μια βουτιά

Πανεπιστημίου, 12 : 15 το μεσημέρι. Περπατάει με γρήγορο βήμα. Φοράει το γκρι του το κουστούμι και φυσικά ιδρώνει. Κρατάει σφιχτά στο χέρι του την τσάντα. Βάζει σχεδόν όλη του τη δύναμη για να κρατήσει την τσάντα. Μέσα στην τσάντα βρίσκεται το έγγραφο που περίμεναν αρκετές βδομάδες. Έγγραφο πολύ σημαντικό για την εταιρεία, για τον νομικό σύμβουλο, για την έκβαση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, για ένα αρκετά μεγάλο ποσόν που περιμένει πίσω από έναν δεκαψήφιο αριθμό, για το τεπόζιτο του Audi, για το λογαριασμό της ΔΕΗ, για το γαλλικό που έχει κλείσει τραπέζι αύριο βράδυ, για το δεκαήμερο στη Σαντορίνη, σημαντικό για όλα όσα γίνονται σήμερα το πρωί και αύριο το απόγευμα και στο βάθος των αιώνων μέχρι το τέλος όλων των ημερών.

Κοιτάζει τους περαστικούς καχύποπτα, τους σκανάρει. Αμέσως αναγνωρίζει τους ύποπτους, τους ενδεχόμενους κλέφτες, τους άρπαγες. Φέρνει την τσάντα πιο κοντά στο σώμα του, τώρα σχεδόν την ακουμπάει στο πόδι του σε κάθε βήμα. Βλέπει κάποιον να έρχεται προς το μέρος του. Το πρόσωπό του είναι περίεργο. Ανοίγει κάπως περίεργα και διαγώνια το διασκελισμό του και τον αποφεύγει. Σώζει την τσάντα, κάνοντάς τη ένα με το πόδι του. Γλιτώνει το αντικείμενο κάνοντάς το προέκταση του σώματος και του εαυτού του.

Επιταχύνει. Τα παπούτσια του τρίζουν πάνω στα μάρμαρα του πεζοδρομίου. Χαζεύει τα τετράγωνα που σχηματίζονται, προχωράει όπως ένα πιόνι σε ξεβαμμένη σκακιέρα. Όλο μπροστά με απότομες και σπαστικές κινήσεις. Αυτή η ιδέα τον βοηθάει να συνεχίζει την πορεία του χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Στα 200 μέτρα το κτίριο της τράπεζας. Πρέπει να μπει, να ανέβει με το ασανσέρ στον τρίτο όροφο και να παραδώσει το έγγραφο. Ύστερα θα γυρίσει στο γραφείο του στον 2ο και θα ελέγξει μια στοίβα χαρτιά που τον περιμένει εδώ και δύο μέρες άθικτη μέσα στο συρτάρι.

Τώρα περπατάει στην ιδιότυπη σκακιέρα του και ζεσταίνεται στο πλάι της λεωφόρου. Κάτι τον ενοχλεί στο πίσω μέρος του λαιμού, ίσως ξέχασε κάποια ετικέτα στο εσωτερικό του πουκάμισου. Το αγόρασε χτες μαζί με δύο γραβάτες, ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα καινούριο πορτοφόλι. Πήγε στα μαγαζιά μαζί με εκείνη και αγόρασαν μερικά πράγματα που χρειαζόταν. Δηλαδή πήγαν στα μαγαζιά και εκείνη διάλεξε με το ωραίο της γούστο μερικά όμορφα αντικείμενα. Εκείνος είχε χάσει το γούστο ή τη διάθεση να γουστάρει μια γραβάτα ή ένα παντελόνι εδώ και λίγο καιρό. Έτσι αυτή αποφάσιζε πια, γεγονός που εδώ που τα λέμε εξυπηρετούσε και τους δύο, αφού αυτή τον έβλεπε όπως ακριβώς τον ήθελε και αυτός δεν χρειαζόταν να επιλέξει κάτι που έτσι κι αλλιώς τον άφηνε αδιάφορο.

100 μέτρα από το κτίριο και έβλεπε τον Μ., τον γνωστό σεκιουριτά της τράπεζας, να τον κοιτάζει από μακριά. Η σκακιέρα του ίσα που φαινόταν πια. Αχνή, κακοσχηματισμένη, γκρεμισμένη και ξαναφτιαγμένη πάνω σε αλλεπάλληλά στρώματα από μπάζα και συντρίμμια. Δεν μπορούσε να είναι πια πιόνι, ένα πιστός στρατιώτης που επιχειρεί μια ασταμάτητη έφοδο προς τα μπρος. Το πεδίο της μάχης εξαφανιζόταν κάτω απ’ τα πόδια του και γινόταν πάλι ένα πεζοδρόμιο που έβραζε. Τώρα η Πανεπιστημίου ήταν ο γνωστός δρόμος που καθρέφτιζε τα πρωινά και τα μεσημέρια του. Μια λεωφόρος που στοιβάζει βρώμικα αυτοκίνητα, βιαστικούς ανθρώπους και τον εαυτό του που λαχανιάζει κάθε τρία βήματα. Μπροστά του η τράπεζα. Τεράστια, επιβλητική, αναπόφευκτη. Τα γραφεία, οι καρέκλες του δευτέρου ορόφου. Η γραμματέας του τυπική και αγέλαστη, ο θυρωρός φανατικός και γκρινιάρης, το ασανσέρ, πολύ μικρό για τόσο κόσμο που ανεβοκατεβαίνει συνέχεια. Τα χαρτιά του, στοίβες ολόκληρες που ξεχειλίζουν από τα ράφια και τα συρτάρια. Η υποχρέωσή του απέναντι στα ρούχα που διαλέγει εκείνη. Πρέπει να τα φοράει χαμογελώντας, δυναμικός άντρας και ερωτευμένο παιδί ταυτόχρονα και σε ίσες δόσεις.

Φτάνει στην πόρτα της τράπεζας. Ο σεκιουριτάς τον χαιρετάει, κάτι του λέει. Δεν μπορεί να παριστάνει το φυλακισμένο. Μόνος του περνάει κάθε πρωί τη μεγάλη πόρτα. Μόνος του χαιρετάει τη δικηγόρο στο απέναντι γραφείο. Ο ίδιος με μεγάλη ευχαρίστηση και απόλυτη συναίσθηση ξεκοκαλίζει το μισθό του κάθε μήνα. Αυτή δεν τον υποχρεώνει να φοράει συγκεκριμένα πουκάμισα. Δεν μπορεί να παριστάνει τον κυνηγημένο. Η πόρτα αυτή μπροστά του, είναι η συνισταμένη των άπειρων, μικρών και ολότελα προσωπικών επιλογών του.

Ο σεκιουριτάς συνεχίζει να μιλάει, λες και δεν βλέπει ότι μπροστά του είναι ένα φάντασμα. Λες και δεν καταλαβαίνει ότι τώρα αυτός είναι ένα πιόνι που φαγώθηκε, ένας ηττημένος στο πλάι του τραπεζιού, κάποιος που θυσιάστηκε οικειοθελώς και τραγουδώντας για τη μεγάλη νίκη. Δεν απαντάει στον άνθρωπο με τη στολή, δεν μπαίνει στο κτίριο, παρά συνεχίζει ευθεία το δρόμο του. Συνεχίζει ευθεία να βρει τί έφταιξε και έκανε τόσα ζικ ζακ πιο πριν.

Κοιτάζει στο δρόμο τους οδηγούς που τσουλάνε με τα τζάμια κλειστά. Αλλάζουν λωρίδες, μάχονται με τους πεζούς, κορνάρουν, σβήνουν τα ίχνη που αφήνουν τα λάστιχα σε ένα σύννεφο από βρισιές, οργή και ραδιοφωνικές διαφημίσεις. Βλέπει το μπλε Renault. Όπως τότε οδηγεί το κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά και το μεγάλο χαμόγελο. Φοράει εκείνο το αέρινο λευκό του φόρεμα και μπερδεύει τα πόδια του, λες και το αμάξι έχει μόνο γκάζι. Το πράσινο ανάβει, τη βλέπει να φεύγει όπως τότε στην Ασκληπιού. Μεσημέρι πάλι, φθινόπωρο όμως και αυτοί να στέκονται μπροστά σε μια καφετέρια. Κάποια λόγια, ούτε που άκουγε, κάποιες κινήσεις, προσπάθησε να τη φιλήσει αυτή τραβήχτηκε, ύστερα γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Την έχασε έτσι απότομα και δεν έτρεξε, δεν μπορούσε να τρέξει πίσω της και τί να της πει. Η ζωή συνεχίζεται, σκέφτηκε. Κι όμως η ζωή δεν συνεχίζεται.

Τώρα 12:30 το μεσημέρι στην Πανεπιστημίου αδυνατεί να σου πει αν η ζωή συνεχίζεται και αν ναι, με ποιόν τρόπο. Κοιτάζει κάτω, διακρίνει ξανά τη σκακιέρα. Ξεκινάει να περπατάει, να εφορμά για την ακρίβεια, σα στρατιώτης που κάνει την τελική προσπάθεια κι ότι γίνει. Δίπλα του ένας πουλάει κουλούρια, μπροστά μια γυναίκα ζητιανεύει καθισμένη στο πεζοδρόμιο οκλαδόν, το παιδί της κοιμάται και το κεφάλι του κρέμεται, χάσκει στον αέρα, λες και το πρόσωπο, το στόμα, τα μάτια, όλα κρέμονται από μια αόρατη κλωστή. Του μοιάζει ότι το κεφάλι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει, θα αποχωριστεί απ’ το σώμα και η γυναίκα θα συνεχίσει να κάθεται εκεί, θα συνεχίσει να κάνει ότι κάνει και οι περαστικοί θα κλοτσάνε το κεφάλι περνώντας κι ίσως να πετάνε ένα συγνώμη δεν το ήθελα.

Περνάει τη στάση του μετρό. Μια σκισμένη εφημερίδα κάτω λέει κάτι για μια βόμβα, για νεκρούς στα ναυπηγεία, για τις διακοπές που αρχίζουν. Πρέπει να κολυμπάει στον ιδρώτα όταν βλέπει έξω απ’ τα ξενοδοχεία τους ανθρώπους με τις στολές. Κουμπωμένοι μέχρι πάνω, ακίνητοι κάτω απ’ τα βαριά καπέλα τους ανασαίνουν την εξάτμιση της Mercedes που προσπαθεί να χωθεί στη διπλανή λωρίδα. Τους πλησιάζει και ευγενικά ρωτάει «μα καλά δε ζεσταίνεστε;». Αυτοί δε μιλάνε μόνο του γνέφουν κάτι σαν όχι και φύγε από δω πέρα.

Αυτός φεύγει μα είναι πια αργά. Έχει σκάσει, ιδρώνει, το παντελόνι κολλάει στα γόνατά του, τα παπούτσια του γλιστράνε στην άσφαλτο, παραπατάει. Κοιτάζει απέναντι την πλατεία Συντάγματος. Αργά λύνει τη γραβάτα, τη βγάζει και την αφήνει ήρεμα στο πεζοδρόμιο. Ύστερα με μια ήρεμη και αποφασιστική κίνηση διασχίζει κάθετα τον πηγμένο δρόμο. Κάποιοι του κορνάρουν, ένας βρίζει, ενώ τουλάχιστον δύο ούτε που τον παρατηρούν. Πατώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο έχει σχεδόν βγάλει το σακάκι του, από το οποίο απαλλάσσεται αφήνοντάς το ή μάλλον φορώντας το κυριολεκτικά σε χαμηλή πρασινάδα και συγκεκριμένα στα δύο πιο πεταχτά κλαδιά της. Προχωράει πίσω από ένα περίπτερο και όταν τον ξαναβλέπω έχει βγάλει τα παπούτσια, τη μία κάλτσα και το πουκάμισο. Είναι ανέκφραστος και όλο σκέφτεται αν η ζωή συνεχίζεται και αν ναι με ποιό τρόπο. Πώς να της πει ότι το γαλλικό για αύριο αναβάλλεται, ότι οι διακοπές ματαιώνονται και το πουκάμισο πετάχτηκε; Πώς υποβάλλει κανείς την παραίτησή του ή πώς συνεχίζει; Πώς βρίσκει εκείνη που έχασε τρία χρόνια πριν ή πώς μπορεί να διακρίνει μια άλλη εκείνη ανάμεσά σε τόσες άλλες;

Με μεγάλη σοβαρότητα περπατάει στην πλατεία και αφού βγάζει με μαεστρικές κινήσεις και το παντελόνι, βολτάρει ανάμεσα στα παγκάκια με τη μία του κάλτσα και το σώβρακο. Το δε σώβρακο, του φαίνεται υπερβολικό για την τόση ζέστη που κάνει και το αποχωρίζεται, δωρίζοντας το με τη μεγαλύτερη ευγένεια σε παρακοιμώμενο αδέσποτο. Πλησιάζει στο σιντριβάνι, ενώ κόσμος έχει ήδη μαζευτεί και χαζεύει τον παράξενο περαστικό. Κάθεται στην άκρη και κοιτάζει το θολό νερό που τρέχει παρέα με αποτσίγαρα και μερικά κουτάκια από μπύρες. Είναι πια γυμνός, φοράει μόνο μια κάλτσα. Κρατάει όμως ακόμα στο χέρι του σφιχτά την τσάντα. Την τσάντα που περιέχει εκείνο το χαρτί. Κοιτάζει μια το νερό με τα σβηστά λαμπιόνια στο βυθό, μια την τσάντα, σα να πρόκειται για κάποια μάχη, για κάποιο ιδιότυπο δίλημμα. Θέλει να μην την κρατάει μα το χέρι του αντιστέκεται, έχει δική του θέληση, δικό του ένστικτο αυτοσυντήρησης, δικό του στόχο. Μετά από ένα λεπτό όμως, αφήνει την τσάντα πολύ προσεκτικά κάτω κι έπειτα με μια ξέφρενη και απότομη κίνηση της δίνει μια εντυπωσιακή κλοτσιά και τη στέλνει να μπει γκολ ακριβώς δίπλα απ’ το κεφάλι της γριάς που κάθεται στο απέναντι παγκάκι.

Ύστερα, χωρίς άλλη αναβολή, κάνει δύο βήματα και επιχειρεί ένα υπέροχο μακροβούτι μέσα στο σιντριβάνι. Οι περαστικοί σταματάνε, πλησιάζουν να δουν τι γίνεται. Σε λίγο σηκώνεται απότομα από το βάθος της τσιμεντένιας δεξαμενής και τινάζεται πάνω εκσφενδονίζοντας νερά στους περίεργους που είχαν μαζευτεί. Γελάει, φωνάζει, πλατσουρίζει, χορεύει, τραγουδάει σαν σε παλιά ταινία «τι ωραίο απόγευμα, τι ωραίο απόγευμα, τι ωραίο απόοογευμα».

Στο μεταξύ στο βάθος φαίνονται κάποιοι άνθρωποι με στολές να έρχονται προς το μέρος του. Αρχίζουν να επιταχύνουν το βήμα τους ενώ ο κόσμος όλο και πληθαίνει γύρω απ’ την παράξενη παράσταση. Αυτός συνεχίζει να βουτάει άτσαλα στα ρηχά νερά και να λούζει τους πιο κοντινούς, ενώ το γέλιο του γίνεται όλο και πιο δυνατό. Ξαφνικά μια γυναίκα που τόση ώρα καθόταν και τον κοίταζε, αρχίζει να χαμογελάει ήσυχα και συνωμοτικά. Αμέσως γδύνεται και πηδάει κι αυτή μέσα στο σιντριβάνι. Τώρα χορεύουν μαζί μέσα στα βρομόνερα και χαχανίζουν παρέα υπό τους ήχους μιας αόρατης μπάντας. Οι κύριοι με τις στολές φτάνουν στο σημείο της εκτροπής και λένε κάτι, με έντονο ύφος, μόνο που οι λουόμενοι δεν ακούν, είναι κουφοί στη συγκεκριμένη έγκλιση, το αφτί τους δεν αναγνωρίζει την προστακτική.

Τη στιγμή που οι κύριοι αρχίζουν να αγριεύουν, ακριβώς δίπλα τους, σα σίφουνας περνάει τρέχοντας ένα ζευγάρι, το οποίο σε πλήρη συγχρονισμό καταδύεται στα άπατα του νερένιου τεπόζιτου. Ύστερα ένα πιτσιρίκι, δυο κυρίες μεγαλύτερης ηλικίας, ο περιπτεράς και το αδέσποτο που πριν κοιμόταν στη σκιά. Οι κύριοι με τις στολές φωνάζουν, λες και θα μπορούσαν να κάνουν κάτι για να σταματήσουν αυτή τη μεταμόρφωση, αυτή την τρελή γιορτή. Στο πρώην σιντριβάνι μπαίνουν όλο και περισσότεροι γυμνοί χορευτές, ένας τυφλός παίζει το ρόλο της ορχήστρας, οι περαστικοί τραγουδάνε. Το σιντριβάνι πια δεν είναι σιντριβάνι, αλλά μια μικρή θάλασσα με γαλαζοπράσινα νερά και ψιλή αμμουδιά, οι ανεκδιήγητοι γυμνιστές είναι μέλη ενός χάρτινου τσίρκου, το τραγούδι έχει άγνωστους στίχους κι είναι στο στόμα όλου του κόσμου. Οι κύριοι με τις στολές ανοιγοκλείνουν το στόμα, αφρίζουν, αλλά δεν βγάζουν ήχο, δεν έχουν φωνή.

Όλη η πόλη βουτάει στην Κλαύθμωνος, τη Σταδίου, την Κολοκοτρώνη, την παλιά βουλή, ενώ γι’ αυτούς που προτιμούν το άσπρο βοτσαλάκι υπάρχει πάντα η Ευριπίδου. Οι άνθρωποι κολυμπάνε, χορεύουν και χασκογελάνε. Τόσο καιρό τους είχαν κλέψει το γέλιο, είχαν φυλακίσει τα μακροβούτια και κανείς δεν το είχε καταλάβει. Τώρα όμως αυτή η αυτοσχέδια γιορτή, το ήσυχο και ξέφρενο γλέντι είχε μετατρέψει την πόλη σε κάτι άλλο. Όλα ήταν πια ένα παραθαλάσσιο πανηγύρι, μια γιορτή για την εκδίωξη της προστακτικής, ένας χορός για να τιμήσουν το Μεγάλο Φρένο. Γιατί φυσικά εκείνος, βγάζοντας τα ρούχα του, σουτάροντας την τσάντα (με μεγάλη ομολογουμένως δεξιοτεχνία) και πέφτοντας στο νερό δεν έκανε τίποτα άλλο απ’ το να σταματήσει. Δεν έκανε τίποτα άλλο απ’ το να πατήσει φρένο την ώρα που οι άλλοι τραβούσαν συνεχώς τη σκακιέρα. Σταμάτησε το τρέξιμο, την αφόρητη έφοδο και πίστεψε ότι αν κοιτάξει καλά, θα δει ότι το σιντριβάνι του Συντάγματος δεν είναι σιντριβάνι αλλά μια δροσερή αφορμή. Πίστεψε ότι αν κοιτάξει καλά, θα δει ότι πλατεία Συντάγματος δεν είναι η πλατεία Συντάγματος, αλλά το σημείο που ενδεχομένως θα συναντήσει ξανά εκείνη.

Advertisements

9 Σχόλια

Filed under παρένθεση

9 responses to “μια βουτιά

  1. Σελιτσανος

    Με τέτοια ευκρίνεια εικόνας και μυνημάτων(απλά όχι απλοϊκά)αναρωτιέμαι αν αυτά που γράφετε τ΄αφήνετε ως κείμενα ή αν τα χρησιμοποιείτε για σενάρια ταινιών μικρού μήκους ή video art.Αν όχι ξανασκεφτείτε το.Είναι κρίμα…

  2. Σελιτσάνε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια. Όμως είναι γνωστό ότι αν ο Κόπολα έψαχνε απεγνωσμένα σενάριο, θα έπεφτε γονατιστός στα πόδια του kopoloso.

  3. Σελιτσανος

    Τώρα με την απεργία των σεναριογράφων μέχρι και τον Κ.Κ.Μοίρη θα έπαιρνε!(Τελευταία εξάλλου τον βλέπω να ξεσκονίζει τις κινηματογραφικές του προσεγγίσεις…).

  4. λέτε να δούμε ταινία τρόμου με τη φονική auto ποστιέρα και τον ΚΚΜοίρη σε ρόλο serial killer να πλημμυρίζει με αίμα οθόνες και πληκτρολόγια;

  5. Ώστε πιστεύετε ακόμη στα θαύματα. Σας συγχαίρω.

  6. δεν ξέρω αν πιστεύω ακριβώς.
    σίγουρα ομως πιστεύω σ’ όσους έχουν διάθεση να κάνουν θαύματα
    (απλές ανθρώπινες χειρονομίες εννοώ)

  7. όλοι ψάχνουμε απεγνωσμένα τη δικιά μας πλατεία συντάγματος (με μικρό σ)

    υ.γ. ένας serial βλόγερ είναι απείρως επικινδυνότερος από έναν serial killer γι αυτό προσέχετε τι φαντάζεσθε

  8. Ετσι ακριβώς…
    Και κάτω απ’ το οδόστρωμα η παραλία!

  9. @ κ. Μοίρη σωστή η παρατήρηση για το μικρό σ.
    μα δεν το φαντάζομαι. είστε ένας πραγματικός serial βλογερ με θύματα, γκρούπις και θαυμαστές που ακολουθούν πιστά τα βήματά σας.
    σαν τον Ed Harris ένα πράγμα.

    @manos, απ’ το πρωί είμαι πρώτη δευτέρα στην άσφαλτο.
    δυστυχώς δεν μπόρεσα να τραβήξω λίγο το οδόστρωμα, μπας και φανεί λίγο κι αυτή η έρημη η παραλία. αλλά είμαι σίγουρος ότι κάπου από εκεί κάτω κρύβεται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s