σκοτώνοντας τα μπαρ

Πριν από δύο εβδομάδες βγήκα σ’ ένα μπαράκι στην Ασκληπιού. Σάββατο βράδυ και η παρέα σχεδόν πλήρης. Παρόλο που όλα κύλησαν ωραία και ήπιαμε και χορέψαμε (όχι εκεί βέβαια) και στο τέλος φυσικά κάτι φάγαμε, ο εκνευρισμός από τη βραδιά άργησε πολύ να με εγκαταλείψει. Μεσοβδόμαδα κι ακόμα μουρμούριζα μπροστά στον μεσημεριανό καφέ.

Υπολόγισε ότι ήμαστε καμιά δεκαριά και βάλε άτομα. Το μαγαζί είχε αρκετό κόσμο (πάντα έχει), όχι παραπάνω όμως απ’ όσο έπρεπε. Απλωθήκαμε στα πέριξ της μπάρας και πέσαμε με τα μούτρα στην αναμέτρηση με το μπουκάλι του ουίσκι. Δεν χρειάζονται βέβαια όλα τα ρεζερβουάρ το ίδιο καύσιμο κι έτσι κάποιοι σνόμπαραν την προσφιλή μας βενζίνα για να γείρουν με ευλάβεια πάνω απ’ το προσωπικό τους πιοτί.

Κάπου εκεί στον πάτο της δεύτερης μποτίλιας ή στο καπάκι της τρίτης, άρχισε να βομβαρδίζεται ύπουλά η μέχρι τότε αναμφισβήτητη επιτυχία της βραδιάς. Περίπου στις 2:40 η μπαργούμαν – ιδιοκτήτρια αποφάσισε να μας αναγγείλει με ύφος ενοχλημένης ταξιθέτριας ότι «3:15 κλείνουμε, να το ξέρετε». Επίσης μας επισημάνθηκε από την (πολύ συμπαθητική στην πραγματικότητα) σερβιτόρα ότι «δεν κρατάμε κάβα, θα πω στο αφεντικό μήπως μπορέσουμε όμως για σας». Φυσικά της είπαμε ότι δε χρειάζεται, δεν θέλουμε να κρατήσει το υπόλοιπο (δεν ήταν και πολύ είν’ η αλήθεια) και εκείνη μας έφερε τα ρέστα του μπουκαλιού σε σφηνοπότηρα.

Πότε ακριβώς ήρθε η στιγμή που οι θαμώνες της νύχτας μετατράπηκαν σε αγχωμένους, βιαστικούς καταναλωτές; Οι ιδιοκτήτες μπαρ αφού χρέωσαν το ποτό 7 και 8 ευρώ (την ώρα που το μπουκάλι ολόκληρο κάνει 11), τώρα χορεύουν μόνοι πάνω στο πτώμα της νύχτας. Πορτιέρηδες που πάτησαν το μαγκόσκατο (έκφραση που πρωτάκουσα από τον Σ), μουσικές επιλογές που συνοψίζονται στα δημοφιλή ringtones αυτής της εβδομάδας ή στην επανάληψη των δέκα ίδιων (ψαγμένων υποτίθεται) ακουσμάτων και πολλά κιλά ύφος πίσω από τη μπάρα.

Κρίμα όμως που η τηλεόραση κι η απληστία των αφεντικών μας έπεισαν τόσα εύκολα ότι η νύχτα είναι άλλη μια ευκαιρία για πασαρέλα. Αντίθετα απ’ ότι κυκλοφορεί στα μέρη που κερνάνε τα celebrities και αποθεώνουν την πόζα, η νύχτα δεν έχει καμία σχέση με το star system και τις εξωφρενικές τιμές. Η νύχτα έχει να κάνει ακριβώς με τη συνομωσία που σκαρώνουν οι ήσυχοι, μα στα πρόθυρα έκρηξης θαμώνες.

Ο εξοδούχος που ακουμπάει τους αγκώνες στη μπάρα, δεν είναι καταναλωτής, αλλά μύστης και συνοδοιπόρος. Δεν πίνει για να ξεχάσει αλλά για να κοινωνήσει την παρέα και τις απόκοσμες μελωδίες. Το αλκοόλ και ο χορός ξορκίζουν τη μιζέρια ή την πνιγηρή ατμόσφαιρα του πρωινού και η φράση «άλλο ένα» δε σημαίνει πάντα γέμισε το ποτήρι, αλλά και άδειασε το κεφάλι ή φώτισε τα πόδια της.

Πρόκειται λοιπόν για μια ερωτική συνομωσία στην οποία για μια φορά δεν επιβάλλεται ο φασισμός της ομορφιάς, αλλά το ρουφηχτό φιλί της παρέας. Μόνοι ή σε πολυπληθείς συνάξεις, οι μπαρόβιοι αναζητούν την παύση. Η στυγνή κι αναπότρεπτη δικτατορία των ρολογιών παύει να έχει εξουσία πάνω στα κουρασμένα κορμιά μας κι είτε πρόκειται για γιορτή είτε για κλάμα η πόρτα του μπαρ ανοίγει για να εισέλθουμε στην πολύπαθη ενδοχώρα. Εκεί με απαραίτητη συντροφιά μπαρμεν, σερβιτόρες και djs, δηλαδή το υλικό που αποφασίζει αν το μαγαζί είναι στέκι ή δημόσια υπηρεσία, συντελούνται όλα τα μυστήρια και αιωρούνται όλες οι πραγματικότητες.

Σ’ αυτό το αληθινό καρναβάλι αισθημάτων, ποτών και ανίερων εξομολογήσεων, η μία πλευρά αποφάσισε εδώ και καιρό να εκχωρήσει τις μαγικές της ιδιότητες. Πήραν την απόφαση να μετατρέψουν το υπέροχο σύμπαν τους σε αλυσίδα super market. Και βέβαια τα κατάφεραν μια χαρά. Προσπαθώντας να διαλύσουν όλα τα μυστήρια της νύχτας, φύτεψαν μια σφαίρα κατευθείαν στην καρδιά της, πυροβόλησαν δηλαδή τα μπαρ.

Κάπως έτσι οι νύχτες κινδυνεύουν να μείνουν ορφανές. Χωρίς άγριες γιορτές, χωρίς ακατάσχετες αμπελοφιλοσοφίες, χωρίς παρέα. Χωρίς τραβηγμένες ομολογίες, χωρίς μπερδέματα, χωρίς ανελέητο φλερτ και ευωδιαστές χυλόπιτες. Η νύχτα χωρίς μπαρ, ποτό ή ιερότητα. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, ακόμα δεν πιστέυω ότι χάθηκαν όλα. Τουλάχιστον συνεχίζω να ελπίζω σε μάτια που γυαλίζουν απ’ το οινόπνευμα, στα ωραία τραγούδια και στα ανεξάντλητα κορίτσια που χαμογελούν, κρατώντας τους δίσκους. Στα χέρια που υψώνουν τα ποτήρια περιμένοντας την επόμενη πρόποση ή στα ποτήρια που αδειάζουν περιμένοντας τους έρωτες που γεννιούνται. Τελος φυσικά ελπίζω ακόμη στις απαράδεκτες φιγούρες μας που κάνουν τα στομάχια να πονάνε απ’ τα γέλια .

Advertisements

9 Σχόλια

Filed under διάφορα

9 responses to “σκοτώνοντας τα μπαρ

  1. «Η νύχτα έχει να κάνει ακριβώς με τη συνομωσία που σκαρώνουν οι ήσυχοι, μα στα πρόθυρα έκρηξης θαμώνες.»

    επιτέλους! κάποιος να αποκαταστήσει αυτήν την φυλή για την οποία κι εγώ -μεταξύ μας- διατηρώ ακόμα ελπίδες.
    Χάρηκα πολύ που διάβασα το αυτό το ποστ – ειλικρινά.

  2. το ωραιότερο ποστ-ύμνος στο bar-πίνειν

    και μετά από όσα διάβασα τελευταία(για τα φοιτητικά σας πιώματα και τις επιδόσεις σας στις εκκενώσεις φιαλών) , το όνομα του βλογ σας αποκτά επιτέλους νόημα

  3. @ κα. Λ. Κορνάρου αυτή η φυλή είναι από τις πιο άδικα συκοφαντημένες.
    χαίρομαι που ακόμα ελπίζετε σ’ αυτούς τους ανθρώπους.

    @ κ. Μοίρη βυτίο είναι το όνομα του μπαρ που κάποτε (λέμε τώρα) θα ανοίξουμε με κάποιους φίλους. είναι έμπνευση του φίλου (από τα παλιά) Δ.
    στην πραγματικότητα αυτό που θέλω να πω ότι μου φαίνεται εξοργιστική η κατάσταση που επικρατεί στην πλειοψηφία των σημερινών μπαρ. ψάχνω ένα μπαρ της προκοπής. Βοήθεια χριστιανοί………

  4. υπογράφω με τα δύο χέρια το statement του κ. Μοίρη.

  5. Καλά όλ’ αυτά και μ’ αρέσουν κι εμένα. Της ίδιας σχολής είμαστε οι μπαρόβιοι ανά τον κόσμο.

    Αλλά: Κι οι άλλοι που δουλεύουνε στα μπαρ, εργαζόμενοι είναι. Δεν πήγαν για αγαθοεργία ή για να θαυμάσουνε τα στάδια του λιωσίματος των μουρών των θαμώνων, δηλαδή των δικών μας. Αν και μου τη σπάει κι εμένα όσες φορές επαναλαμβάνεται το σκηνικό (που έχει κι αυτό βαριάντες, από τη διακριτική υπενθύμιση ως το υφάκι που περιγράφεις), δεν είμαστε αυτοί που θέτουν τους κανόνες. Εμείς πάμε απλά για να βρούμε το μυστικό στον πάτο των μπουκαλιών. Κι ας μην κρύβουνε νεράιδες πάντα.

  6. γεια σου exiled και sorry για την καθυστερημένη απάντηση.
    συμφωνώ απόλυτα ότι είναι εργαζόμενοι και εννοείται πως δεν περιμένω να θυσιάζουν την υπομονή τους κάθε βράδι για τα δικά μας χαΐρια.
    Άλλωστε και στο παραπάνω περιστατικό η σερβιτόρα ήταν η μόνη συμπαθής εκεί μέσα. Όμως όπως και να το κάνουμε τα μπαρ δεν είναι μια επιχείρηση όπως το super market ή ο Γερμανός. Τα αφεντικά, οι ιδιοκτήτες των μαγαζιών είναι αυτοί που συστηματικά αλλοιώνουν το χαρακτήρα της βραδινής εξόδου. Πολύ θα ήθελαν να είμαστε όλοι βιαστικοί καταναλωτές, με τη γνωστή τυποποιημένη συμπεριφορά και παρόμοια γούστα. Η νύχτα όμως είναι τελείως διαφορετική υπόθεση.
    Γι’ αυτό θυμώνω με τις υπερβολικές τιμές, το απρόσωπο κατάστημα, το υφάκι του προσωπικού ή την πόζα αυτών που βγαίνουν για να κάνουν πασαρέλα.
    Ο εκνευρισμός μου εστιάζεται κυρίως στους ιδιοκτήτες και την ξέφρενη απληστία τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία σχέση με τις διαδικασίες της νύχτας και της μπάρας.
    Μ’ αυτά και μ’ αυτά φοβάμαι ότι οι νεράιδες θα συνεχίσουν να υπάρχουν στον πάτο του μπουκαλιού, εμείς όμως δε θα είμαστε εκεί να τις ανακαλύψουμε.

  7. Τελικά, δεν μας είπες (ή μήπως μας είπες;) αν βρήκες το μπαρ σου, και θα συμφωνήσω, στα πλαίσια αυτού του απριλοσεπτεμβριανού πραξικοπήματος, ότι τραλαλα και σία στης ασκληπιού τη γωνία μαστίζονται από της κατανάλωσης τη βία…

  8. mano, βλέπω εντόπισες εύκολα το μαγαζί.
    το μπαρ δεν νομίζω να το βρω ποτέ.
    έχουμε ορισμένες σταθερές, αλλά συνεχίζουμε το ψάξιμο.
    πάντως το συγκεκριμένο μαγαζί το έκοψα από τότε κι ας πήγαινα συχνά μέχρι εκείνη τη μέρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s