4. ο σταθμός

(ακολουθεί υπερβολικά μεγάλο σεντόνι. το ξέρω το παράκανα)

Το ρολόι του σταθμού έδειχνε 5:23. Την ίδια αυστηρή απάντηση της είχε δώσει ο υπάλληλος του ΟΣΕ στο γκισέ πριν κάποιες ώρες. «Άφιξη 5:23 κυρία μου, ευχαριστούμε πολύ».Αυτό το και 23 αν και θα περίμενε κανείς να την καθησυχάσει με την συνέπεια και τη σιγουριά που ακτινοβολούσε, είχε το ακριβώς ανάποδο αποτέλεσμα. Το κοφτό και άμεσο 5:23 της δημιουργούσε μια αλλόκοτη αίσθηση αμηχανίας ή μάλλον μια έντονη νευρικότητα.

Το τρένο πάντως είπα ήδη πως έφτασε την προκαθορισμένη ώρα, χωρίς να χάσει ή να κερδίσει δευτερόλεπτο. Σήκωσε με δυσκολία τις δύο βαλίτσες της, κατέβηκε από το βαγόνι και στάθηκε στην άκρη. Προσπάθησε να καθίσει όσο πιο πίσω μπορούσε ώστε να διακρίνεται εύκολα από όποιον έφτανε στην αποβάθρα. Κοίταξε λίγο μήπως ξεχωρίσει κάποια γνωστή φυσιογνωμία μέσα στο πλήθος, αλλά με τόσο κόσμο ήταν αδύνατον. Δεν ανησύχησε όμως. Το μήνυμα το έλεγε ξεκάθαρα. Πεντέμιση, το αργότερο παρά τέταρτο θα έρχονταν να την πάρουν από το σταθμό.

Παρατηρούσε τους ανθρώπους που αποβιβάζονταν και αυτούς που τους υποδέχονταν. Αγκαλιές, φιλιά, εγκάρδιοι χαιρετισμοί. Σκεφτόταν τη δική της υποδοχή. Ανυπομονούσε να έρθουν. Είχε πολύ καιρό να τους δει. Η σημερινή γιορτή θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία. Θα ήταν όλοι μαζεμένοι στο παλιό σπίτι στο χωριό. Κανείς δε θα ήθελε να αρνηθεί αυτή την απρόσμενη πρόσκληση. Μετά από τόσα χρόνια θα μαζεύονταν όλοι γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι της αυλής κάτω απ’ τη γέρικη μουριά. Εκεί, κάτω απ’ τον ίσκιο της, θα έτρωγαν και θα συζητούσαν ξανά όλοι μαζί, όπως τότε.

Η ώρα ήταν πέντε και μισή. Κανείς δεν είχε έρθει ακόμη. Της φάνηκε λογικό. Ποιος θα περίμενε τέτοια συνέπεια από το τρένο; Άλλωστε το μήνυμα έλεγε πέντε και μισή, το πολύ παρά τέταρτο θα έρχονταν. Τώρα αναρωτιόταν ποιόν θα έβαζαν να κάνει τη διαδρομή από το χωριό μέχρι το σταθμό και πίσω. Αν θυμάται καλά πρέπει να ήταν περίπου 40 λεπτά απόσταση. Το πιο πιθανό είναι να ερχόταν ο θείος Τ. Πάντα πρόθυμος και γελαστός. Τρελαινόταν να σε εξυπηρετήσει και έτρεχε για όλους. Τα τελευταία χρόνια είχαν χάσει επαφή καθώς αυτός τώρα είχε τρεχάματα με την αρρώστια της γυναίκας του. Μια ύπουλη ασθένεια, που απαιτούσε συνεχή φροντίδα και ατελείωτα πήγαινε έλα στα νοσοκομεία. Όσοι τον είχαν δει πρόσφατα έλεγαν πως άσπρισε απότομα, ενώ και εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό γέλιο του είχε μάλλον ατονήσει.

Αν δεν ερχόταν αυτός, μάλλον θα έστελναν τον μικρό, τον Σ. Ανιψιός της και πολύ καλό παιδί. Φοιτητής ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, ήταν το καμάρι της οικογένειας. Ευγενικός και συνεπής, πάντα άκουγε με προσοχή τα λόγια των μεγαλύτερων που στα οικογενειακά τραπέζια δεν έπαυαν να τον ζαλίζουν με άπειρες απορίες σχετικά με υπαρκτούς και φανταστικούς πόνους. Πρόσφατα πήρε το δίπλωμα οδήγησης, άρα ίσως να έρθει αυτός, αν ο θείος Κ. είναι κουρασμένος.

Βέβαια, σκέφτηκε, δεν θα είναι έκπληξη αν τελικά εμφανιστεί η Μ. Παιδική φίλη της απ’ το χωριό, που παντρεύτηκε τον ξάδερφό της το Χ. Στα νεανικά τους χρόνια, ήταν συνέχεια μαζί, κάτι παραπάνω από φίλες, μάλλον αδερφές. Συνομίληκες, μαζί πέρναγαν τα καλοκαίρια στην επαρχία. Έφταναν κι οι δύο σκασμένες απ’ τα διαβάσματα του χειμώνα και ξέδιναν παρέα στη ζεστή καλοκαιρινή επαρχία. Μαζί βγήκαν τα πρώτα ραντεβού, μαζί πήγαιναν ατελείωτες βόλτες στο ποτάμι δίπλα στο χωριό, μαζί έκλεψαν –πρώτη και τελευταία φορά τέτοιο πράγμα- τέσσερα ολόκληρα παγωτά απ’ το περίπτερο του κυρ Μανόλη. Ακόμη μαζί, και αυτό το είχε ξεχάσει όλα αυτά τα χρόνια, είχαν σχεδιάσει μια Κυριακή του Αυγούστου να φύγουν. Έπεφτε μια απ’ τις γνωστές θερινές καταιγίδες, οι γονείς φώναζαν όλη την ημέρα, οι διακοπές τελείωναν, το σχολείο επέστρεφε απειλητικά κι εκείνες σκασμένες και μελαγχολικές κάθονταν στο πεζούλι κάτω απ’ το υπόστεγο του παρατημένου σχολείου και κοίταζαν ανόρεχτα το νερό που έπεφτε. Το καλοκαίρι ακόμη και όταν έβρεχε ήταν υπέροχο. Το καλοκαίρι που περνούσαν μαζί ήταν υπέροχο. Έτσι, ξαφνικά και αναπόφευκτα, μέσα σ’ ένα λεπτό, μέσα σ’ ένα βλέμμα το αποφάσισαν. Θα έφευγαν μαζί. Η χαρά τους όμως κράτησε ελάχιστα. Τόσο, όσο έκανε να εμφανιστεί από τη γωνία ο παππούς της Μ. και τείνοντας απειλητικά τη μαγκούρα να τις κυνηγήσει μέχρι το σπίτι, όπου και τα άκουσαν κανονικά για την ενδεχόμενη πνευμονία που θα εισέπρατταν εκείνο το βροχερό μεσημέρι.

Πάντως, σκεφτόταν, ίσως το πιο πιθανό, είναι να τρέξει να την παραλάβει ο Π. Ο αγαπημένος της ξάδερφος, ο πιο κοντινός της άνθρωπος όλα αυτά τα χρόνια. Αυτός που τη βοήθησε όταν έχασε τους γονείς της, αυτός που της στάθηκε ψυχολογικά και οικονομικά. Πόσες μέρες και νύχτες δεν είχαν περάσει μαζί. Σε μπαρ, στο σπίτι, σε μικρά γλέντια και συγκεντρώσεις. Για ατέλειωτες ώρες κουβέντα για τα πολιτικά, τα γκομενικά, το οτιδήποτε. Αλλά και να μη μιλούσαν, πάλι μια ματιά ήταν αρκετή να συνεννοηθούν. Κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, κάθε φορά που υπήρχε πρόβλημα σ’ εκείνον θα τηλεφωνούσε. Και κάθε φορά αυτός θα έτρεχε, ποτέ δε θα την απογοήτευε. Μόνο που τον σκεφτόταν, χαμογελούσε.

Εκείνη την ώρα σα να ξύπνησε απότομα από ένα λήθαργο, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο πίσω της. Η ώρα ήταν έξι και μισή. Μ’ αυτά και μ’ αυτά αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. 6 και μισή είπε δυνατά. Άρχισε να ανησυχεί. Μήπως την ξέχασαν; Αποκλείεται. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. 5:30, 6 παρά το αργότερο θα ήταν εκεί. Τώρα όμως στεκόταν μόνη στο σταθμό. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Ούτε επιβάτης να περιμένει, ούτε υπάλληλος μέσα στο παλιό πέτρινο κτίριο. Απόλυτη ησυχία. Αυτή ακίνητη μέσα στο μαύρο παλτό της, για λίγο νόμισε πως μπορούσε να ακούσει την ανάσα της. Κοίταξε δεξιά αριστερά. Δεν υπήρχε κάποιο τηλέφωνο εκεί και το κινητό της από ώρα ήταν άδειο από μπαταρία. Η ανησυχία άρχισε να γίνεται εκνευρισμός.

Γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη;

Ξαφνικά η αναμονή και η ερημιά έμοιαζαν ανυπόφορες. Η απίστευτη σιγή του σταθμού ήταν εξωπραγματική, βγαλμένη από κάποιο μακρινό φόβο. Λύγισε για λίγο τα γόνατα, σκέφτηκε να καθίσει κάτω, να ξεκουραστεί για λίγο. Πέρασαν άλλα πέντε λεπτά. Στάθηκε πάλι στα πόδια της. Δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται έτσι από μια ελάχιστη αργοπορία. Δεν είναι δυνατόν έτσι απότομα να καταρρέει λόγω μιας μικρής ασυνεννοησίας. Πάλευε να κρατήσει το κορμί της στητό, το κεφάλι ψηλά σα να μην τρέχει τίποτα, σα να μην περιμένει κανένα. Το μήνυμα, σκέφτηκε, το μήνυμα, πώς μπορεί να το ξέχασαν;

«Γιατί δεν είναι εδώ ο θείος Τ.;» μονολόγησε. Τον έψαχνε με το βλέμμα ανάμεσα στα παγκάκια του σταθμού κι ας ήξερε πως δεν ήταν εκεί. Άλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι ο θείος Τ. εδώ και καιρό δεν είναι πια αυτός που ήταν. Δεν γελάει δυνατά και ξάστερα, όπως παλιά, παρά έχει μια μόνιμη θλίψη στα μάτια. Τα ξενύχτια στα νοσοκομεία, τα φακελάκια στους γιατρούς και η συνεχής ανάγκη να περιποιείται τη θεία τον είχαν καταβάλλει. Η ίδια με τα χρόνια παραξένεψε. Δεν ήθελε ξένη γυναίκα να τη φυλάει, δεν άφηνε κανέναν άλλο εκτός από το θείο να την βλέπει με τη νυχτικιά ή γυμνή, τσακωνόταν για το παραμικρό με τους γιατρούς, έδιωχνε τις νοσοκόμες. Ο Τ. είχε γίνει ένα αμίλητο και στεγνό ανθρωπάκι, που περιφερόταν στους κρύους διαδρόμους ψάχνοντας νέα για την άρρωστη ή εκλιπαρώντας για κάποια δευτερόλεπτα ηρεμίας. Οι πόνοι της θείας κάθε μέρα όμως δυνάμωναν. Αυτός τα είχε χαμένα. Τον ανάγκασε να την πάρει από το νοσοκομείο και να αφοσιωθεί στη φροντίδα της στο σπίτι τους. Εκεί, έπειτα από μήνες στο ίδιο δωμάτιο, που είχε ποτιστεί από τη μυρωδιά φαρμάκων και την κλεισούρα, ο Τ. άρχισε να τα χάνει. Τα μπουκαλάκια, οι ενέσεις, οι πάπιες, τα σφαλισμένα πατζούρια, το μόνιμο σκοτάδι πείραξαν το μυαλό του. Μια μέρα τον άκουσαν να ουρλιάζει απειλώντας θεούς και δαίμονες. Ύστερα, το ίδιο βράδυ κιόλας, την έκλεισε σε μια κλινική κι από τότε το μόνο που τους συνδέει είναι μια επιταγή που κάθε μήνα ανανεώνει το δικαίωμά της να πεθάνει σ’ ένα κρεβάτι με καθαρά σεντόνια εκεί. Ο ίδιος λέει ότι όλα αυτά είναι ψέματα. Λέει ότι η θεία είναι ακόμη στο κρεβάτι που ξάπλωναν μαζί τόσα χρόνια κι ακόμη τη φροντίζει όσο μπορεί. Αυτοί όμως όσο κι αν δε μιλάνε, ξέρουνε.

Κοίταξε πάλι το ρολόι. 7 παρά δέκα. Ούτε ο θείος ούτε κι ο Σ. Τον Σ. όμως, ποτέ δεν το περίμενε στ’ αλήθεια. Ο Σ. ήταν ένας μικρός απατεώνας. Δεν το ήξερε κανείς, αλλά εδώ και έξι μήνες είχε παρατήσει τη σχολή. Κάποιες φήμες λένε πως πηγαινοέρχεται στα σύνορα κάνοντας ύποπτες δοσοληψίες κι άλλοι ψιθυρίζουν πως το παιδί απλά τρελάθηκε. Λένε πως τον είδαν να κοιμάται μαζί με αδέσποτα σκυλιά κι άλλοι πως ένα βράδυ χτυπούσε με μανία μια Ρουμάνα πίσω από το σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν ένας φευγάτος, βλάστημος διάολος που παρενοχλούσε τους γονείς του στέλνοντάς τους πότε επιστολές αυτοκτονίας και πότε ψεύτικες κάρτες από τη Βραζιλία. Βέβαια μετά απ’ όλα αυτά δε θα εμφανιζόταν σ’ αυτή τη συγκέντρωση.

Καθόλου σίγουρη δεν ήταν πως θα εμφανιζόταν κι η παιδική της φίλη η Μ. Γι’ αυτήν το σχέδιο εκείνης της Κυριακής φαίνεται ότι δεν ήταν μια απλή φευγαλέα έκλαμψη, ένα παιχνίδι δύο κοριτσιών. Η φυγή την κυνηγούσε και δεν μπορούσε να σταματήσει να πιστεύει ότι υπάρχει μια στενή φυλακή και ένα κελί χτισμένο ειδικά για εκείνη. Αυτά φυσικά δεν τα είπε ποτέ στον άντρα της. Πίστεψε ότι αυτό το φόβο, την υπερβολική ανησυχία θα τα εξαφανίσει η αγάπη του. Αργότερα, πίστεψε ότι το παιδί θα δείξει και σ’ αυτή ότι υπάρχουν αγκαλιές που δεν σε λιώνουν με τη δύναμή και την απαίτησή τους. Έκανε λάθος, έκανε συνεχόμενα λάθη. Η ασφυξία μέρα τη μέρα μεγάλωνε. Ασφυξία, είπαν οι γιατροί, ήταν η αιτία θανάτου για το ενός έτους παιδί της. Το πλάκωσε στον ύπνο της, ήταν εξαντλημένη και δεν μπόρεσε να ξυπνήσει, είπαν οι αστυνομικοί και οι δικηγόροι. Ο άντρας της το δέχτηκε αναντίρρητα και μεγαλόψυχα, δεν είχε λόγο να την αμφισβητήσει. Αυτή όμως, που ήξερε καλύτερα, αυτή μπορούσε να φανταστεί το σφίξιμο των χειλιών, το πλάκωμα, το κλάμα και την οργή. Αυτή μπορούσε να φανταστεί τη Μ. να ζητάει συγχώρεση από το παιδί της πριν αρχίσει να ρίχνει το βάρος μιας ζωής κι ενός κόσμου ολόκληρου πάνω στο μικρό του σώμα.

Ούτε αυτή βέβαια θα ερχόταν. Ούτε στο τραπέζι, ούτε στο σταθμό να την παραλάβει. Δε θα τολμούσε να εμφανιστεί μπροστά στον παππού που κάνοντας κύκλους μες στην αυλή μπορούσε μόνο να ψελλίσει «φόνισσα, αλλοίμονο. Φόνισσα»

Ήταν 7. Δεν μπορεί. δεν θα έρθει κανείς, σκέφτηκε. Και το μήνυμα, το μήνυμα που έλεγε ότι θα την έπαιρναν από το σταθμό; Όλα είναι μια φάρσα λοιπόν, ένα κακόγουστο αστείο. Η μόνη της ελπίδα ήταν πια ο Π. Ο αγαπημένος της Π. Ο φίλος κι αδελφός. Ο Π. Ο Π. που φυσικά δε θα ερχόταν. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει ο Π. Γιατί, όπως ήδη κατάλαβες, δεν υπάρχει Π. Γιατί οι γονείς της είναι ζωντανοί, αυτή δε συζητάει με κανέναν τα δικά της, ούτε φυσικά έχει κάποιον να παίρνει τηλέφωνο οποιαδήποτε ώρα θελήσει. Στην πραγματικότητα η ατζέντα της είναι γεμάτη από τηλέφωνα νεκρών συγγενών και αντιπαθητικών συναδέλφων. Το μήνυμα δεν ήταν καν ένα αστείο ή κάποια μασκαρεμένη κακεντρέχεια. Όλα ήταν ψέματα. Το μήνυμα, το τραπέζι, η μουριά, το χωριό. Η θείος Τ., η παιδική φίλη Μ., ο Σ. ή ο Π. Ανύπαρκτα πρόσωπα, πλάσματα της φαντασίας της. Η αναμονή ήταν μια δοκιμασία στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό της. Όταν μπήκε στο τρένο το πρωί δεν ήξερε που θα πάει. Δεν είχε καμία πρόσκληση. Όταν κατέβηκε σ’ αυτόν τον τυχαίο σταθμό, σ’ αυτό το ετοιμόρροπο πέτρινο κτίριο δεν περίμενε κανέναν. Έπαιζε θέατρο συνεχώς, έδινε μια παράσταση χωρίς θεατές. Με άλλα λόγια δημιούργησε και έζησε μία ήρεμη απελπισία δίχως αποδέκτες ή προοπτική.

7:23. Έφτασε το επόμενο τρένο. Χωρίς να πάρει τις βαλίτσες της, που έτσι κι αλλιώς ήταν άδειες, ανέβηκε στο βαγόνι που ήταν σταματημένο μπροστά της και ακολούθησε τον κόσμο στην ατέλειωτη ροή του. Κάθισε, απελπισμένη κι ήρεμη, και κοίταξε το τοπίο που έτρεχε παράλληλα με τις ράγες.

Στη φωτό η Hilary Swank παρακολουθεί, μες στην ερημιά του σταθμού ή του studio, τη σκιά της που μάταια προσπαθεί να ξεφύγει απ’ τον εαυτό της.

Advertisements

9 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

9 responses to “4. ο σταθμός

  1. δεν ήταν τόσο μεγάλο τελικά…
    ούτε δυό ώρες κράτησε..

  2. κ. ΚαταΚόκκινε Μοίρη το να διαβάσετε ολόκληρο το ποστ, θεωρείται ξεκάθαρος ακτιβισμός. θα σας κέρναγα ένα Lagavulin (έστω να το μυρίζετε), αλλά δυστυχώς δε μ’ αρέσει.

  3. Σελιτσανος

    Προς στιγμήν τη ζήλεψα αυτήν την οικογένεια.Η σκηνή δε της καλοκαιρινής βροχής με μάγεψε.Σκόπευα μάλιστα να σας επιπλήξω για το ανάλαφρο του πράγματος : ούτε σε ελληνικά σήριαλ δε συμβαίνουν τέτοια πράγματα!

    Μετά…προσγειώθηκα.

  4. μπορεί να σας το κεράσω εγώ οπότε θα σφίξετε την καρδιά σας και θα το πιείτε

  5. @ Σελιτσάνε,
    στην αρχή επεφύλασσα άσχημο τέλος και για την «ηρωίδα», μετά όμως το μετάνιωσα.
    αν και το προσπαθώ αδυνατώ να γράψω χαρούμενη ιστορία, δεν ξέρω γιατί με τραβάει έτσι η μιζέρια.

    @ κ. Μοίρη, αν είναι έτσι, θα το πιω και το ποτήριον τούτο.

  6. ε

    δεν το παρακανατε,αλλά στο τελος θα με απολυσουν 🙂
    θα γυρισω εδω το βραδυ,να καθισω με την ησυχια μου οοοσην ωρα θελω.
    θα ερθουν να τη παρουν απο το σταθμο αραγες..

  7. βεβαίως και να καθίσετε όσο θέλετε.
    απλώς δε θα είμαι καλός οικοδεσπότης, αν πάνε όλα καλά θα βρίσκομαι στο κατάστρωμα.
    οπότε σας εύχομαι καλό τριήμερο και σας χαιρετώ
    προς το παρόν μόνο.

  8. ε

    γαμωτο (θαυμαστικο)
    τελικα δεν ηρθαν.

    ντυθειτε ζεστα .εκει στο καταστρωμα ενα αερακι το κανει .
    καλο τριημερο και σε σας.

  9. το αεράκι του το είχε, αλλά ήταν σχεδόν θεραπευτικό.

    γαμώτο γύρισα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s