σε ποιόν ανήκει η θάλασσα;

Όλα ξεκίνησαν όταν το προηγούμενο Σάββατο έφτασα στη Σύρο και συγκεκριμένα στο χωριό Κίνι. Εκεί ακριβώς πάνω στην αμμουδιά είδα ένα τεράστιο άγαλμα – σιντριβάνι, στο οποίο ανάμεσα στα νερά και τα βράχια μια γοργόνα κρατάει στα χέρια της ένα ψαρά. Το κατασκεύασμα αυτό, πελώριο και επιβλητικό, μου φάνηκε πως ορθωνόταν πολύ ψηλά, πάνω απ’ όλους μας, σαν κάποιος που επιβλέπει από ένα ύψωμα την περιουσία του. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται, εκείνη τη στιγμή, νόμισα ότι η κυριαρχία αυτού του αγάλματος ήταν οριστική και αναπόφευκτη.

Εξαιτίας της μανίας για τεχνητά όρια και τίτλους κυριότητας που μας χαρακτηρίζει, προχώρησα λίγο παραπέρα και άρχισα να αναρωτιέμαι πώς έχουμε αφήσει τη θάλασσα τόσα χρόνια να απλώνεται στον κόσμο χωρίς ιδιοκτήτη. Ήταν λάθος μου όμως να κρίνω, παραβλέποντας την πραγματικότητα που έχει πέσει πάνω μας βαριά κι ασήκωτη.

Η θάλασσα μπορούμε πλέον να ισχυριστούμε ότι αποτελεί ιδιοκτησία του βιαστικού τουρίστα και του άπληστου ντόπιου. Οι παραλίες ανήκουν στις ατελείωτες πλαστικές ξαπλώστρες, στα πολύχρωμα καρεκλάκια και τα μπαρ που εισβάλλουν στο θαλασσινό νερό. Το λιγοστό κενό ανάμεσα στους, κατ’ ευφημισμόν μόνο, λουόμενους, οι φρέντο πάνω στην άμμο και τα κουτσομπολίστικα περιοδικά επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κάθε παραλία, σε κάθε γωνία των νησιών του καλοκαιριού. Οι μισές ακρογιαλιές βυθίζονται από την πολυκοσμία και τον επαναλαμβανόμενο βόμβο των μαγαζιών που δε διστάζουν να δυναμώσουν λίγο ακόμη την ένταση. Οι άλλες μισές απλά δε μας ενδιαφέρουν. Αυτές τις έχει αποκλείσει με φράχτες, μάντρες κι άλλες κατασκευές άλλος ένας ιδιοκτήτης πολυτελούς εξοχικής κατοικίας, που θέλει να βουτάει, μακριά από τα αχόρταγα και αδιάκριτα μάτια, στην παραθαλάσσια πισίνα του. Μια βόλτα στο Σούνιο, ας πούμε, θα σας πείσει αμέσως. Εκεί, σε λίγο καιρό, το μόνο προσπελάσιμο μέρος στο ευρύ κοινό θα είναι η στενή άσφαλτος που οδηγεί στο Λαύριο.

Στα πλοία της γραμμής τον τελευταίο καιρό τείνει να καταργηθεί το κατάστρωμα. Παλιά κάθε ταξίδι στ’ ανοιχτά υπαινισσόταν την παρατήρηση του ορίζοντα από το πάνω μέρους του πλοίου και την κατάνυξη μπροστά στην ανοιχτή θάλασσα. Τώρα μας είναι αρκετές οι αεροπορικές θέσεις και η άρρωστη ατμόσφαιρα του air condition. Οι επισκέπτες λοιπόν καβαλάνε τα όλο και πιο γρήγορα καράβια, λες και πιστεύουν ότι η διαδρομή είναι αναγκαίο κακό κι όχι σημαντικό κομμάτι κάθε φυγής.

Έπειτα, οι κυρίες, λουσμένες στις κρέμες και τα λάδια, επιλέγουν χαρούμενα την καλύτερη ξαπλώστρα, αφού είναι γνωστό ότι στην παραλία δεν ανεχόμαστε πια να ακουμπάμε στην άμμο. Προτιμάμε το πλαστικό, αφού το θεωρούμε απείρως πιο υγιεινό από τα βακτηρίδια που κυκλοφορούν κρυφά στα έγκατα της ψιλής αμμουδιάς. Αμέσως μετά οι ίδιες κυρίες που λατρεύουν τις ξαπλώστρες και βλέπουν εφιάλτες γεμάτους με χώμα και ζουζούνια, κάθονται με τις ώρες κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, αποδεχόμενες ευχαρίστως το ενδεχόμενο –τουλάχιστον- της ηλίασης.

Η θάλασσα λοιπόν ανήκει ακριβώς σ’ αυτές τις κυρίες, στα παρεό και στα μοδάτα πέδιλά τους. Στους καλοντυμένους που κουβαλάνε τα πελώρια τζιπ τους στα νησιά ή στους κατασκηνωτές που, ένα Σάββατο βράδυ στο Κουφονήσι, απαίτησαν από τους ντόπιους να σταματήσουν τα βιολιά του γλεντιού τους. Το Αιγαίο ολόκληρο, τελικά, είναι ιδιοκτησία του τεράστιου αγάλματος – συντριβανιού που σήκωσαν στο Κίνι της Σύρου. Ένα άγαλμα ακριβώς πάνω στην άμμο, ένα μπαράκι ακριβώς πάνω στη θάλασσα, μια βίλα ακριβώς πάνω στο βράχο. Η θάλασσα δεν υπάρχει πια, είναι απλά το σκηνικό των διακοπών μας.

Όσο όμως κι αν αφήνουμε την πραγματικότητα να μας τρίβει στο πρόσωπο απελπιστικά στιγμιότυπα, δεν ξεχνάμε ότι είμαστε παιδιά που πιστεύουν ακόμη σε νεράιδες, σε γεμάτα ποτήρια ούζο ή στην πιθανότητα του καλοκαιριού. Είμαστε δραπέτες, ανήλικοι βουτηχτές και φίλοι των ψαριών, ταξιδεύουμε μ’ ένα μπουκάλι τζιν κι όλη τη νοσταλγία μας. Επιμένουμε να πιστεύουμε ότι η θάλασσα ανήκει ακόμη στην πανσέληνο του Αυγούστου ή στα λοξά βλέμματα των ποιητών. Το κύμα ανήκει στις λέξεις και τα μακρινά, πρωτάκουστα για μας, λιμάνια του Καββαδία. Οι ακρογιαλιές αφηγούνται τους στίχους του Χριστιανόπουλου : «η θάλασσα είναι σαν το έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται ένας την πληρώνει». Το ίδιο το νερό συνεχίζει έπειτα από χρόνια να καθρεφτίζει τη μορφή του Χατζιδάκι σε μια παλιά συναυλία στο Καστελόριζο. Κάθε μικρό καραβάκι διασχίζει τη νύχτα και τη μοναξιά, παρέα με τη Μαρίνα ή το δελφινοκόριτσο του Ελύτη.

Η θάλασσα ανήκει στις μαντινάδες, τα βιολιά και τα φωτάκια των καϊκιών, που επιμένουν να πλέουν μ’ όλους τους καιρούς μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι. Σε μας δεν ανήκει τίποτα. Τα βότσαλα, τ’ άσπρα σπίτια, οι άδειες ταβέρνες, τα στενά σοκάκια, ο άνεμος και ο ήχος του κύματος είναι το υλικό κι οι ρίζες μας. Είμαστε παιδιά του καλοκαιριού και απόγονοι της αλμύρας που πλημμυρίζει την κουπαστή. Κάποτε θα διώξουμε τα σιντριβάνια, τις πισίνες και τις πλαστικές ξαπλώστρες και θα βουτήξουμε μ’ ανοιχτά τα μάτια στα παγωμένα νερά. Αυτήν την υπόσχεση δώσαμε σιωπηλά στους εαυτούς μας λίγο πριν ξημερώσει Κυριακή στην Ερμούπολη.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport.

Advertisements

9 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

9 responses to “σε ποιόν ανήκει η θάλασσα;

  1. Σελιτσανος

    «Κάποτε θα διώξουμε τα σιντριβάνια, τις πισίνες και τις πλαστικές ξαπλώστρες και θα βουτήξουμε μ’ ανοιχτά τα μάτια στα παγωμένα νερά.»

    Αχ!Καλά τα λέτε!Αλλά…

  2. @ Σελιτσάνε, μπορεί κάποτε με κάποιο τρόπο να τα καταφέρουμε. Θα σιχαθούν όλοι την πλαστικούρα και θα τα αφήσουμε όλα πίσω, φτιάχνοντας κακότεχνα κάστρα στην άμμο.
    Ή απλά θα παλεύουμε κάθε χρόνο να βρούμε τις τελευταίες έρημες παραλίες ( με όλο και λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας).
    ας είμαστε συγκρατημένα απαισιόδοξοι, ελπίζοντας κρυφά και μεταξύ μας.

  3. Σελιτσανος

    Μαζι σας!

  4. είστε αδιόρθωτα ποιητής για μια εντελώς πεζή καθημερινότητα
    θα σας κουράσει αυτό στο τέλος…

  5. κ. Μοίρη στην πραγματικότητα είμαι ένας εντελώς υπερβολικός γκρινιάρης. οι φίλοι μου με λένε επικριτικό γουρούνι και κάτι ξέρουν.
    απλά με παρασύρουν άλλοτε οι λέξεις, άλλοτε το τοπίο κι άλλοτε ορισμένοι -ελάχιστοι- άνθρωποι.
    αλλά αν με ρωτούσατε σχετικά με τις παραλίες και τις ακρογιαλιές, θα σας έλεγα ότι βλέπω μπροστά μας ένα τεράστιο αδιέξοδο και καμία απολύτως λύση.
    τουλάχιστον είναι μαζί μου ο κ. Σελιτσάνος.

  6. ε

    ε.
    κι εγω μαζι σας ειμαι.

  7. αμέσως αμέσως, μαζευτήκαμε τρεις.
    μια χαρά.

  8. επικριτικό γουρούνι..
    όχι κι άσχημα, αν σκεφτείτε οτι εμένα με φωνάζουν τρυφερά e-pig
    (τέσσερις)

  9. πάντα λάτρευα την τρυφερότητα και την επινοητικότητα των φίλων.
    [και μία η Μόνικα (τί ποιά Μόνικα;) πέντε]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s