η γιορτή αργεί πολύ ν’ αρχίσει

Γυρνώντας τις νύχτες στους δρόμους της πόλης, αρχίζω να φοβάμαι ότι σε λίγο καιρό, όταν λέμε διασκέδαση, θα αναφερόμαστε αποκλειστικά στα τσιφτετέλια των τηλεοπτικών εκπομπών. Καφετέριες, ταβερνεία και κυριλέ restaurant, κάνουν ότι μπορούν για να απομακρύνουν οριστικά τους θαμώνες. Ποτά που κοστίζουν όσο ολόκληρο το μπουκάλι, κάκιστη εξυπηρέτηση και επαναλαμβανόμενες άθλιες play list περιγράφουν αρκετά καλά το μεγαλύτερο ποσοστό των μαγαζιών που διεκδικούν κομμάτια του ελεύθερου χρόνου μας. Δε θα είμαι υπερβολικός αν πω ότι ο τρόπος που διασκεδάζουμε κινδυνεύει να μεταλλαχτεί σε ένα ατελείωτο, πληκτικό και στριμώκωλο σκυλάδικο. Το γεγονός όμως ότι γεμίσαμε κακόγουστα και πανάκριβα μαγαζάκια δε δείχνει να ανησυχεί το κοινό, το οποίο μάλλον εύκολα βολεύεται με την αδιάκοπη πασαρέλα και την ακατανόητη επίδειξη κοινωνικού status. Δεν είναι λίγα τα Σαββατόβραδα που οι εξοδούχοι μοιάζουν εξόριστοι σε χώρους που η πόζα και η απληστία έχουν σκοτώσει από καιρό.

Η παραίτηση από το ξέσπασμα και τη γιορτή για χάρη ενός άοσμου και άγευστου στυλ δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η πρόχειρη αντιμετώπιση του γλεντιού, η περιφρόνηση της συντροφιάς και της μουσικής βγάζει μάτι ακόμη και στις διάφορες εκδρομές μακριά απ’ την πόλη. Πέρσι τον Ιούλη ταξίδεψα στην Αστυπάλαια. Στο καφενείο που μ’ έβρισκαν όλες σχεδόν οι νύχτες, μόνιμη και αποκλειστική συνοδεία απ’ τα ηχεία είχαμε τους γνωστούς, απ’ τις τηλεοπτικές εκπομπές, νησιώτες Γιαννούλη και Βαζαίο. Τα τελευταία καλοκαίρια, στα λιγοστά πανηγύρια που πήγα σε χωριά της Αρκαδίας, το κλαρίνο είχα την εντύπωση πως πασχίζει να αλαφρύνει όσο είναι δυνατόν. Εκεί, τα τραγούδια της Θώδη έδιναν και έπαιρναν.

Ακόμη λοιπόν και εκεί που το τοπίο, το κόκκινο κρασί και η ρακή, αποζητούν απεγνωσμένα το αυθεντικό, εμείς με ευκολία το ανταλλάσσουμε με προϊόντα τηλεοπτικής αισθητικής. Μάλλον είναι και τα μόνα που καταλαβαίνουμε, άλλωστε. Πώς αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός ότι έβλεπα γενειοφόρους, θαλασσοδαρμένους ψαράδες και σιωπηλούς βοσκούς να εκφράζουν την προτίμησή τους στα παραπάνω άσματα; Η αγωνία, το άγριο μεθύσι, η μελαγχολία της παρέας πάνε περίπατο για χάρη του εύκολου γέλιου και της χοντροκομμένη πλάκας. Τραγουδάκια δίχως την παραμικρή ικανότητα να συνομιλήσουν με το τοπίο ή τις βαθύτερες πίκρες κάθε ανθρώπου, παίρνουν πρώτη θέση στα κατ’ όνομα μόνο γλέντια μας και αδυνατούν να μας παρασύρουν στον επώδυνο όσο και λυτρωτικό χορό.

Ίσως γιατί κανείς δε θέλει να βγει πραγματικά, να χορέψει και να γυρίσει μεθυσμένος σπίτι, όχι βέβαια από το ποτό-μπόμπα που ήπιε, αλλά από την ίδια τη μαγεία της βραδιάς. Βέβαια, αυτό που θέλει το κοινό αυτές τις μέρες, είναι να καταναλώσει φεστιβαλικές εκδηλώσεις. Τον υπόλοιπο χρόνο απλώς συρρέει μαζικά στα σημεία που οι οδηγοί πόλης αναφέρουν ως επιβαλλόμενους προορισμούς. Κανείς δε φαίνεται να ψάχνει για διέξοδο, αντίθετα μας είναι αρκετό να είμαστε παρόντες σε άλλη μια θεατρική παράσταση ή σε άλλο ένα «ψαγμένο» μπαράκι.

Κάπως έτσι, ξαφνιάστηκα όταν άκουσα ένα απόγευμα σε μαγαζί της Ναυαρίνου στα Εξάρχεια εκείνη τη μουσική. Συνηθισμένος στις γνωστές επιτυχίες που παίζονται στο ραδιόφωνο μόνο και μόνο για να γίνουν κάποτε ringtone, δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω το κανονάκι και το κλαρίνο. Ύστερα μια σύντομη κουβέντα για τον Kazim Koyuncu, μου θύμισε την τελευταία ταινία του Φατίχ Ακίν. Στο έργο του, «Η άκρη του ουρανού» ακούγαμε πάλι τέτοια μουσική και παρακολουθούσαμε τον πρωταγωνιστή καθώς οδηγούσε στους δρόμους του Πόντου. Όλο το τοπίο ήταν γνώριμο και αξέχαστο, όπως η διαδρομή για το χωριό σου. Το κανονάκι και η θάλασσα στο πλάι, ήταν εκείνη τη στιγμή μια απλή υπενθύμιση ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί και τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.

Κάποτε είναι καλό να τελειώνει η ώρα της μιζέριας και της γκρίνιας. Οι δρόμοι κι οι πλατείες καλώς ή κακώς ανήκουν ακόμη στους ήσυχους πολίτες του καναπέ, δηλαδή σε όλους εμάς. Με άλλα λόγια τα παγκάκια της γειτονιάς, οι παιδικές χαρές και τα σκαλάκια των σπιτιών είναι ο χώρος μας και βρίσκονται εκεί για να στήνουμε εμείς αυτοσχέδιες γιορτές. Με τις μουσικές να ξεχειλίζουν από τα ανοιχτά παράθυρα και την παρέα να περιφρονεί τα ρολόγια, είναι ώρα να διεκδικήσουμε κάτι από το παλιό, ανάρμοστο και απελευθερωτικό γλέντι. Κι αν η αποτυχία τέτοιων εγχειρημάτων μοιάζει σίγουρη, τουλάχιστον μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να γνωρίσουμε αυτούς, που χρόνια τώρα μένουν σιωπηλοί στο διπλανό διαμέρισμα.

υγ. κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under του λιμανιού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s