3. το μαχαίρι

Περίμενε ακόμη στο μαγαζί. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 4. Δηλαδή είχε ήδη καθυστερήσει δύο ώρες. Κοίταζε συνεχώς μια την πόρτα, που έχασκε μισάνοιχτη, μια τους αργοκίνητους λεπτοδείκτες. Το μεσημέρι ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση. Μοναδικοί πελάτες μερικοί γείτονες που έμεναν από τσιγάρα ή κάποιος διψασμένος περαστικός που σταματούσε για αναψυκτικό. Ο Ιούλιος έσταζε από τα air condition και τον ιδρώτα και εκείνη ήταν κολλημένη μέσα στο στενόμακρο χώρο, πνιγμένη από πατατάκια και περιοδικά ποικίλης ύλης.

Της είχε πει δύο το αργότερο θα είναι εκεί. Θα πήγαινε πρωί πρωί στην τράπεζα και μετά θα καθόταν λίγο σπίτι, ίσως να έριχνε μια ματιά στο φως της τουαλέτας που είχε χαλάσει, θα έπαιρνε απ’ το σχολείο το παιδί, θα το άφηνε στη μάνα του και θα ερχόταν στο μαγαζί. Της είχε υποσχεθεί το αργότερο 2 θα είναι εκεί. Τώρα αυτή έλιωνε μαζί με το πεζοδρόμιο ανίκανη να αντιμετωπίσει το ασφυκτικό μεσημέρι.

Σηκώθηκε. Δεν άντεχε άλλο. Άρχιζε να κόβει βόλτες μέσα έξω στο κατάστημα. Η μπλούζα είχε κολλήσει πάνω της. Άνοιξε μια μπύρα και την κατέβασε σχεδόν μονορούφι. Αυτό ήταν. 4:30 πήγε. Πήρε τα κλειδιά που ήταν ακουμπισμένα όπως πάντα δίπλα στην ταμειακή μηχανή, τράβηξε την πόρτα πίσω της, και έφυγε. Περπατούσε γρήγορα. Με τεράστιες, πρωτοφανείς για τα μέτρα της, δρασκελιές πέρασε μπροστά από το κλειστό μανάβικο, το περίπτερο του Γιώργου, την πλατεία που λιάζονταν τα αδέσποτα, το video club που ήταν ακόμη κλειστό λόγω ανακαίνισης και το άδειο καφενείο. Δε σταμάτησε στο φανάρι, ούτε άκουσε τις βλαστήμιες του ταξιτζή που αναγκάστηκε να φρενάρει εντελώς απροσδόκητα για να μη τη χτυπήσει, έστριψε στο φούρνο και έφτασε στη γνώριμη πολυκατοικία.

Με ένα συνδυασμό εξαντλητικού θυμού και ανατριχιαστικής ηρεμίας άνοιξε την εξώπορτα. Δεν μπορούσε να περιμένει το ασανσέρ και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Ο ιδρώτας τώρα πλημμύριζε το πρόσωπο, χωνόταν ανάμεσα στα πόδια και σχημάτιζε μικρούς λεκέδες στο παντελόνι.

μου είχε πει, δύο το αργότερο. Είναι ήδη 4:30. Δεν αντέχω άλλο αυτό το κωλομεσημέρι. Αυτή η ζέστη με τρελαίνει. Δε μ’ αρέσει μεσημέρια να κάθομαι εκεί μέσα. -δε γίνεται αλλιώς, της είχε πει- Και του απάντησα χίλιες φορές, τότε να βάλουμε ένα κλιματιστικό. Αυτός εκεί κολλημένος, το θεωρεί περιττό. Περιττό είναι απ’ ότι φαίνεται να μιλάω. Περιττό να λέω ότι χρειάζομαι κλιματιστικό. Περιττό είναι να ζεσταίνομαι.

Πρώτος όροφος. Τρέμουν τα πόδια της. Ακούει φωνές απ’ το διαμέρισμα της κυρίας Κ. Τσακώνεται φαίνεται με τον άντρα της. Αυτή η κάψα θα μας διαλύσει όλους, σκέφτεται. Ακούει την κυρία Κ. να εκτοξεύει βρισιές, ποτήρια και χολή στον απέναντι ξένο, που κάποτε, μπορεί και να ήταν ο σύντροφός της. Πνιγμένες φωνές κι ύστερα βήματα βιαστικά στο πάτωμα. Αυτός δεν μιλάει καθόλου. Ποτέ δεν μιλάει, άμα τον πετύχεις στο διάδρομο απλά σου γνέφει. Συνεχίζει να ανεβαίνει.

Σκαλοπάτια βρώμικα, πατημασιές και χώματα στις άκρες. Αρχίζει και κουράζεται. Κόβεται η ανάσα. Σήμερα άργησε πάρα πολύ. Δε μπορεί να περιμένει όλη μέρα εκεί μέσα. Την ενοχλούν τα κουτάκια, οι τσίχλες, η μαλακία που έχει βάλει στην πόρτα και κάθε τόσο χτυπάει τάχα να καταλάβεις ότι κάποιος μπήκε. Η μαυρίλα των εφημερίδων στα χέρια της, η γαμημένη η κυρία Κατερίνα με το κωλοπεριοδικάκι της. Μια φορά την εβδομάδα έρχεται να αγοράσει το πρόγραμμα της τηλεόρασης με εξώφυλλο κάποιον άθλιο, χαμογελαστό ηθοποιό. Την επόμενη φορά δε θα της το δώσει, θα τη διώξει. Θα την πετάξει έξω κι αυτήν και το αδιάφορο περιφρονητικό της ύφος.

Δεύτερος όροφος. Τα παιδιά λυσσάνε, γέλια, στριγκλιές, σπρωξίματα. Κανείς δεν κοιμάται στην πολυκατοικία. Σφίγγει τα δόντια. Το αίμα της βράζει. Τα παιδιά που παίζουν. Το δικό της στο σπίτι της μάνας του. Να δεις που θα το άφησε εκεί και θα γύρισε να δει τηλεόραση. Κάθεται με τις ώρες σιωπηλός και χαζεύει τα πόδια μιας πλαστικής παρουσιάστριας. Λαχταράει να χωθεί ανάμεσα στα σκέλια της. Τον βλέπει να κοιτάζει σαν έφηβος που ψήνεται στον πυρετό μπροστά σε αφίσες περιοδικών. Δεν έχει καν το θάρρος να της πει μια κουβέντα, να παραδεχτεί τη δίψα του. Μόνο κάθεται εκεί και ακούει για το καινούριο cd μιας ημίγυμνης καριόλας.

Τρίτος όροφος. Έφτασε. Ανοίγει την πόρτα. Ησυχία. Μόνο η τηλεόραση ξεχασμένη να παίζει κάποιο τηλεπαιχνίδι. Εκεί, όλοι περνάνε καλά. Πηγαίνει στην κουζίνα. Κοιτάζει τα ντουλάπια, το καινούριο ψυγείο. Πιάνει την ποδιά της, ύστερα σιγά παίρνει τα καθαρά και τα τακτοποιεί στη θέση τους. Ξεχνιέται για λίγο μόνο κι έπειτα θυμάται ότι αυτός είναι εκεί. Ξαπλωμένος. Κοιμήθηκε και την ξέχασε. Ακουμπάει και το τελευταίο ποτήρι στο ράφι και πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρα. Κρατάει ακόμη ένα μαχαίρι. Αγνοεί κι η ίδια αν πρόκειται για αφηρημάδα ή για μια αόριστη υπόσχεση.

Μπαίνει στο δωμάτιο και τον βλέπει ξαπλωμένο να βαριανασαίνει. Δίπλα του κοιμάται το παιδί. Δεν το πήγε τελικά στη γιαγιά του. Πλησιάζει στο κρεβάτι. Αρχίζει να ονειρεύεται το δευτερόλεπτο εκείνο που το μαχαίρι θα κόβει μέχρι μέσα το λαιμό του. Φαντάζεται την πληγή που θα ανοίγει το μαχαίρι, που τόσα χρόνια ακουμπισμένο στο τραπέζι της κουζίνας χρησιμοποιούσαν για να κόβουν ψωμί. Κάθε βράδυ, κάθε μέρα το ίδιο αυτό αντικείμενο σημαντικό μέρος της ζωής και της ευτυχίας τους. Τώρα θα χαράξει ένα τέλος στο στήθος του άντρα της.

Έσφιξε στα χέρια της το μαχαίρι, το έφερε κοντά στο λαιμό του και έμεινε ακίνητη. Ο ιδρώτας έκανε τα δάχτυλα να γλιστράνε. Κοίταξε τον άντρα της που αγκάλιαζε, σα να σκεπάζει, το παιδί τους. Δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Σχεδόν ακούμπησε το μαχαίρι στην καρωτίδα του. Δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Κράτησε την ανάσα για δύο δευτερόλεπτα και αμέσως, με μια αστραπιαία κίνηση, έσπρωξε το μαχαίρι, με όση δύναμη είχε, στο στομάχι της. Ύστερα ξάπλωσε δίπλα τους ήσυχα και παρόλο που ο πόνος και το κάψιμο γίνoνταν όλο και πιο αφόρητα μέσα της, δεν έβγαλε άχνα. Έτσι πεθαίνει λοιπόν κανείς. Γρήγορα κι επώδυνα, χωρίς να σ’ αγκαλιάζουν γλυκές μνήμες ή αιθέριες μουσικές. Έμεινε εκεί να κρατάει σφιχτά με το ένα χέρι το μαχαίρι και με το άλλο το στόμα της. Δεν ήθελε να φωνάξει, να κλάψει ή να προσπαθήσει να σωθεί. Δε θα διόρθωνε το λάθος της (κι όταν λέει λάθος αναρωτιέται κι η ίδια αν τελικά το λάθος ήταν η απροσδόκητη και αιματηρή παρόρμηση ή όλη η ζωή της). Περίμενε απλά ακίνητη να τελειώσουν όλα, σα να ήταν ο θάνατος αυτός κάτι αναπόφευκτο κι οριστικό.

Αυτός δεν κατάλαβε τίποτα. Μόνο όταν, χωρίς να το θέλει, ακούμπησε πάνω στο σεντόνι που είχε πια μουσκέψει. Το παιδί ξύπνησε απ’ τις φωνές του.

Υγ. στις φωτό η Nurgül Yesilçay ρίχνει μια ματιά σε κάθε παράλογο ή αναμενόμενο τέλος και ήρεμα αντιλαμβάνεται και τα δύο.

Advertisements

7 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

7 responses to “3. το μαχαίρι

  1. διαφορετικο αυτο!

    διαβαζω και προηγουμενα σου, πραγματικα φαινεται η διαπεραστικη αντιληψη που διαθετεις.
    Πολυ δυνατος!

  2. …και η Στέλλα
    (δεν μπορώ να καταλάβω πώς χώρεσε στο cast η Nurgül)

    καλό σκ

  3. @ identitycafe ευχαριστώ για τον καλό σου λόγο.
    πάντως κάποιοι αμφισβητούν το casting : )

    @ κ. Μοίρη όταν είδα το τελευταίο του Ακίν (η άκρη του ουρανού), εκτός του ότι ενθουσιάστηκα με τη Nurgül, για κάποιο λόγο αμέσως τη φαντάστηκα ως μέρος μιας παρόμοιας ιστορίας.
    κάτι τέτοιο μου βγάζει. συνεπώς εντελώς αυθαίρετα τη βάζω εδώ ανάμεσα στα αίματα.
    καλό σκ να χουμε λοιπόν.

  4. οι αυθαιρεσίες σας είναι κορυφαίες

  5. Πάντως η ίδια η Nurgül απαιτούσε μια λεπίδα ή το φόνο. Απλά της επέστρεψα την επιθυμία κατά πρόσωπο. αυτή ίσως να ήταν η μικρή μου αυθαιρεσία.

  6. Ε τι να τα ξαναγράφω. Ο κ.κ.μοίρης έχει εξαιρετικό γούστο. Ωραίο κείμενο 🙂

  7. Δ Τ σας ευχαριστώ. αν και εξακολουθώ να διατηρω κάποιες επιφυλάξεις για το γούστο του Κ.Κ. Μοίρη. βλέπε και την υπερτιμήμενη Μπελούτσι : )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s