αναχώρηση

Χαμένος ανάμεσα στο πλήθος που βιαζόταν στα μισοδιαλυμένα πεζοδρόμια και στα έργα που φύτρωναν κάθε τόσο στο δρόμο του, συνέχιζε να περπατάει πότε γρήγορα και πότε αργά, αλλά πάντα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Πατώντας μόνο στην μεγάλη επιφάνεια κάθε πλακακιού κι όχι στις γραμμές που τα χωρίζουν, ξεχνούσε τα πρόσωπα που, δυσφορώντας, χάζευαν την αλλόκοτη διαδρομή του.

Ξένος ανάμεσα στους ξένους και άγνωστος ανάμεσα σε χιλιάδες, προχωρούσε αγνοώντας επίτηδες ότι τα βήματα, όσο παράλογα κι αν έμοιαζαν, στην πραγματικότητα οδηγούσαν κατευθείαν στο λιμάνι, εκεί που πλεούμενα διαφόρων σχημάτων υπόσχονται πολύχρωμες αναχωρήσεις για άγνωστες κι άρα αγαπημένες χώρες. Δε θα στο έλεγε αν ρωτούσες, αλλά στο πρόσωπό του, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ότι συστηνόταν χαμογελαστός ο νυχτερινός ταξιδιώτης. Δηλαδή το είδος εκείνο του ταξιδιώτη που συναντάμε σε σελίδες σύντομων, πικρών διηγημάτων και σε φωτογραφίες παράτολμων περιηγητών, το είδος του ταξιδιώτη που αναχωρεί χωρίς βαλίτσες, κινητά ή χάρτες, παρά με μοναδική αποσκευή ό,τι επιμένει ακόμη να βαραίνει τη μνήμη.

Μοναδικό εμπόδιο ότι θα έπρεπε να δώσει το όνομά του για να βγάλει εισιτήριο. Κι αυτός όσο κι αν ντρεπόταν να το παραδεχτεί, δεν ήθελε πια το όνομα του, δεν ήθελε να το λέει πουθενά, άσε που δεν ήταν σίγουρος πια ποιό ήταν. «Δηλαδή όταν κύριε αποφασίζεις να αλλάξεις τα πάντα, όταν επιλέγεις να αλλάξεις εσύ ο ίδιος στο κάτω κάτω και ν’ αρχίσεις απ’ την αρχή, γιατί θα πρέπει να χρησιμοποιείς το ίδιο παλιοκαιρισμένο, χιλιοειπωμένο όνομα; Τι σχέση έχεις πια με το εντυπωμένο σε εκατοντάδες αιτήσεις, έγγραφα και άλλες δηλώσεις ονοματεπώνυμο; Μα μιλάμε για κανονικότατη απόδραση κύριε, έχετε ακούσει ποτέ να τρέχει ο πρώην κρατούμενος από πόλη σε πόλη υπογράφοντας λογαριασμούς με το παλιό φυλακισμένο του επώνυμο;» Όχι, όχι αποκλείεται, θα χρησιμοποιήσει κάποιο καινούριο όνομα. Κάτι όμορφο, γυαλιστερό και πολλά υποσχόμενο. Το παλιό όνομα εξαφανίστηκε μαζί με τον ισοβίτη που έπαψε πια να κόβει ιδρωμένες βόλτες μέσα στο κελί. «Αποδράσαμε κύριε εισπράκτορα κι αυτό χρειάζεται περισσότερο θάρρος απ’ όσο θα δείξετε εσείς ποτέ στη ζωή σας». Κάτι τέτοιο θα του πει τέλος πάντων και θα βασιστεί έπειτα στην καλοσύνη του.

Βέβαια δεν το έσκασε από κάποια φυλακή υψίστης ασφαλείας με δεσμοφύλακες και ριπές να γαζώνουν τον αέρα γύρω απ’ το κεφάλι του. Τα γεγονότα, χωρίς μελοδραματισμούς ή φαντασιώσεις είχαν ακριβώς έτσι. Το πρωί ξύπνησε νωρίτερα απ’ το κανονικό. Ήπιε ένα ποτήρι χυμό πορτοκάλι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Έπειτα χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία σε όσους ακόμα κοιμόντουσαν στα υπόλοιπα δωμάτια ντύθηκε βιαστικά και έφυγε.

Δεν ήταν λοιπόν δραπέτης, δεν ήταν νυχτερινός ταξιδιώτης, αλλά αγαπημένος και κατάκοπος ένοικος του διαμερίσματος 2Β. Συνέχισε την πορεία του κάπως απογοητευμένος, όχι από κάποια συγκεκριμένη αποτυχία αλλά από αυτό το αφόρητο βάρος, που πλάκωνε τώρα τους ώμους και θα μπορούσαμε με λίγα λόγια να το ονομάσουμε, μνήμη του παιδιού που ο ίδιος κάποτε υπήρξε. Με τη σκέψη σ’ αυτό το παιδί συνέχιζε να βαδίζει όπως ακριβώς εκείνο, πάντα στη μέση της πλάκας, ποτέ στο χώρισμα. Περπατούσε και πάλευε με κάθε λογής θηρία.

«Η κόλαση είναι οι άλλοι» έλεγε το γνωστό τσιτάτο γραμμένο πάνω σε ένα παγκάκι. Στη χτεσινή ταινία η M. Pfeifer ψιθύριζε «μοναξιά είναι η ζωή μ’ αυτούς που θέλουν να υποκρίνεσαι». Αν ήμουν εκεί θα του έλεγα ότι είναι προφανές ότι μια γυναίκα σαν τη Michelle αποκλείεται να κάνει λάθος. Αν είναι να πιστέψεις κάποιον, πίστεψε μια όμορφη γυναίκα. Η διάψευση τότε μπορεί και να αξίζει τον κόπο. Ή μπορεί και να του ‘λεγα, σταμάτα πια να ακούς του καθενός τις παρλάτες. Αυτός φυσικά δε δίνει την παραμικρή σημασία. Απλώς φεύγει, απλώς θυμάται για τελευταία φορά τους καθημερινούς προορισμούς του και αποχαιρετά όποιον απέμεινε απ’ την παλιά παρέα. Νοερά περιπλανιέται στο γραφείο, στο κρεβάτι του και στην οθόνη του υπολογιστή του. Όλα μοιάζουν παλιά, ξεθωριασμένα. Όπως στις εκδρομές που κρατάς εσύ τη φωτογραφική μηχανή κι εμφανίζεσαι μόνο σε δυο τρεις στάσεις. Έπειτα από καιρό κοιτάς το album, το φάκελο στον υπολογιστή και βλέπεις την εκδρομή μερικών αγνώστων να κάνει πασαρέλα ανάμεσα στα προσωπικά σου αντικείμενα. Άραγε, σκέφτεται, εγώ πού ήμουν; Τουλάχιστον αυτοί, πέρασαν καλά εκεί; Με άλλα λόγια, αν βάλεις ολόκληρη τη ζωή του σ’ ένα album, θα διαπιστώσεις και συ, ότι εμφανίζεται μόνο σε δυο τρεις στάσεις.

Μπαίνοντας εκείνη τη στιγμή στο πλοίο, είχε σταματήσει να σκέφτεται. Έδωσε ένα άσχετο όνομα, έβγαλε εισιτήριο και απ’ το κατάστρωμα τα έβλεπε όλα να απομακρύνονται. Το λιμάνι, τα άλλα καράβια, την πόλη, τους δρόμους, την ζωή την ίδια.

Όταν τον βρήκαν μετά από μήνες οι δικοί του, ήταν ψαράς στις σπηλιές της Πάτμου, βοσκός στην παραθαλάσσια Ανδρίτσαινα, σερβιτόρος στο κυλικείο νεκροταφείου στου Ζωγράφου, λαχειοπώλης στις κάθετες της Ευρυπίδου, αγροφύλακας σε ταινία του Αβδελιώδη, νεκρός από τη διάφανη σφαίρα των ανύπαρκτων αποδράσεων. Ήξερε ότι κανείς ποτέ δε φεύγει πραγματικά, αλλά εκείνο το απόγευμα ο ουρανός ήταν γλυκός, το πλοίο άδειο κι αυτός έτοιμος για όλα.

Advertisements

8 Σχόλια

Filed under παρένθεση

8 responses to “αναχώρηση

  1. Οι μικρές ματαιωμένες αποδράσεις (ή απόπειρες απόδρασης) των «ασήμαντων» ηρώων της καθημερινότητας πάντα με συγκινούσαν…
    «Κανείς ποτέ δεν φεύγει πραγματικά». Διαπίστωση σκληρή αλλά αληθινή.
    Tι όμορφο κείμενο (πάλι)!

  2. Αταίριαστε αυτές οι μικρές απόπειρες απόδρασης κι εμένα πάντα με συγκινούν, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί ποτέ δεν πετυχαίνουν. Ίσως γιατί αν κάποτε πετύχουν χαίρομαι σα να μουν εγώ ο τρεχαλατζής δραπέτης.
    και ευχαριστώ (ξανά).

  3. είστε κάτι μεταξύ Τρυφώ και Βέντερς (της καλής εποχής) των βλογς κύριε…

  4. κ. Μοίρη ευχαριστώ βέβαια, αλλά μια ταινιούλα πήγαμε για πλάκα να γυρίσουμε με δυο φίλους και μια γυναίκα που ψάχναμε να παίξει δε μας κάθισε (δηλαδή ούτε 28 Οκτώβρη δεν ακούς τόσα βροντερά ΟΧΙ).
    αφήστε που δυστυχώς, Τρυφώ έχω δει μόνο τα «400 χτυπήματα» . παράλειψη, το γνωρίζω.

  5. να δείτε και τη Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας αγαπητέ , τόσες φορές έχετε γράψει μικρά ποιήματα γι αυτήν εδώ μέσα..

  6. βεβαίως κ. Μοίρη το έχω υπόψη μου. έχω διαβάσει πολύ καλά λόγια. τώρα που το λέτε όμως εσείς που όσο να πεις, ένα δυο πράγματα παραπάνω ξέρετε για τις γυναίκες, θα επισπεύσω τις διαδικασίες.

  7. Κι όμως, Βυτίο μου, κάποιοι φεύγουν πραγματικά. Το ξέρω, το έχω δει να γίνεται. Γι αυτό και ελπίζω ακόμα. 🙂

  8. @ nina C, αν το είδατε, αυτός είναι ένας καλός λόγος να έχουμε μια αισιόδοξη Κυριακή.
    κι έτσι κι αλλιώς πώς να σταματήσει κανείς να ελπίζει;
    τους χαιρετισμούς μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s