ένα σερβίς στο κέντρο της πόλης

Το προηγούμενο Σάββατο πίσω απ’ τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας τους είδα μαζεμένους, να μιλάνε και να τρέχουν, σα μια κινητή γιορτή. Περίπου δεκαπέντε άτομα, άντρες και γυναίκες, παρέα φωνακλάδικη και γελαστή, έπαιζαν βόλεϊ. Δυο τρεις γυναίκες δίπλα στο γήπεδο είχαν κουβαλήσει καρέκλες, μπύρες, μπουκάλια νερό, σοκολάτες και φρούτα. Οι υπόλοιποι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, περισσότερο ταλαιπωρούσαν τη μπάλα και απολάμβαναν τη θορυβώδη αποτυχία της κάθε προσπάθειας.

Ήταν Πολωνοί ή Αλβανοί, μετανάστες από μια χώρα κοντινή και άγνωστη. Μαζεμένοι εκεί, στα γήπεδα του δήμου, μοιράζονταν το απόγευμα και ό,τι καλό είχε ο καθένας να προσφέρει στην διψασμένη ομήγυρη. Πρόσωπα χαμογελαστά, τα ίδρωνε το καλοκαίρι για να τα δροσίσει η χειρονομία του διπλανού. Έπειτα από αρκετή ώρα κι αφού σιγουρεύτηκαν ότι κανένα τεράστιο ταλέντο δε θα ξεπεταχτεί από τον αυτοσχέδιο αγώνα τους, κάθισαν όλοι κάτω απ’ το φιλέ και βάλθηκαν να ανταλλάσουν νερά και αστεία. Την ίδια ώρα εμείς φεύγαμε για να κολλήσουμε στην κίνηση λίγα μέτρα πιο πέρα.

Σε παγκάκια και πλατείες, στα λιγοστά πάρκα και στις κούνιες τους βλέπεις να κάθονται παρέες παρέες και να νοσταλγούν το μέλλον που ποτέ δε θα έρθει. Μετανάστες, ταλαιπωρημένοι φτωχοδιάβολοι με μπογιές κι ασβέστη στα παντελόνια, εργάτες που γυρίζουν αργά από τις δουλειές, χαίρονται όσες οάσεις έχουν απομείνει στην πόλη.

Αντίθετα εμείς, θεωρητικά πλουσιότεροι, κοινωνικά καταξιωμένοι και κάτοχοι αυτοκίνητου, ακίνητου και 24 άτοκων δόσεων, κλειδαμπαρώνουμε τις πόρτες και ανοίγουμε την τηλεόραση να κάνει παρέα ο βόμβος του air condition με τους αφόρητους παραθυρόπληκτους. Ντόπιοι και παμπάλαιοι ένοικοι του αστικού τοπίου, γυρίζουμε την πλάτη στους δρόμους και τα στενάκια, λες και τα πεζοδρόμια υπάρχουν μόνο και μόνο για να μπορούμε να διπλοπαρκάρουμε. Πιο ξένοι απ’ τους ξένους, αποφεύγουμε να καθίσουμε μόνοι με φίλους σ’ ένα παγκάκι, εκτός αν πρόκειται να παρακολουθήσουμε κάποιο εντυπωσιακό θέαμα. Ίσως γιατί περισσότερο απ’ όλα τρέμουμε στην ιδέα της επαφής. Δεν αναφέρομαι πάλι στη θλιβερή προτίμησή μας για τον εικονικό κόσμο της οθόνης, ούτε στην ανάγκη να διεκδικήσουμε το δημόσιο χώρο. Δε μιλάω για το έλλειμμα δημοκρατίας ή παιδείας, αλλά για το ενδεχόμενο αυτό που απουσιάζει απ’ τις ζωές μας να είναι τελικά η ανθρωπιά.

Ένας φίλος, που θεώρησε καλή ιδέα να κυκλοφορεί με ποδήλατο στους δρόμους της πόλης, έπεσε μία απ’ τις προηγούμενες μέρες κάπου απέναντι απ’ το Καλλιμάρμαρο. Τον έκλεισε ένας ταξιτζής και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κατέληξε να θαυμάζει από πολύ κοντά το εντυπωσιακό έργο του πρώην δημάρχου, δηλαδή τα περίφημα κάγκελα. Ο οδηγός φυσικά δε σταμάτησε, μάλλον δεν πρόσεξε καν το υποψήφιο θύμα του. Δε σταμάτησε όμως και κανείς άλλος. Μπροστινοί, διπλανοί και διερχόμενοι πεζοί ή επιβάτες περνούσαν ρίχνοντας πότε πότε βιαστικά βλέμματα συμπαράστασης. Οι παρόμοιες περιπτώσεις δεν αποδεικνύουν φυσικά τίποτα οριστικό για την σκληρότητα της κοινωνίας μας. Ίσως όμως να υπαινίσσονται κάτι για την απάθεια και την αδιαφορία που συνεχίζει να εξαπλώνεται ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα.

Οι μετανάστες του γηπέδου, ουραγοί στην κατανάλωση ρούχων και μικροσυσκευών, μόνιμοι απόντες από νυχτερινά κέντρα και αστραφτερά εξώφυλλα, δεν μπορούν παρά να είναι μια διαρκής υπενθύμιση ή αλλιώς, μια βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια του τηλεοπτικού πολιτισμού. Καθισμένοι στο κέντρο ένος γηπέδου δείχνουν ξεκάθαρα το δρόμο που χάσαμε. Μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω απ’ το φιλέ, τρία μπουκάλια νερό και όλο το κέφι του κόσμου, είναι γι’ αυτούς ο πρώτος χαιρετισμός του καλοκαιριού ή μια άτυπη υπόσχεση που δόθηκε σιωπηλά. Ανάμεσα στις πάσες, τις μανσέτες και τα μπουγελώματα, συμφώνησαν το αύριο, να τους βρει όλους μαζί γύρω από ένα τραπέζι σε κάποια αυλή ή έστω σε μια ασφυκτική κουζίνα ενός ημιυπόγειου στην Κυψέλη.

Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι οι άνθρωποι αυτοί, μέσα στα ζόρια, τα χρέη και την απόσταση, συνωμοτούσαν μυστικά υπέρ της συντροφιάς. Το απόγευμά τους ήταν ένα τραγούδι, μια μικρή υπεράσπιση της παρέας. Τα ξεχασμένα λόγια τους ακούγονταν σα βάλσαμο. Εκείνη την ώρα, όλοι τους ήταν έτοιμοι να σηκώσουν μαζί το βάρος του χρόνου, ήταν έτοιμοι να τρέξουν να βοηθήσουν τον ποδηλάτη που παρέμενε ξαπλωμένος στη λεωφόρο ή ακόμη και να σταθούν εκεί στη μέση του γηπέδου και να ψιθυρίσουν ιστορίες για τις πατρίδες τους. Κι επειδή μ’ αρέσει να υπερβάλλω θα σας πω ότι η παρέα εκείνου του Σαββάτου, που δεν ξέρω τελικά αν την είδα ή απλά τη φαντάστηκα, μιλούσε ξεκάθαρα για όλους εμάς. Μιλούσε για τους φίλους, τις βόλτες και τη λυτρωτική πιθανότητα της συνύπαρξης. Μιλούσε για τον κόσμο που δεν έχει παραιτηθεί, αλλά διψασμένος, ψάχνει ακόμη τον τρόπο να ζήσει.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under του λιμανιού

2 responses to “ένα σερβίς στο κέντρο της πόλης

  1. πείτε τα κ. Μοίρη γιατί ο διαιτητής έχει φαγωθεί να φωνάζει άουτ.
    άμα είναι κανείς αντικειμενικός, τα βλέπει αυτά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s