σκίζοντας το σύννεφο

Έσβησε το φως και ξάπλωσε με τα ρούχα, όπως ήταν. Δίπλα του το ποτήρι αντί για νερό, ήταν γεμάτο μέχρι τη μέση ουίσκι. Χωρίς πάγο, κόκα κόλα ή σόδα. Σκέτο ουίσκι. Έκλεισε τα μάτια και θυμόταν τις λεπτομέρειες της βραδιάς που πέρασε. Την άκουγε στο αυτοκίνητο, ενώ οδηγούσε γρήγορα στη λεωφόρο, δίπλα στη θάλασσα. Την άκουγε, και δεν μιλούσε. Για μια στιγμή, του ήρθε να δώσει μια απότομη στο τιμόνι και να το κολλήσει στο βράχο. Όχι, όχι δεν ήθελε να τη σκοτώσει, πόσο μάλλον να σκοτωθεί αυτός, άλλωστε την αγαπούσε ακόμη. Ήθελε απλά να σταματήσει τη στιγμή, να τελειώσει αυτή τη διαδικασία, να της πει με μια ματιά «σταμάτα, αρκεί».

Σαν εκείνη την ταινία του Ακίν. Σκεφτόταν έτσι ακριβώς, σαν το «gegen die Wand». Με το πόδι κολλημένο στο γκάζι, με τα χέρια δυνατά να σφίγγουν το τιμόνι πλησιάζει με φόρα εκατό και πλέον χιλιομέτρων τον τοίχο. Όχι δηλαδή ότι φανταζόταν να πέφτει πάνω στο αναπότρεπτο με τη θέλησή του. Καμία σχέση. Η κίνησή του δεν περιείχε κάποιο στοιχείο τέλους, η επιθυμία του δεν είχε τίποτα το οριστικό. Απλά να, σκεφτόταν τον εαυτό του μέσα στο αυτοκίνητο. Ο δρόμος να μένει πίσω του, η ταχύτητα να τον αγκαλιάζει και μετά η χαώδης μάζα από σπασμένα πλαστικά, εκτινασσόμενα ελατήρια και διαλυμένα τούβλα, να μοιάζει με μια στατική εικόνα ή έναν εγκάρδιο χαιρετισμό. Δεν σκέφτηκε ποτέ του να πηδήξει από τον πέμπτο ή ας πούμε να πάρει την καραμπίνα του πατέρα του και να πυροβολήσει κατευθείαν στο κέντρο τη ζωή του. Δεν ένιωθε κάποιο μόνιμο πόνο ή μια διαρκή λανθάνουσα απελπισία. Χαμογελούσε όσο οι άλλοι και ζούσε όπως οι άλλοι. Απλά να, μερικές φορές ονειρευόταν συγκρούσεις και σφοδρά συναπαντήματα με τα όρια της ταχύτητας. Κάπου κάπου σκάρωνε στο μυαλό του διαδρομές που σταματάνε απότομα, ή έπιανε τον εαυτό του να συλλαβίζει μαρσάροντας, μια κι έξω.

0705dp_15_zmercedes_benz_w123_dieselcrash.jpg

Τώρα θυμόταν εκείνη τη στροφή. Οδηγούσε ένα μαγικό απόγευμα στον Πάρνωνα ή τις Πρέσπες, δε θυμόταν ακριβώς. Μόνος με το αυτοκίνητο, ανάμεσα στα δέντρα και την ερημιά. Ανέβαινε τις στροφές που απλώνονταν σα φίδι στη ράχη του βουνού. Τώρα το έβλεπε πολύ καθαρά. Άλλαζε τις ταχύτητες, κοιτούσε το στροφόμετρο, απολάμβανε τον αέρα που ερχόταν από το ανοιχτό τζάμι. Ήταν εκεί. Παρατηρούσε τα ίχνη των προηγούμενων οδηγών στην άσφαλτο, το λιγοστό χώμα που εισέβαλλε στο οδόστρωμα από παλιότερες κατολισθήσεις. Όσο ανέβαινε ψηλότερα, πλησίαζε τα σύννεφα, τα ακολουθούσε, σε λίγο θα πέρναγε μέσα από το σώμα τους. Το απόγευμα ήταν όμορφο, του φαινόταν πως είχε γεύση, ήταν γλυκό και έλιωνε στο στόμα και στα χέρια του. Οδηγούσε πάλι εκεί και έπαιρνε τη μια στροφή μετά την άλλη. Ήταν ευτυχισμένος και άκουγε τις μουσικές του σιγά. Σαν ψίθυρο πάνω απ’ τον ήχο του τοπίου. Οι δυνατές στιγμές με δυνατά τραγούδια σε χαμηλές εντάσεις. Κι όλο πλησίαζε το σύννεφο κι όλο πιο έντονα σκεφτόταν να το διασχίσω, να οδηγήσω στις κρυφές άκρες του. Σε λίγο η επιθυμία του θα βρισκόταν μπροστά του. Ακριβώς στην άκρη της στροφής, μετά το μικρό εκκλησάκι που συμβόλιζε το χαμό ενός ακόμη βιαστικού περαστικού, στεκόταν το σύννεφο. Δε χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο. Μόνο να συνεχίσει ευθεία ακλόνητος, δίχως φόβος ή αμφιβολία. Δυνάμωσε λίγο τη μουσική και ακούμπησε τον εαυτό του στο γκάζι. Δεν ήθελε να πέσει στο κενό. Δεν πίστευε ότι υπήρχε άβυσσος. Πίστευε ή μάλλον ήξερε πως ο δρόμος συνεχίζεται και δεν έχει καμία σχέση αυτό που μπορεί να δει με αυτό που υπάρχει.

Πλησίαζε η στροφή και το φρένο έμοιαζε να φεύγει από τη θέση του και να χάνεται μακριά σαν μια παλιά ξεχασμένη είδηση. Σκεφτόταν ότι θα συνέχιζε ευθεία και θα οδηγούσε μέσα σ’ αυτή τη λευκή λεωφόρο. Ελαφρύς σαν το πουλί, θα πετούσε πάνω απ’ τα χώματα και τις πέτρες, πάνω απ’ το εκκλησάκι με το σβησμένο από καιρό καντήλι, πάνω απ’ το δρόμο, πάνω απ’ τον προορισμό και την επιστροφή. Δεν ήθελε να τελειώσει τη ζωή του, ήθελε απλά να μη στρίψει.

Δεν τα είχε υπολογίσει καλά όμως και το σύννεφο φυσικά δεν έκρυβε κανένα δρόμο. Η πτώση άρχισε αμέσως, ήταν απότομη και του έκοβε την ανάσα. Έκλεισε τα μάτια, μήπως και κρυφτεί όπως τα μικρά παιδιά που κουκουλώνονται με το πάπλωμα για να γλιτώσουν από την πραγματικότητα. Η σύγκρουση όμως, που προβλεπόταν σφοδρή και βίαιη αργούσε. Απόρησε κι άνοιξε τα μάτια.

Είδε αμέσως κόσμο γύρω του. Σκυφτοί και λυπημένοι κάποιοι τον χτύπησαν συγκαταβατικά στον ώμο. Κοίταξε τον εαυτό του και είδε πως φορούσε μαύρα. Στο βάθος μερικοί άντρες κουβαλούσαν στεφάνια. Οι κορδέλες γεμάτες αγάπη, αντίο κι υπογραφές πήγαιναν μπροστά κι ακολουθούσαν άλλοι, που έκλαιγαν ή προσπαθούσαν να κρατήσουν ο ένας τον άλλο, καθώς περπατούσαν. Πιο μπροστά είδε το φέρετρο κι έπειτα κάποιον που του έμοιαζε να στέκεται και να κοιτάζει από απόσταση. Αγχώθηκε μπροστά στο παράξενο θέαμα και έκλεισε γρήγορα τα μάτια, ελπίζοντας πως αυτή η κίνηση θα του παρείχε πάλι μια διέξοδο.

Είχε δίκιο. Ήταν ακόμη στο κρεβάτι. Το πουκάμισό του ιδρωμένο, κολλούσε στα σεντόνια. Το ποτήρι είχε αδειάσει. Σηκώθηκε αργά και πήγε στο άλλο δωμάτιο. Κοιμόταν. Δεν ήταν σίγουρος για την ταυτότητά της, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία. Αυτός την αγαπούσε κι εκείνη ήταν ζωντανή. Αυτό για την ώρα ήταν αρκετό.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under παρένθεση

2 responses to “σκίζοντας το σύννεφο

  1. να ένας άντρας που ξέρει ακόμη και μέσα από μαύρα και μωβ να αγαπά τις γυναίκες !

  2. το μαύρο και το μωβ πάντα έβγαζαν ένα μυστηριώδη, συγκεχυμένο ερωτισμό, έτσι δεν είναι;
    συγνώμη και για την αργοπορία στην απάντηση κ. Μοίρη μου, αλλά ουσιαστικά μόλις επανήλθα σε κανονικούς ρυθμούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s