φωνή σβησμένη απ’ τη βροχή κι απ’ τις αρβύλες

ακολουθεί αυτοαναφορικό σεντόνι. συνεχίζεις με δική σου ευθύνη.

Όλα άρχισαν όταν διάβασα τόσο όσο έπρεπε, ώστε αντί για την Αθήνα να βρεθώ στην Κομοτηνή. Ακούσια αλλά εντελώς επιτυχημένα. Στην πραγματικότητα όλα άρχισαν όταν εκείνος ο αλήτης ο Π. κέρασε το πρώτο ποτήρι κρασί. Αυτά που ακολούθησαν μοιάζουν απλά να είναι το αποτέλεσμα του μπουζουκιού ή των ανθρώπων που συνέχιζαν να καταναλώνουν Μαλαματίνα την ώρα που οι καούρες θέριζαν στομάχια και αυριανά πρωινά. Ύστερα η πόλη μας αγκάλιασε σφιχτά κι άρχισαν να αποκαλύπτονται αυτά που λίγο καιρό αργότερα θα αποτελούσαν τον σκληρό της πολύτιμης μελαγχολίας.

Το πρώτο μεθύσι σήμανε την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Δεν υπήρχε μάνα να σε προστρέξει, δεν υπήρχε σύστημα αυτοκαθαρισμού εμετού ή κάποιο αόρατο χέρι να προσφέρει το πολυπόθητο depon. Υπήρχε όμως η δυνατότητα αμέσως μόλις, έστω υποτυπωδώς, συνέλθεις να συνεχίσεις τη βραδιά από εκεί που την άφησες. Υπήρχε για πρώτη φορά μια ελευθερία, φτηνή, να κυνηγάς ανηλεώς το αλκοόλ και τον ποδόγυρο, υπήρχε όμως και η ευκαιρία ν’ αντικρίσεις το κενό και τη μοναξιά εδώ και τώρα.

Κάπου εκεί στο κενό έχασκαν στιγμές όπως τα συχνά ξημερώματα που μας έβρισκαν στον «Τούρκο» να τρώμε σουτζουκάκια ή τας κεμπάμπ με σαλτσούλα. Εκείνος σέρβιρε ζαλισμένα στομάχια και πολεμούσε την αφυδάτωση προσφέροντας ποτήρια, τα οποία συγκρατούσε χώνοντας τα δάχτυλα μέσα στο νερό. Τότε δε μας ένοιαζε, αρκεί που σβήναμε τη δίψα. Αρκεί που μπορούσαμε να τριγυρνάμε και να σκορπάμε τις ώρες παρέα με όμορφα κορίτσια κι αμφιλεγόμενες εξυπνάδες.

Μια τέτοια βραδιά μας έπιασε μια απ’ τις γνωστές ξαφνικές καταιγίδες, ενώ καθόμαστε στο αγαπημένος μέρος. Η διακοπή ρεύματος δεν μας πτόησε, αντίθετα πιάσαμε όλοι να βγάζουμε κάτι περίεργους ήχους που υποτίθεται ότι ήταν τραγούδια της Μπέλλου. Συνεχίζοντας να είμαστε ενοχλητικοί παντού και πάντοτε, εκμεταλλευόμαστε στο έπακρο την προσφορά ρεμπετάδικου, σύμφωνα με την οποία με 2000 (παλιές καλές) δραχμούλες μπορούσες να πιεις όσο ήθελες, δηλαδή όσο άντεχες. Ήταν περίπου η εποχή που ανακαλύψαμε εκείνη τη φοβερή ουσία, που οι άλλοι αποκαλούσαν ούζο, ενώ εγώ τουλάχιστον, ήμουν σίγουρος πως πρόκειται για κάτι μαγικό, ίσως για το μόνο παρασκεύασμα που άξιζε να ονομάζουμε φάρμακο.

Όταν καλοκαίριασε καθόμουν στο μπαλκόνι, έβαζα στο repeat το Buena Vista Social Club και έτρωγα κουβάδες ολόκληρους παγωτό καϊμάκι. Κοιτούσα τον ήλιο που πάντα έψαχνε στο βάθος την Ξάνθη και σκεφτόμουν τη φωνή της Ε. που ψιθύριζε ακριβώς τη στιγμή που τελείωνε η τηλεκάρτα: δεν μπορώ. Δεν μπορώ έλεγε, δεν θέλω εννοούσε αλλά εγώ άκουγα ένα δυνατό και ξεκάθαρο μακάρι. Ακόμη δεν ήξερα πως οι γυναίκες δεν κλαίνε μόνο από έρωτα αλλά και εξαιτίας αυτής της καταραμένης αίσθησης που χάριν ευκολίας θα ονομάσω για τώρα, ματαίωση. Συνέχιζα λοιπόν να ακούω τραγούδια και να ανακαλύπτω τη μορφή της, άλλοτε στο σκοτάδι κι άλλοτε σε μελωδίες που εκείνη δε θα άκουγε ποτέ. Όλα αυτά και μερικά ακόμη άδεια ποτήρια για μια κοπέλα που δεν φίλησα ποτέ.

Αλλά η Κομοτηνή συνέχιζε να πέφτει στα πόδια μου και να συλλαβίζει περίεργες φράσεις που πάντοτε τελείωναν με αμφίσημες λέξεις όπως ας πούμε πατρίδα. Κάπως έτσι μπερδεύτηκαν μέσα μου οι μέρες κι ακόμη προσπαθώ να τις βάλω σε σειρά.

Οι βαριές ήττες στο 5*5 από τα αστέρια του πρώτου τραπεζιού, το Αλάβαστρο, ο Γκαϊφύλιας στο διπλανό τραπέζι, οι φοιτητές που (τα ξανάπα) λάτρευαν το σύστημα και τα βουλευτικά έδρανα, οι επισκέπτες πολιτικοί που εκτόξευαν ανοησίες στα αμφιθέατρα και τα κομματικά σκυλιά που λύσσαγαν να μετράνε βαριεστημένες ψήφους ξανθών κοριτσιών. «Λέσχη με των 1» για το γνωστό κοτόπουλο με ρύζι, το σουβλατζίδικο «έμπνευση», στο λεωφορείο στοιβαγμένοι για το Φανάρι, οι τεφατζούδες με τις υπέροχες φόρμες, γυναίκες σε ένα ατελείωτο πήγαινε έλα στην πίστα του φοιτητικού μπουζουξίδικου, πίσω απ’ τη μπάρα, δίπλα μας στο κυλικείο ή στο μάθημα. Οι νύχτες του φοιτηταριού είναι ξέχειλες από επιθυμίες κοριτσιών που τις κατάπιε η νομική και τώρα πουλάνε ακριβά τον πρώην εαυτό τους στις κάθετες της Σκουφά. Τότε όμως αλώνιζαν –και καλά έκαναν- χωρίς συστολή ή όριο στους καναπέδες και τα άβολα κρεβάτια. Αυτό τις έκανε τόσο όμορφες κι αληθινές. Η επιθυμία. Η πόλη αυτή ήξερε αυτό τουλάχιστον. Να μην κρύβει τις επιθυμίες

Η οδός Καισαρείας, τέσσερα χρόνια σπίτι, ορμητήριο, βάση και κατάληξη. Δίπλα μου έμενε ένας φοβερός κιθαρόβιος ο Γιάννης κι έπειτα ολόκληρη ένα χαμόγελο η Ελίνα. Οι γείτονες, ο κόσμος στην πλατεία Ειρήνης. Τα μαγαζιά κάθε χρόνο πολλαπλασιάζονταν. Απογεύματα στο πρώην alley cat μόνοι μας. Τρεις απόκριες στην Ξάνθη, κάθε φορά και καλύτερα. Ψάχνω ακόμη εκείνο το κορίτσι. Με άρπαξε στο άσχετο και μου ψιθύρισε κάτι ακατάληπτο. Της χάρισα τη φουξ περούκα που φορούσα. Χάθηκε μέσα στο πλήθος, τις σερπαντίνες και το αλκοόλ, όπως ακριβώς θα έπρεπε να χάνονται οι όμορφες γυναίκες. Να αναρωτιέσαι αν βγαίνεις απ’ το όνειρο.

Η Αθήνα τις γιορτές, έκανε απλώς πιο επιτακτική την επιστροφή. Το τρένο κολυμπούσε, νόμιζες, μέσα στο Νέστο για να φτάσει νωρίτερα και το άδειο σπίτι υποδεχόταν ξανά τις βαριές βαλίτσες. Κανείς μας δεν υποπτευόταν ότι κάποτε όλα αυτά θα τελείωναν. Έτσι τον τελευταίο καιρό όλα πήραν μια χροιά αλλιώτικη, περίεργη. Τσαλακωμένες σχέσεις ξαναγίνονταν, κάτι αμήχανες αγκαλιές στο ξεκάρφωτο, οι «μικρές περιπλανήσεις» ξανά και ξανά στα αυτιά μου. Ο Λ. με το δερμάτινο μες στην αποπνιχτική ζέστη του club μιλάει μόνος του «δε χωράνε τέσσερα χρόνια σε έντεκα κούτες», αλλά δεν είναι τρελός.

Έντεκα ήταν και οι δικές μου κούτες και από τότε απορώ πως μπορούμε και τα στριμώχνουμε όλα έτσι μέσα σε κουτιά από γάλατα και απορρυπαντικά.

Μέσα σε 11 κούτες η καψούρα του Καρρά, το ανοιχτό στόμα στο άκουσμα των Portishead, ο James Brown και το midnight summer dream. Ακόμη το εντυπωσιακό ούζο κυρ Μανόλης και το ουίσκι που εμφιαλώνεται στην Αργυρούπολη. Καζάν ντιπί, σουτζουκ λουκούμ, ένα σύντομο ταξίδι στην Τουρκία. Η πανέμορφη Siebel προσπαθεί να μου μάθει τούρκικα, αλλά αποτυγχάνει παταγωδώς όπως πριν απ’ αυτήν και ο Ismail. Ο καφές που μοσχοβολάει στου Χατζή και η φωνή του ιμάμη λίγο μετά απ’ αυτή της Χασκίλ, που ελάχιστα πριν, τραγουδούσε «σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί». Ασκούμαι να μην υποταχθώ στην φρενήρη επίθεση που εξαπολύει η λήθη. Φωτογραφίες υπαγορεύουν τη συγκίνηση και ρίχνουν ύπουλες βολές στη σιγουριά των ημερών. Παραπατώντας περνάω από το άγαλμα του Βενιζέλου και το Σπαθί, ρίχνω ματιές στα κορίτσια μας που ψωνίζουν στο Μασούτη, μαθαίνω απ’ τον Β. τον Καμί, ακούω απ’ την αρχή Τρύπες και πρώτη φορά Waits. Ένας κόσμος τρυφερός και ερωτικός, γεμάτος γνώση και αναποδιές, γεμάτος ηχηρές απορρίψεις από κυριλέ γκόμενες και «επιτυχίες» που ποτέ δεν αποζήτησα. Ένας κόσμος γεμάτος από τις τραγουδιάρες που αποθεώσαμε και το τελευταίο κρουασάν champion των 100δρχ που μοιραστήκαμε. Ο κόσμος μου μέσα στον ορυμαγδό και τα χαλάσματα, ακόμα ζωντανός.

Όλα άρχισαν όταν γνώρισα εκείνους τους απίθανους τύπους. (Παναγιώτη, Κωστή, Αντώνη, Αντώνη, Βαγγέλη, Χρήστο και Βασίλη σας χαιρετώ)

Για τον Πάνο—Στέρεο Νόβα

Για τον Χρήστο—Public Enemy

Για τον ΒασίληStranglers

(δεξί κλικ και αποθήκευση ως για τα τραγούδια)

Οι υπόλοιποι ακολουθούν.

Advertisements

11 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

11 responses to “φωνή σβησμένη απ’ τη βροχή κι απ’ τις αρβύλες

  1. Τι να πω… Γενικά είσαι υπέροχος. Όταν πιάνεις τα νοσταλγικά σου είσαι… υπεροχότατος.

  2. greekgaylolita

    Δεν ειναι τα τειχη.

    [η πυλη ειναι*]

  3. κατ’ αρχάς συγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση.

    Αταίριαστε σ’ ευχαριστώ ξανά. κάθε φορά με τον καλό λόγο έρχεσαι εδώ μέσα.
    σε χαιρετώ και
    καλημερίζω greekgaylolita (πάντα ποιητικά μας επισκέπτεσαι).

    @κ. Μοίρη, γιατί ευχαριστείτε;
    αφού βλέπετε, τα σχόλια σας με εμπνέουν. αν πληρωνόμουν θα σας έδινα ποσοστά.
    αν και ήθελα να σας γράψω κάτι πιο ταξιδιωτικό, τελικά βγήκε σεντόνι αυτοβιογραφικό μέχρι αηδίας.
    άλλη φορά.

  4. τα αποστειρωμένα ταξιδιωτικά με απωθούν
    όσα είναι λερωμένα με τα μέσα μας και με τις καταδικές μας λέξεις με συγκινούν

    εμένα μου ήταν υπεραρκετό αυτό

    αλλά και η «άλλη φορά» ευπρόσδεκτη, εδώ θα είμαι να την περιμένω (ανατολικότερα της Κομοτηνής σας και βορειότερα της Αθήνας σας)

  5. κ. Μοίρη, ότι σκάλιζα το παρελθόν σας (1096 λέξεις, να τις αφήσω;) κι ομολογώ ότι μ’ αρέσει ακόμη περισσότερο τώρα που το ξαναδιαβάζω.
    ανατολικότερα της Κομοτηνής, περίεργες σπουδές στην Αθήνα… μυστήρια προσωπικότητα ο ΚΚΜοίρης. : )
    μήπως να σας φανταστώ πίσω από ξύλινο πάγκο στο παζάρι στις Φέρρες;

  6. έχετε δίκιο να αποπροσανατολίζεστε…

    σύμφωνα με τους παλιούς προφήτες, ο παράδεισος είναι στο νότο και το άγνωστο ανατολικά

    τώρα είμαι σίγουρος πως θα βρείτε τη σωστή ρότα

    τι να τις κάνετε τις συντεταγμένες άλλωστε ; θα άλλαζε κάτι αν ήμουν ψαράς στη Μοζαμβίκη ή σε μια μαούνα στο Δνείπερο ;

  7. ο προσανατολισμός μου πάντως συνήθως πάσχει, ίσως γιατί είμαι ολίγον τι αφηρημένος.
    αλλά όπως και να ‘χει, δε θ’ άλλαζε τίποτα.
    εσείς θα είστε πάντα ο Κ.Κ.Μοίρης που όλοι αγαπήσαμε.
    καλημέρες.

  8. ksereis esy

    plirwmene kondylofore oi wres soy teliwsan. kserw poy meneis…

  9. ksereis esy

    o minas einai dimosio proswpo to idio kai i katoikia toy

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s