1. η νύχτα

Μήνες κι άλλοι μήνες στο ίδιο κλειστό διαμέρισμα. Τα παντζούρια μονίμως κλειδωμένα και μια μικρή λάμπα στην άλλη άκρη του δωματίου για μοναδικό φως. Στο σαλόνι, ανάκατα πάνω στο ξεφτισμένο χαλί, περιοδικά, φωτογραφίες από προηγούμενους χειμώνες, άδειες θήκες cd και προχτεσινά ποτήρια. Βδομάδες τώρα, ξύπναγε το πρωί, πήγαινε δουλειά, επέστρεφε και όλα έμεναν αμετακίνητα. Οι μουσικές του δωματίου, αλλόκοτα κολλημένες στο spanish key του Miles Davis. Κάθε απόγευμα μπαίνοντας στο διαμέρισμα, πάταγε απλά το play και νόμιζε πως εκείνο το ηχείο όχι μόνο βομβάρδιζε το χώρο με νότες, αλλά άνοιγε κιόλας το μπουκάλι και πάσχιζε να χορτάσει κάθε χιλιοστό του λαιμού της με ένα πικρό ουίσκι. Καθισμένη στον καναπέ ή βολτάροντας στην κρεβατοκάμαρα και πίσω, πάντα με το ποτήρι στο χέρι, κούναγε αργά ολόκληρο το σώμα και με κλειστά τα μάτια αγκάλιαζε αόρατα χέρια ή μύριζε όλα τα αρώματα της νύχτας.

Πίστευε ότι όπου να ’ναι θα άνοιγε την πόρτα του δωματίου και θα εισέβαλλε σ’ εκείνο το παλιό μπαρ της Νέας Ορλεάνης. Η ορχήστρα θα πάλευε με το μεθύσι και το χάραμα και ένας νωχελικός χορός θα άρχιζε ακριβώς την ώρα που όλοι σταματούν να μιλάνε. Ή έκλεινε για ώρα τα μάτια και καθόταν ακίνητη. Όταν πια τα άνοιγε περπατούσε βιαστικά στο νυχτερινό Παρίσι του Λ. Μαλ, ψάχνοντας τον αγαπημένο της, που περίμενε φυλακισμένος σ’ ένα ασανσέρ στο μέσο κάποιου απροσδιόριστου ορόφου.

Πίσω στην πραγματικότητα, στο δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας κάπου στο κέντρο, η ζέστη πότιζε τους τοίχους. Ο συνδυασμός του πιοτού με τη αφόρητη υγρασία μπορούσε να αχρηστεύσει κάθε άλλη διάθεση. Δυνάμωσε κι άλλο τη μουσική και χάιδεψε το κεφάλι της με ένα παγάκι. Αμέσως, λες και η δροσιά χτύπησε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του εγκεφάλου που αντιστοιχεί στο κέντρο λήψεως αποφάσεων, τον πήρε τηλέφωνο. «έλα εδώ. Σε περιμένω». Είπε και το έκλεισε ενώ η φωνή του ίσα που πρόλαβε να ακουστεί την ώρα που άρχιζε τις ερωτήσεις.

Όταν άκουσε το κουδούνι είχε προλάβει να αδειάσει τη μποτίλια και το μόνο που έκανε, ήταν να αναρωτηθεί αν αυτός θα σκέφτηκε να φέρει κάτι να πιούν. Για ένα απροσδιόριστο λόγο δεν άνοιξε κατευθείαν, παρά πήγε κάτω μέχρι την πόρτα της εισόδου. Μόλις άνοιξε, αυτός σάστισε. Είχε κατέβει μισόγυμνη. Του έδωσε ένα ήρεμο φιλί κάπου ανάμεσα στο λαιμό και το μάγουλο και έψαξε στα χέρια του για την πολυπόθητη συνέχεια. Τίποτα. Η αδυναμία του να προλάβει την επιθυμία της θα τους άφηνε ακόμη μια φορά στεγνούς. Του έδωσε άλλο ένα φιλί σα να τον συγχωρεί κι άρχισε αργά να ανεβαίνει τις σκάλες.

«Με κοροϊδεύεις; Τί είναι αυτά που κάνεις;» είπε εκείνος αν και ήξερε πως οι λογικές απορίες κι οι ακόμη πιο σωτήριες ενστάσεις του, σχετικά με τη νύχτα που ερχόταν, σε λίγο θα εξαφανίζονταν εντυπωσιακά. «Νομίζεις ότι θα με παίρνεις τηλέφωνο όποτε σου γουστάρει; Έχουμε πει κάποια πράγματα ή όχι;» είπε λες και τα λόγια αυτά θα μπορούσαν ποτέ να έχουν την ελάχιστη σημασία.

Εκείνη συνέχισε να προχωράει την ώρα που το κορμί, το πρόσωπο, τα μαλλιά, τα πόδια της θριάμβευαν, αφού αυτός υποτασσόταν φυσιολογικά στο αναπόφευκτο. Την ώρα που έκλεινε η πόρτα πίσω τους η Etta James πρέπει να έλεγε «and well make love while its burning». Η νύχτα, η απαράμιλλη κάψα του Ιούνη, το ουίσκι, οι μουσικές – υπόγειες και εξουθενωτικές- χόρευαν γύρω από τα σώματα που υπέκυπταν δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο στη γνωστή πάλη.

Εκείνη το ήξερε καλά, ήδη απ’ την ώρα που τον φιλούσε, ή μάλλον απ’ τη στιγμή ακόμη που πατούσε τα νούμερα στο τηλέφωνο. Η νύχτα αυτή, η καλοκαιρινή και αφόρητη, ζητούσε επίμονα αίμα. Οι επιλογές ήταν μετρημένες, όπως ακριβώς όταν οι ήρωες στις ασπρόμαυρες ταινίες συντρίβονταν από τα παλιά καλά διλήμματα. Θα έριχνε τον εαυτό της στις σκάλες, να μετρήσει αργά τα σπασμένα κόκαλα και τα χιλιάδες γυαλιά που θα σκόρπιζαν μέχρι κάτω. Ειδάλλως έπρεπε εκείνος να έρθει και να πατήσει πάνω στις παλιές αποφάσεις και το σκοτωμένο παρελθόν.

Παρόλο τον μελοδραματισμό της, τίποτα απ’ τα δύο δεν ισοδυναμούσε με θάνατο και τίποτα απ’ τα δύο δεν τον έδιωχνε οριστικά. Όλα ήταν μια αργόσυρτη μελωδία, ένας ήχος που ξεπήδησε απ’ τον αμερικάνικο νότο ή τις ευρωπαϊκές λεωφόρους, μια σταγόνα bourbon που απέμεινε να στάζει στο χαλί. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη νύχτα ήταν ένα αλλοπρόσαλλο πανηγύρι ή μια ακόμη λάθος απάντηση, ένας ζαλισμένος χορός ή το τελευταίο αντίο ενός ακροβάτη. Εκείνη ήταν ζωντανή κι έψαχνε ακόμη εκείνο το μπαρ ή εκείνο τον άντρα. Καλώς ή κακώς, τίποτα απ’ τα δύο δε θα έβρισκε απόψε.

Στη φωτογραφία η Halle Berry από παλιότερη φωτογράφηση στο Esquire, μουρμουρίζει παρέα με την Etta James για τις καμένες αγάπες.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under παρένθεση, lost in hollywood

2 responses to “1. η νύχτα

  1. περισσότερο απο κάθε τι , μου θύμισε Le feu follet
    ωραίες λέξεις, ωραίες νότες, ωραία ασπρόμαυρα..

  2. κάτι τέτοιο είχα στο νου μου κ. Μοίρη. ωραίες γυναίκες σε μισοσκότεινα σπίτια, αργές κινήσεις και τα τραγούδια να μιλάνε περισσότερο από οποιονδήποτε διάλογο.
    θα με κάνετε να ψάχνω ανάμεσα στα dvd για όλο το γαλλικό κινηματογράφο με τις ταινίες που όλο αναφέρετε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s