).

  2. Ένας εντελώς πρωτότυπος ορισμός της αντίστασης προκύπτει, λοιπόν, από το κείμενό σου: αντίσταση είναι ένα κορίτσι που παίζει στηνκιθάρα Satie στην ακρογιαλιά, σε πείσμα αυτών που θέλουν να τραγουδήσουν «τραγούδια που χωράνε σε όλα τα ραδιόφωνα». Πανέμορφος ορισμός…

  3. Θα ήθελα να ήμουν εκεί πριν εμφανιστεί η παρέα. Ονειρική σκηνή με τον αγαπημένο Satie

  4. @ Σελιτσάνε,
    όντως μόνο τα σουξέ αλλάζουν. πάλι καλά να λέμε όμως. σκέψου ο Λάκης να έπαιζε ακόμη την άνοιξη. τί θα έκανε τότε ο Χατζιγιάννης κι ο Πλιάτσικας;

    @ Αταίριαστε,
    το πρόβλημα είναι ότι ενώ θέλει να παίζει Satie, η παρέα («το κοινό») τη «βάζει» να παίξει να μ’ αγαπάς. και τελικά αυτή δε μπορεί να αρνηθεί. μόνο όταν ξαναμένει μόνη της, επιστρέφει στο προσωπικό της γούστο. δύσκολοι καιροί για αντίσταση.

    @ padrazo,
    ήταν πολύ ωραία. όντως μαγική σκηνή. καθόμαστε αρκετή ώρα και ακούγαμε απλά τη μουσική της. αλλά όπως και τα όνειρα, διακόπηκε απότομα.

  5. ευτυχώς ξαναβρήκατε το δρόμο, για μια στιγμη φοβήθηκα πως κάνατε λάθος στη διασταύρωση οδηγώντας προς τον Αύγουστο

  6. έχω γυρίσει εδώ και πολλές μέρες κ. Μοίρη, απλά δυσκολεύτηκα να προσαρμοστώ.
    το αεράκι στην Αρκαδία είναι τόσο γλυκό, το γουρούνι μοιάζει νοστιμότερο και το κρασί σα να φωνάζει τ’ όνομά μας.
    εδώ με πήρε η ζέστη απ’ τα μούτρα.
    κι έτσι σας παρακολουθούσα σιωπηλά.

  7. Το κορίτσι έπρεπε να σιωπήσει στα προστάγματα αυτής της αθλιότητας. Η ομορφιά πρέπει και να αντιστέκεται, αν όχι να επαναστατεί.

    Καλωσήρθες, βυτίο!

  8. @ manos,
    το συγκεκριμένο κορίτσι ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθεί στις επιθυμίες της παρέας. μέσα σε ελάχιστο χρόνο η κατάσταση είχε ξεφύγει απ’ τις προσωπικά γούστα. είχαμε πια ένα είδος συναυλίας, μια κατάσταση στην οποία πρέπει να ευχαριστηθούν αυτοί που σιγοντάρουν. η συντροφιά τους κέρδισε τις όποιες αντιρρήσεις της.
    άσε που η ομορφιά συνήθως μειώνει τις αντιστάσεις, δεν τις ευνοεί.
    καλώς σας βρήκα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s