στιγμιότυπα

Οι εκδηλώσεις του δήμου Υμηττού γίνονται φέτος στους δρόμους. Οι συναυλίες, οι προβολές και οι συζητήσεις έχουν για σκηνικό πλατείες, προαύλια και πεζοδρόμια. Πηγαίνοντας σε μία απ’ αυτές, συζητάμε γιατί ο κόσμος στις δωρεάν εκδηλώσεις είναι τις περισσότερες φορές λίγος. Σκέφτομαι ότι κατά κάποιο τρόπο έχουμε εθιστεί στην πληρωμή εισιτηρίου, στην κατανάλωση πολιτιστικού προϊόντος και στις υπερβολικές τιμές.

Φτάνοντας στο χώρο της συναυλίας, βλέπω αρκετό κόσμο, οικογένειες με καροτσάκια και μικροσκοπικά πλάσματα, γέρους και γριές. Την ώρα που η Ρίτα Αντωνοπούλου τραγουδάει το «Σταυρό του Νότου» βλέπω ένα πιτσιρίκι, συνεπαρμένο, να κοιτάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας του. Ίσως ήδη να φαντάζεται τ’ άστρα του Νοτιά ή να αναρωτιέται για εκείνες τις αγάπες που φωλιάζουν σε κρίσεις μαύρου πυρετού. Αν και δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τις κουβέντες των μεγάλων, ακούει με τη μεγαλύτερη προσοχή τις λέξεις του Καββαδία και κουνάει το χέρι του ν’ αγγίξει ένα κομπολόι από κοράλλια.

Λίγο πιο δίπλα μια γυναίκα που παλεύει με τα ογδόντα της χρόνια, υποδέχεται τον Μητσιά και μαζί του, τον «Γιάννη το φονιά». Τη βλέπεις να κάθεται στο ίδιο αυτό τραπέζι, όχι πια μόνη της, αλλά με τους παλιούς φίλους που χάθηκαν στους δρόμους και το χρόνο. Έτοιμη όπως τότε να κεράσει γλυκό ή να περιμένει στα κρυφά ένα φιλί. Είναι εκεί, ακουμπισμένη σε μια κολώνα του κτιρίου και η μουσική χωράει όλη τη νοσταλγία σε μερικές νότες.

Η συναυλία δεν γνώρισε το μεγαλείο του σταδίου ή την ψυχαναγκαστική αποθέωση του αφιονισμένου κοινού που πλήρωσε και θα περάσει καλά έτσι κι αλλιώς. Απλά εκείνο το βράδυ με το ελαφρό αεράκι, τα τραγούδια βρήκαν ώμους φιλικούς κι απόθεσαν λίγο απ’ το βάρος τους.

*******

Στη γειτονιά μου, τα απογεύματα κυκλοφορεί στους δρόμους μια γυναίκα αλαφροΐσκιωτη και φευγάτη. Άλλοτε με βαρύ κι αργό βήμα, άλλοτε στητή και βιαστική φέρνει βόλτες στα πεζοδρόμια και την πλατεία. Κάθε τόσο σταματάει τους άνδρες που περπατάνε κοντά της. Τους ρωτάει αν έχουν ένα τσιγάρο. Συνήθως οι περαστικοί της δίνουν. Αν όμως δεν της δώσουν, τότε εκείνη τους ρωτάει αν είναι παντρεμένοι. Σχεδόν όλοι, σα να φοβούνται το επόμενο αίτημά της, παραδέχονται αμέσως τον έγγαμο βίο τους. Τότε αυτή συνεχίζει το δρόμο της. Η γυναίκα αυτή, από χρόνια χωρισμένη από τις ισχύουσες συμβάσεις και πρακτικές, ενδιαφέρεται για το τσιγάρο της και ύστερα για την ενδεχόμενη αποκατάστασή της. Βλέπεις στις κινήσεις της, την προσδοκία της κάφτρας, την προσήλωση στα σχήματα του καπνού. Κάθε τζούρα επιφυλάσσει μια αλλόκοτη κι ανεπανάληπτη απόλαυση. Καπνίζει κι ανάμεσα στα δάχτυλα κρατάει με ευλάβεια κάτι ασήμαντο κι ιαματικό, ελάχιστο και σωτήριο.

Ύστερα η ερώτηση για το γάμο, που την κάνει μόνο άμα μένει άκαπνη. Λες και αυτή η δίψα, αυτό το κάψιμο του ουρανίσκου, μπορεί να νικηθεί μόνο από μια αόριστη υπόσχεση, μια προσδοκία μεγαλείου και αποκατάστασης. Μες στο μυαλό της, λαχταράει κάτι λυτρωτικό και γαλήνιο. Ένα τσιγάρο ή έναν άντρα (με αυτή τη σειρά).

Στις κατεστημένες κατηγοριοποιήσεις, τα αρχεία, και τα χαρτιά του δήμου θα τη βρεις στο βιβλίο που εγγράφουν τους τρελούς, στην πραγματικότητα όμως η γυναίκα αυτή είναι μια στιγμιαία παραβίαση του κανονικού, μια απόκλιση απ’ τη συλλογική παράνοια. Ακούγοντας τις συμβουλές που ξεχειλίζουν απ’ τα παράθυρα της γειτονιάς γυρεύει ανάμεσα στους ξένους την τακτοποίησή της. Ακούγοντας τον ψίθυρο του χρόνου, ζητάει απλά ένα τσιγάρο.

*******

Τους βλέπω γύρω στη μία τη νύχτα. Πάνω σ’ ένα μηχανάκι ένας άντρας και μια γυναίκα. Νομίζω πως απλά τσουλάνε στην ελάχιστη κατηφόρα, νομίζω πως πάνε με τη μηχανή σβηστή. Αυτός της τραγουδάει ένα άγνωστο τραγούδι, που την περισσότερη ώρα καλύπτεται από τα γέλια της. Μες στο βράδυ ένα ζευγάρι καβαλάει το μηχανάκι του και κυλάει στα στενά και τους δρόμους της πόλης. Δεν έχουν και πολύ βενζίνη και τη φυλάνε για κάποια δύσκολη κι απότομη ανηφόρα. Τραγουδάνε και γελάνε διαρκώς. Μπορεί αυτός να της λέει κάτι σαν «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί». Δεν πρόκειται όμως για τέτοιο τραγούδι. Ο σκοπός του δεν κρύβει μελαγχολία, δεν περιέχει πικρές διαπιστώσεις και υποσχέσεις προσπάθειας. Το τραγούδι του είναι μια κραυγή, μια κακόηχη βροντή ανεπανάληπτης χαράς. Το γέλιο της είναι η άγρια γιορτή του έρωτα. Μαζί λένε «να δεις που η αγάπη μας κάνει και για βενζίνη. Να δεις που το μηχανάκι έχει γεμάτο ρεζερβουάρ και μπορεί να κάνει ακόμη και το γύρο της πόλης». Κι είναι αλήθεια, το μηχανάκι αυτό, τσουλώντας, σέρνοντας και βαρυγκωμώντας, τριγυρνάει σ’ όλες τις συνοικίες, μέχρι να σωθεί το καύσιμο, δηλαδή το τραγούδι.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο Passtoport

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under του λιμανιού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s