νυχτερινά στιγμιότυπα

Για καιρό, στις διάφορες βραδινές εξόδους παρατηρούσαμε την αντίδρασή τους. Φτάνοντας στην μπάρα, έσκυβα προς τον barman ή τη barwoman και έλεγα κοφτά, ένα ουίσκι. Τότε, εισέπραττα τη λογική, βέβαια, ερώτηση: τί ουίσκι θέλετε; Εμείς πάλι ψάχναμε ακριβώς το αντίθετο. Ήθελα μια φορά να μην ακούσω τίποτα, να μη μου ζητηθεί καμιά εξήγηση. Ήθελα ο απέναντι να μη δώσει σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Να πιούμε θέλουμε άνθρωπέ μου, όχι να κάνουμε τους γευσιγνώστες. Αν είχαμε συγκεκριμένες, ιδιαίτερες προτιμήσεις δε θα ερχόμαστε μεσάνυχτα σε τέτοιου είδους καταφύγια και καταγώγια. Για την ακρίβεια, έψαχνα εκείνο το συνομωτικό ύφος του συμπότη που καταλαβαίνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι να μην αδειάζει ποτέ το ποτήρι. Αρκούσε ένα βλέμμα κατανόησης κι ένα ξέχειλο ποτήρι για να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι. Γιατί φυσικά στις δύο και τρεις τη νύχτα δεν αναζητούσα σωστή εξυπηρέτηση ή εξεζητημένες γεύσεις. Ότι μας ενδιέφερε ήταν η κατρακύλα, το γλυκό και αφόρητο παραμιλητό του αλκοόλ.

Μετά από κάποιο καιρό είχαμε σχεδόν αποδεχτεί το γεγονός ότι κανείς δε θα υποψιαζόταν τη σιωπηλή μας παράκληση. Θα ήμαστε καταδικασμένοι να επιλέγουμε μάρκες και ετικέτες μέχρι το τελευταίο ποτήρι του μεθυσιού. Θα έπρεπε να διαλέγουμε το ένα ή το άλλο, ενώ κι εμείς και όλο το μαγαζί ξέραμε καλά ότι τα καθαρά ποτά υπήρχαν μόνο στις σελίδες των οδηγών πόλης.

Πρέπει να ήταν πέρσι το Πάσχα όταν στο επαρχιακό μαγαζί η δεκαοχτάχρονη barwoman έδωσε τη λύση, αφού πλέον είχαμε σχεδόν πειστεί ότι η αναζήτηση μας θα συνέχιζε άδοξα για χρόνια. Όταν λοιπόν ζήτησα ένα ποτό, η εν λόγω κοπέλα γύρισε αμέσως και χωρίς δισταγμό άρπαξε το μπουκάλι που βρισκόταν κάτω δεξιά της και μου γέμισε το ποτήρι. Αυτό που πραγματικά μας αποτελείωσε ήταν ότι το ουίσκι που επέλεξε χωρίς δεύτερες σκέψεις ή περιττές ερωτήσεις ήταν το περίφημο VAT69, το οποίο και θεωρούσα ότι είχε πια χαθεί οριστικά στα ασπρόμαυρα στιγμιότυπα παλιών ελληνικών ταινιών. Αφού τσουγκρίσαμε λοιπόν με το Βουτσά και τον Ηλιόπουλο, ήπια ήσυχα το πιο γλυκό ουίσκι, περιμένοντας στο σκαμπό μου την Καραγιάννη να χορέψει μαζί μας.

………………………………………………………………………………………………………………

Παραμονές δεκαπενταύγουστου και στο ίδιο κολαστήριο που συντελέστηκε το παραπάνω θαύμα, πιάσαμε κουβέντα με μια παλιά σερβιτόρα. Αυτή κυκλοφορούσε αιωνίως με τα μαλλιά πιασμένα, από κει και το προσωνύμιο κορδελάκι. Όταν αρχίσαμε τα σφηνάκια, αυτό το κατά τα άλλα γλυκό κορίτσι, φανέρωσε πραγματικά υπεράνθρωπες και θαυμαστές δυνάμεις. Πίνοντας ποτά, σφηνάκια μαζί μας και μερικά ακόμη με φίλους της απ’ το μαγαζί, συνέχιζε να χορεύει ατάραχη και ακούραστη. Πρέπει να είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα δεκαπέντε σφηνάκια τεκίλα και έμοιαζε φρέσκια και νηφάλια. Όταν ξημέρωνε εγώ έψαχνα το στομάχι μου σε κοντινά χωράφια και παρακείμενα πεζοδρόμια και οι άλλοι παραπατούσαν, παλεύοντας να ψελλίσουν υποτιθέμενα νεότερα για το πλαστικό συκώτι, ανακάλυψη απαραίτητη που όπου να ‘ναι θα πλημμύριζε την αγορά και θα μας έκανε πραγματικά ευτυχισμένους. Εκείνη πάλι έκανε μια εντυπωσιακά ήρεμη έξοδο από το μαγαζί και αφού καληνύχτισε πρέπει να πήγε σπίτι να διαβάσει «καθημερινή». Τόσο σοβαρή και σίγουρη φαινόταν.

Από εκείνο το καλοκαίρι (πάνε πολλά χρόνια από τότε) δεν την ξαναείδαμε. Δεν το συζητάμε μεταξύ μας, αλλά όλοι μοιραζόμαστε την ίδια ανησυχία, ότι η νύχτα εκείνη απέβη για το κορίτσι μοιραία. Τόσο αλκοόλ, τόση μανία κι εκείνη να χορεύει αργά με μια χαλαρότητα που τρομάζει. Νομίζω πως κάπου κάπου ακόμη τη σκεφτόμαστε να γυρνάει σπίτι και, μη μπορώντας να χωνέψει τόση νύχτα και τόσο οινόπνευμα μαζεμένο, να τελειώνει στο μέσο μιας απόκοσμης βουβαμάρας. Φοβόμαστε ίσως να πούμε ότι εκείνη η μυστήρια νηφαλιότητα δε μπορεί παρά να ήταν ένα ξεκάθαρο σημάδι τέλους, ένα προσωρινό και απαράδεκτο πάγωμα του χρόνου. Το τίμημα για μια τέτοια παραβίαση της φυσιολογικής λειτουργίας του σώματος δε μπορεί παρά να είναι βαρύ. Η εξαφάνισή της λοιπόν αναμφίβολα ισούται με ένα θάνατο πρόωρο, όσο και αναπόφευκτο, που θα πρέπει να τη συνάντησε λίγο αργότερα, την ώρα που ξάπλωνε αδιάφορα πάνω στα καθαρά σεντόνια, με τη μορφή μιας ξαφνικής ασφυξίας ή ενός επίμονου πόνου ακριβώς στο κέντρο του θώρακα. Αυτό το άδικο και παντελώς απίθανο τέλος φανταστήκαμε γι’ αυτήν, που αψήφησε τη βέβαιη ζάλη και τον αδίστακτο πάτο του ποτηριού.

………………………………………………………………………………………………………………

Τον ίδιο πάνω κάτω καιρό, λίγο πριν τους καύσωνες ή τις επιθέσεις των κουνουπιών συνήθιζαν να χτυπάνε κάτι περίεργες βραδιές. Νύχτες που κυλάνε μακριά από μπαρ και ωραίες ταινίες, όταν απ’ τη ζέστη ιδρώνουν ακόμη και τα σεντόνια, νύχτες που πέφτουν βαριές πάνω στους ώμους μας, σαν ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες αναμονής, σε παλιό νοσοκομείο. Οι κόκκινες νύχτες για να παραφράσω λίγο τη Χόλυ Γκολάιτλυ. Είναι τότε που ο εαυτός μας, που βρίσκει μόνιμο καταφύγιο στην παρέα και μπορεί να κοιτάζει μια γυναίκα να κοιμάται για ώρες, ο ίδιος αυτός εαυτός αρνείται να αντικρύσει τον οποιονδήποτε και παλεύει με τις ασφυκτικές παρουσίες των γύρω του. Το πιο καταπιεστικό πράγμα είναι η αγάπη των άλλων, θα πει ο Πεσσόα. Αυτή η μέγγενη, η ζωή σου όπως την ονειρεύτηκαν οι άλλοι, τις κόκκινες νύχτες τρυπώνει ύπουλα ανάμεσα στα τραγούδια που ακούς μόνος στο δωμάτιο. Το κρεβάτι κάθε δευτερόλεπτο είναι στενό ή τεράστιο, νιώθεις να χάνεσαι. Το σπίτι το ίδιο είναι ένας φούρνος, μια φυλακή που λιώνει και όμως παραμένει στέρεη μπροστά σου.

Αυτή η μιζέρια και η, μάλλον αναπόφευκτη κάποιες στιγμές, ματαίωση όσο ισχυρή κι αν είναι, αδυνατεί βέβαια να αποκρύψει ότι από χθες ήρθε το καλοκαίρι. Το μαρτυράνε άλλωστε οι ώμοι που σα να κοκκινίσανε ξανά ή η αλμύρα στα μαλλιά της. Το μαρτυράνε οι υπέροχοι χαιρετισμοί και τα καλωσορίσματα. Δύο Ιουνίου. Σαν παγωμένη μπύρα και σαν υπαίθρια γιορτή ήρθε και πάλι η εποχή των φιλιών.

Ψωμί, τυρί και σταφύλια

και να τα τρώω με τα δάχτυλα.

Και, στο τέλος, κρύο νερό

νεράκι του Θεού.

Ηλίας Πετρόπουλος (Παρίσι, 21-5-1994)

Advertisements

7 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα, διάφορα

7 responses to “νυχτερινά στιγμιότυπα

  1. le vert

    mou thimises mia foveri ataka enos axiologou skinotheti.

    Paei loipon mia se ena bar kai ginete o exis dialogos:
    Ayth:vale kati na pio pedi mou , de me vlepis pos eimai
    barman: ok, whiskey, gin, votka;
    Ayth: Nai

  2. εγώ εκείνο το «πλαστικό σηκώτι» ζήλεψα
    (σετάκι με ένα ανοξείδωτο πάγκρεας)..

  3. @ le vert, πολύ ωραίο.
    κι όπως είπε και ένας κοινός μας φίλος, αν πρόκειται για ποτό ο κανόνας είναι ένας. ό,τι δε περισσεύει, δε φτάνει.

    @ κ. Μοίρη πιστεύουμε πάντα στην επιστήμη και στην έρευνα. οι φίλοι μας οι γιατροί ας βιαστούν και θέλω να μου κρατήσουν δυο τρία κομμάτια σε διάφορα χρώματα.

  4. «η ζωή σου όπως την ονειρεύτηκαν οι άλλοι»
    Το κρατάω. Σαν τίτλο. Μέχρι να αποφασίσω αν θα είναι υπότιτλος ή υπέρτιτλος.

  5. καλησπέρα padrazo.
    τον τελευταίο καιρό τον σκέφτομαι συνέχεια αυτόν τον τίτλο.
    ή μάλλον τον βρίσκω μπροστά μου σε κάθε βήμα.
    θα δείξει.

  6. πολυ δυνατο noir κειμενο… το φχαριστηθηκα

  7. ευχαριστώ identitycafe.
    noir ε; όταν προσπαθώ να κάνω κάτι τέτοιο επίτηδες συνήθως βγαίνει κωμωδία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s