η περιρρέουσα μελαγχολία των τραγουδιών

«Γύρνα τις ώρες που χάθηκαν απόψε
κοίτα που φεύγεις πώς κλαίει το δειλινό»

Οι στίχοι υπαινίσσονται διαδρομές, αγαπημένα μάτια κι ένα παρελθόν που επιστρέφει πάντα, άλλοτε σα σύντροφος κι άλλοτε σαν επαναληπτική καραμπίνα. Τα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή ακούγονταν απ’ την αρχή σαν ψίθυρος, σα μελωδία που ξεκινά από κάτω για να μεσολαβήσει μεταξύ του σιωπηλού ακροατή και του απερίγραπτου. Καθισμένοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι καλοσωρίζουμε τα περασμένα, νοσταλγώντας τότε που μας πονούσε η απουσία της αγαπημένης.

Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ’ άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας.

Ο Κουγιουμτζής ισορροπούσε τα τραγούδια του στη μελαγχολία. Οι δίσκοι του σκιαγραφούν ένα κομμάτι από το διαρκές πένθος, που θέλοντας και μη ισοβίως κουβαλάμε. Μετεωρίζονται ανάμεσα στην πίκρα για αυτά που δεν προλάβαμε να σώσουμε και την τρυφερότητα που ακόμα φυλάμε για όσους μας ξέχασαν. Σαν αόρατη αίσθηση, κρέμεται πάνω από τραγούδια, όπως το «ο ουρανός φεύγει βαρύς», ένα χάδι. Το άγγιγμα αυτό, που συνεχώς εκκρεμεί ανάμεσα σε σένα και μένα, υμνεί, παραπατώντας, την γνωστή σε όλους ακροβασία των σκέψεων. Τη μεγάλη αντίφαση που τυραννικά μας αγκαλιάζει. Πώς τη θυμάμαι; Τί έχω να πω για το σπίτι που κάποτε ήτανε δικό μου; Τί να της ευχηθώ και τί να της προσάψω;

Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί

Ο Κουγιουμτζής ήσυχα, πίσω από τα μαύρα του γυαλιά λέει στο Νταλάρα για εκείνα τα τραγούδια, «δεν τραγουδούσες, φώναζες» (δυστυχώς δεν έχω μνήμη, άρα και link να σε παραπέμψω). Οι στίχοι του συνθέτη μιλάνε για πουλιά, ουρανούς, νύχτες και γνώριμες φυγές. Ο ίδιος δίνει ήχο στο υλικό του Μ. Ελευθερίου («του κάτω κόσμου τα πουλιά») και στα λόγια του Μ. Μπουρμπούλη (θα ‘ταν 12 του Μάρτη) Κρατώντας το στίχο του
«Αν δεις σε χέρι παιδικό
πουλάκι πληγωμένο
πάρε τις στράτες να με βρεις
εγώ σε περιμένω»,

περπατάμε πάνω κάτω στην Καλαμαριά και μοιραζόμαστε ιστορίες. Ακούω ξανά τις νότες του. Δεν εγκαταλείπουμε τις λέξεις μας. Δεν πνίγουμε τα μεγάλα μας λάθη. Σε μακρινές βόλτες βλέπουμε το μέλλον μας τυλιγμένο με τις παραιτήσεις χρόνων.

«Τα λουλούδια δε μυρίζουν είναι πλαστικά
ένα φίλο και μια αγάπη είχα μια φορά
τώρα βρέχει κάποιος τρέχει δεν μπορώ να δω
το ρολόι σταμάτησε εδώ»

 

kougioumtzhs.jpg
Με ανείπωτη αγάπη, μικρά παιδιά και φοβισμένοι ενήλικοι, όλες μας οι εκδοχές μαζί, στέλνουμε χαιρετίσματα στους εγκλωβισμένους φίλους. Χωριά και μανάδες, γυναίκες που πήραν τα κομμάτια μας και τα ξέσκισαν, φιλιά και χαστούκια δυνατά σαν κανόνια. Είμαστε εμείς η απαράμιλλη μελαγχολία του Σταύρου Κουγιουμτζή. Το πένθος και το χάδι φωλιάζει στις πράξεις, σαν τα τραγούδια που συνοδεύουν τις φορές που μετάνιωσες, ελάχιστα πριν το κρεβάτι ή ακριβώς μετά από ένα αντίο. Συντροφιά με τα τραγούδια λοιπόν θα περάσουν τα πιο δύσκολα βράδια.

Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ’ αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.

Τέτοιους έρωτες ψάλλει ο Σταύρος Κουγιουμτζή.

ΥΓ. όπου βλέπεις κόκκινο να σκέφτεσαι κουβέντες του Ηλία Πετρόπουλου.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πρόσωπα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s