ψάχνοντας λίγη δροσιά στην πόλη

Ώρες ώρες η ζέστη στην πόλη είναι αφόρητη. Περπατάς και τα πεζοδρόμια βράζουν, η άσφαλτος καίει και τα κλιματιστικά στάζουν πάνω στα κεφάλια των άτυχων περαστικών. Ο Ιούλιος σαρώνει σαν κύμα τα ανυπόφορα μεσημέρια και τα ιδρωμένα πουκάμισα. Βγαίνω στους δρόμους και μέσα στη θολή ατμόσφαιρα και τα αμέτρητα πλαστικά μπουκάλια νερό, αναζητώ σκιές, δροσερές γωνίες και καταφύγια.

Ψάχνοντας μια πορτοκαλάδα ή μια παγωμένη μπύρα, βρίσκω καφενεία που δροσίζουν με το χιούμορ και τις ρεκλάμες τους. «Η λόξα» στο Βύρωνα, «ο Βάλτος» στο Γαλάτσι, «το Λούβρο» στο κέντρο. Φευγάτοι ιδιοκτήτες και χαμογελαστοί καφενόβιοι σε ατελείωτες παρτίδες τάβλι ξεχνάνε τη ζέστη με πειράγματα, υπαινιγμούς και υπερβολικά αστεία.

Ένα πιτσιρίκι, μαζί με τον πατέρα του, μπαίνει μεσημεριάτικα, ιδρωμένο και σκασμένο μέσα σε μια καφετέρια του κέντρου. Παίρνει από τη σερβιτόρα μια παγωμένη σοκολάτα, ανεβαίνει πάνω στον πάγκο να τη χτυπάει καλύτερα ο αέρας του ανεμιστήρα και παρακολουθεί με φοβερή προσήλωση το αλλόκοτο ταινιάκι που προβάλλεται στην απέναντι τηλεόραση. Χωρίς να ενοχληθεί από τους θαμώνες που κοιτάνε χαμογελώντας, σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, στέκεται όρθια πάνω στη μπάρα για να πλησιάσει όσο μπορεί τη δροσιά, τον αέρα. Δεν τη νοιάζει τίποτα, μόνο θέλει με κάποιο τρόπο να σωθεί απ’ αυτόν τον καύσωνα που φώλιασε πάνω στα κοτσιδάκια της. Το καταφέρνει κι όλοι όσοι τη βλέπουνε κλέβουνε λίγη απ’ τη δροσιά της.

Στο ίδιο μαγαζί η σερβιτόρα παλεύει με τη θερμοκρασία που βάζει φωτιά στην Κολοκοτρώνη. Σε λίγο δεν αντέχει κι ετοιμάζεται να παραδοθεί στη λάβα. Τελικά ξαπλώνει πάνω στο μάρμαρο της μπάρας, μήπως ανακαλύψει η πλάτη της, την τελευταία κρύα επιφάνεια της πόλης. Ύστερα με νωχελικές κινήσεις κρατάει ένα παγάκι και το σφίγγει, να λιώσει στο μέτωπο και το λαιμό της. Ο χώρος όλος γίνεται μια σκηνή για τον ήσυχο ερωτικό μονόλογο αυτής της κοπέλας. Τόση ώρα γέμιζε τα ποτήρια και άκουγε τις ιδρωμένες μας παραγγελίες. Τώρα σαν μια ρωγμή στην πραγματικότητα, αφήνεται σ’ αυτό το αργόσυρτο, λυτρωτικό χάδι και κλείνει τα μάτια βλέποντας γαλάζια κύματα και μικρά αρμυρίκια. Παρατηρούμε το παγάκι σα να μην υπάρχει τίποτα άλλο που ν’ αξίζει να δει κανείς σε μια πόλη, που έχει βυθιστεί από καιρό στον καυτό αέρα και την αποπνιχτική ζέστη. Ανίκανοι να στρέψουμε αλλού το βλέμμα, ακολουθούμε μια σταγόνα που περιγράφει το λαιμό της γυναίκας και όλη την ομορφιά του κόσμου. Η κάψα του δρόμου δε φτάνει πια ως εμάς, είμαστε κλεισμένοι μέσα στη σταγόνα, κολυμπάμε στη σταγόνα, δροσιζόμαστε απ’ τη σταγόνα. ΗΜια γυναίκα αυτή αποδεικνύει με τον πιο απλό τρόπο την αχρηστία των κλιματιστικών, χαμογελώντας μισοξαπλωμένη στον πάγκο. Η φλεβίτσα του λαιμού της σε έναν ερωτικό, αργό και γεμάτο χάδια χορό με το παγάκι, φτιάχνει κάθε δευτερόλεπτο μια μικρή όαση μέσα στην έρημο και την ερημιά της πόλης.

Στη συναυλία των Encardia στον Υμηττό ακούμε ήχους της Κάτω Ιταλίας. Σιγά σιγά ο χώρος μπροστά στη σκηνή γεμίζει. Μικρά και πολύ μεγαλύτερα παιδιά χορεύουν ταραντέλλα. Τα σώματα στροβιλίζονται μ’ αυτήν την περίεργη διάλεκτο. «Λέξεις που στάζουν σαν το μέλι σε δροσερό νερό, παρελθούσες και κυκλωτικές» έγραψε ο Βασίλης Ρούβαλης. Πίσω μας είναι κάποιοι Ιταλοί, ποιός ξέρει πού βρέθηκαν ή τί λένε μέσα στα γέλια και τις ακαταλαβίστικες κουβέντες τους. Στο τέλος το συγκρότημα κατεβαίνει από τη σκηνή, κρατάνε μόνο τα ντέφια και τις φωνές τους, και χορεύει μ’ όλο τον κόσμο. Παλαμάκια φυλάνε το ρυθμό, την ώρα που η μπάντα κι οι ερασιτέχνες χορευτές μπερδεύονται. Τα μάτια λάμπουν μ’ αυτή τη συναυλία, που πια δεν είναι συναυλία, αλλά μια παρέα στον πεζόδρομο, μια φωνακλάδικη, μεθυσμένη συντροφιά, φίλοι, παππούδες και εγγόνια σε μια μικρή αυλή. Ο μύθος της αράχνης που τσιμπάει γίνεται ο μύθος των ανθρώπων που τραγουδάνε όλοι μαζί. Η πραγματικότητα που, για σήμερα τουλάχιστον, ενώνει όλους αυτούς τους ολότελα ξένους σε ένα ξέφρενο κυκλωτικό χορό. Αυτό που θα ήταν συναυλία είναι πια ένα μελαγχολικό και χαρούμενο γλέντι παλιών αγαπημένων. Αν οι συναυλίες πολλές φορές είναι αμήχανες διεκπεραιώσεις, ξέχειλα στάδια που αποθεώνουν τον μακρινό πρωταγωνιστή, οι Encardia μας χάρισαν ένα δροσερό καλοκαιρινό βράδυ, μια γιορτή στο κέντρο της πόλης.

Κειμενάκι γραμμένο για το Passtoport

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

5 responses to “ψάχνοντας λίγη δροσιά στην πόλη

  1. Σελιτσανος

    Σας παρακολουθώ-ανελλιπώς-και πραγματικά δεν έχω να σχολιάσω τίποτα στις νοσταλγικές εικόνες που μας προσφέρετε , της όμορφης πλευράς της μεγάλης πόλης.Όμως με την περιγραφή τύπου «9 1/2 βδομάδες» δεν άντεξα:μας δροσίσατε!

  2. Σελιτσάνε εμάς να δείτε πώς μας δρόσισε αυτό το πραγματικά υπέροχο κορίτσι.
    και συγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση. 24 ώρες. περίπου όσες χρειάστηκα για να συνέλθω μετά από εκείνη τη σκηνή.

  3. Αναγνωρίζω το βλέμμα μου σε κείμενά σου και χαίρομαι πολύ.

  4. ωραία υπόθεση να μπλέκονται βλέμματα και λέξεις.
    ( ακούστηκε λίγο μελό αυτό; )

  5. (Όχι, μια χαρά ακούστηκε.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s