το λεμόνι

Εκείνη στεκόταν όρθια μπροστά στον πάγκο της κουζίνας. Κρατούσε ένα λεμόνι και το έπαιζε νευρικά στις χούφτες της. Αυτός κάπνιζε και μιλούσε, φώναζε και κάπνιζε, φέρνοντας βόλτες στο σαλόνι. «Δεν είναι κατάσταση αυτή», είπε. «Δεν αντέχω άλλο αυτά τα μούτρα, δεν αντέχω τη μιζέρια σου». Πράγματι αυτός δεν άντεχε καθόλου. Νόμιζε πως είχε φτάσει στα όριά του.

Εδώ και καιρό η γυναίκα του κυκλοφορούσε με έναν διαρκή μορφασμό στο πρόσωπο. Τα μάτια της είχαν γίνει ξένα και επιθετικά. Οι κινήσεις της απότομες. Δεν μπορούσε άλλο να ζει σ’ αυτό το απειλητικό περιβάλλον. Κάθε στιγμή έμοιαζε με το τελευταίο δευτερόλεπτο πριν την έκρηξη. Μια διαρκής ένταση είχε καταλάβει το σπίτι τους και είχε θρονιαστεί ανάμεσα στα έπιπλα, πάνω στις καρέκλες, κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Οι λέξεις που έπεφταν με μανία πάνω του, βρίσκονταν παντού. Στο σχόλιο για το φαγητό, στην αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση, στο περιοδικό που αγόραζε απ’ το περίπτερο, στην coca cola που ξέχασε να πάρει απ’ το super market, στα ελάχιστα λεπτά που καθυστερούσε να πάρει τα παιδιά από το σχολείο, τα αγγλικά, το ωδείο. Εδώ και λίγο καιρό οι ανάσες του στόχευαν αποκλειστικά στην επίδειξη της μαεστρίας που είχε αναπτύξει να ελίσσεται ανάμεσα στους σκοπέλους του καβγά και της γκρίνιας.

Εκείνη παρέμενε ακίνητη εκεί ακριβώς δίπλα στον πάγκο. Κανονικά θα είχε πάει να κλείσει τα τζάμια, να μην τους ακούει η γειτονιά, σήμερα όμως όχι. Αυτός δεν το παρατήρησε κι αυτό την εκνεύριζε ακόμη περισσότερο. Αυτά είναι τα μούτρα μου, πήγε να του πει αλλά δεν. Δεν το είπε. Έμεινε εκεί και τον κοίταζε να μιλάει και να φεύγει. Τον κοίταγε με κάθε λέξη του ν’ απομακρύνεται. Κάθε ρήμα ήταν ένα βήμα που δεν μπορούσε ποτέ ξανά να διανυθεί. Κάθε ουσιαστικό ήταν μερικά μέτρα που η απόσταση τα όρισε έτσι, σα σημείο απ’ το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Εκείνος έσταζε το θυμό του πάνω στο αγαπημένο της μαξιλάρι στον καναπέ και κάποια περίεργη δύναμη τον ρουφούσε έξω απ’ το σπίτι. Η μορφή του μάκραινε την ώρα που η φωνή του ίσα που ακουγόταν κι ύστερα γινόταν ψίθυρος, για να καταλήξει τελικά κάτι σαν μακρινή ανάμνηση. Όλος πια βρισκόταν κάπου μακριά, εκεί που μένουν αυτοί που κάποτε αγαπήσαμε με πάθος, αλλά τώρα παλεύουν μες τη μνήμη μας να μη γίνουν σκόνη, αχνά κι αδιάφορα περιστατικά.

«Σκέψου τα παιδιά μας». Τα λόγια του την ξύπνησαν από τον πολύτιμο λήθαργο. «Τα παιδιά σου εννοείς» του πέταξε αυθόρμητα και σχεδόν ειρωνικά. Αυτός κοκάλωσε, ενώ κι αυτή δάγκωσε τα χείλη της μόλις κατάλαβε τί είπε. Σήκωσε το βλέμμα, κοίταξε τις φωτογραφίες που στόλιζαν ή έπνιγαν το σαλόνι, όπως το πάρει κανείς, και έπειτα είδε την πόρτα του παιδικού δωματίου. Αμίλητη άρχισε να αναρωτιέται σε ποιόν ανήκουν αυτά τα όμορφα και συμπαθητικά πλάσματα. Αυτά τα χαμογελαστά τέρατα δεν μπορεί να είναι δικά της. Οι φωτογραφίες έδειχναν κάποια γνώριμα πρόσωπα, κάποιες στιγμές που εκείνη ήταν παρούσα. Κοίταξε τον άντρα της κάπως συμπαθητικά. Ποτέ δεν του άρεσε η μαγειρική της. Ποτέ δεν της άρεσε η εκπομπή που εκείνος παρακολουθούσε φανατικά. Πάντοτε αργούσε να πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο, το φροντιστήριο, το κολυμβητήριο. Πάντοτε τα παιδιά είχαν κάπου να πάνε, από κάπου να επιστρέψουν, για κάτι να ετοιμαστούν. Πάντοτε γινόταν κάτι κι εκείνη πάντα το έκανε με όλη της την αγάπη.

Τώρα όμως αυτό το διαμέρισμα που ίσως να είχε κάτι απ’ το γούστο της, αυτός ο άνθρωπος που φώναζε μπροστά της, αυτές οι φωτογραφίες, αυτές οι αναμνήσεις, αυτή η στιγμή η ίδια, ήταν θραύσματα απ’ τη ζωή μιας άλλης. Ήταν η ίδια μια ξένη και όλα όσα έβλεπε ήταν αυτά που είχε δημιουργήσει ο πρώην εαυτός της. Δεν της ανήκει τίποτα, σκέφτηκε και σχεδόν χαμογέλασε. Ηρέμησε αμέσως, πήρε τα κλειδιά του αμαξιού, άφησε το λεμόνι στη θέση του δίπλα στα άλλα λεμόνια, άνοιξε την πόρτα κι όπως ήταν ξυπόλητη, με τη φόρμα και μια βρώμικη φανέλα έφυγε.

Ο άλλος κάτι φώναζε, ο άλλος όμως ήταν ένας άλλος και δεν καταλάβαινε γιατί θα έπρεπε να δίνει σημασία στους άλλους. Μπήκε στο αυτοκίνητο. Οδηγούσε περίεργα στη Συγγρού. Ήταν σα να εγκατέλειπε στο αμάξι την όποια πρωτοβουλία. Άφηνε τα χέρια και κοιτούσε έξω, την ώρα που το αυτοκίνητο σε μια παράσταση που έμοιαζε με το γύρο του θανάτου, έτρεχε πάνω κάτω σ’ όλες τις λωρίδες. Δεξιά ως αριστερά με το γκάζι κολλημένο, ψάχνοντας τοίχο να γκρεμιστεί ή έξοδο να στρίψει. Οι άλλοι οδηγοί την απέφευγαν με δυσκολία, ενώ κάποιος ειδοποίησε και την τροχαία. Δεν ήξεραν ότι η συγκεκριμένη παράβαση των ορίων, δεν μπορούσε να τιμωρηθεί με τις γνωστές διαδικασίες της αρχής. Στα μάτια της επικίνδυνης οδηγού είχε ήδη σχηματιστεί η φυγή. Σε λίγο κράτησε με τα χέρια σφιχτά το τιμόνι, πάτησε το γκάζι μέχρι κάτω και τώρα πια οδηγούσε σα ραλίστας που απολαμβάνει τον ανοιχτό δρόμο ή σα βιαστικός οδηγός ασθενοφόρου που παραβγαίνει το θάνατο.

Έφτανε στο λιμάνι όταν σκεφτόταν τους παλιούς στίχους του Καββαδία «τί θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει». Τους μουρμούριζε σχεδόν, όταν σταμάτησε μπροστά στο πλοίο. Στάθηκε μπροστά στη μπουκαπόρτα. Είχε λίγα δευτερόλεπτα, προλάβαινε να πηδήξει μέσα στο καράβι και να φύγει. Να φύγει τώρα, με τη μία και οριστικά. Φωνές ακούγονταν, το λιμάνι έζεχνε, κάποιοι έτρεχαν να προλάβουν. Εκείνη ακίνητη μπροστά στο πλοίο.

Στο μυαλό της ήδη ταξίδευε, έβλεπε την ανοιχτή θάλασσα, ένιωθε πάνω της το αλάτι. Κολυμπούσε σε μια ερημική παραλία και ο ήλιος έκαιγε το δέρμα της. Έμενε ελάχιστος χρόνος να κουνηθεί, να σκαρφαλώσει στις σκάλες του πλοίου, να φύγει. Όμως στα χείλη της τρεμόπαιζε ο φόβος, η ξένη της ζωή. Έτρεμε ολόκληρη. Τόσα χρόνια, τόσα φιλιά, τόση αλήθεια πώς να τα αντέξει κανείς; Στα χείλη της, λίγο πριν η μπουκαπόρτα κλείσει και το ταξίδι χαθεί οριστικά, σαν επαναληπτική καραμπίνα οι λέξεις που ματώνουν σα σφαίρες.

«πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος,

πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος,

πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος,

πως θ’ αναβάλλουν βέβαιοι κατά βάθος»

Ιδανικοί ταξιδιώτες μια ολόκληρη ζωή, είπε και μπήκε ξανά στο αμάξι. Στην επιστροφή δε σκεφτόταν τίποτα άλλο. Μόνο το λεμόνι, που κρατούσε στα χέρια της και πριν φύγει το άφησε με τ’ άλλα λεμόνια. Κακοσχηματισμένο, ξινό, σάπιο, αλλά στο καλάθι, παρέα με τ’ άλλα λεμόνια.

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under παρένθεση

3 responses to “το λεμόνι

  1. διόλου δεν με ξίνισε…

    να είστε καλά

  2. D T

    Τι ωραίο το κείμενό σου για την αποταυτοποίηση. Καλό σου μήνα

  3. κατ’ αρχάς συγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά στο χωριό δεν έχει internets.

    χαίρομαι που δε σας ξίνισε κ. Μοίρη. έχω χάσει επεισόδεια έρχομαι από τα δικτυακά σας μέρη, να δω τί σκαρώνατε τόσες μέρες.

    @ DT σας ευχαριστώ πολύ.
    καλό σας μήνα ή μάλλον σιγά σιγά να λέμε καλό καλοκαίρι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s