χιόνι

Τα σκεπασμένα αυτοκίνητα, τα λευκά δέντρα μου θυμίζουν την παλιά Kresky στο χωριό. Μπιτόνια πετρέλαιο ανεβοκατεβαίνουν με κόπο από το υπόγειο. Πάντα εκεί φυλάγαμε τα καύσιμα. Παλιά ήταν τα βαρέλια με το κρασί, τώρα ο τρόπος να ζεσταθούμε. Το χωριό έρημο και παγωμένο. Στην αυλή στοιβαγμένα ξύλα, στο τζάκι ένα γύρω παππούδες και παιδιά, οι τσέπες τους στάζουν ακόμα χιονόμπαλες. Με τα χέρια προτεταμένα, γυρεύουν ζέστη, φλόγα και δυο κουβέντες συνεννόησης. Στο χωριό, τότε.

Στις μαγκούρες όσων πια λείπουν, νομίζω ώρες ώρες ότι στηρίζονταν τα κούτσουρα, το δωμάτιο, το σπίτι,ο χρόνος.

dsc03263-1.jpg

………………………………………………………………………………………………………………

Λαχτάρησα τα χιόνια στον Παρνασσό. Πριν ορμήσουν οι επισκέπτες με τα τακούνια και τα τεράστια αυτοκίνητα. Πριν το Εμπορικό, τα πανάκριβα άθλια δωματιάκια και τα πέτρινα, κι όμως κακόγουστα σαλέ. Να ανεβαίνεις ξεπαγιάζοντας με το τριπλό, να κοιτάζεις την ατελείωτη λευκή κατηφόρα κι έπειτα να κατεβαίνεις με φόρα. Να ‘χει κόσμο στα λιφτ κι όχι σε τζαμένιες καφετέριες. Μετά στο λιβάδι για φασολάδα και χορτόπιτα. Την πρωτοχρονιά κερνούσαν ποτά στην πλατεία της Αράχοβας και στα καφενεία ακόμη έλεγαν για το χωριό τους. Ποιός στο διάολο σκέφτηκε να κάνουν μπουζούκια ανάμεσα στα έλατα και τα βράχια; Οι καινούριες βίλες ανήκουν σ’ όσους αδυνατούν να δουν τις μέρες τους σε οποιοδήποτε τόπο. Περαστικοί με σπίτια, τουρίστες που δε σκύβουν ν’ αγγίξουν το χιόνι. Αθηναίοι μετατρέπουν χωριά σε θέρετρα, τοπία σε Αθήνες. Οι στροφές ανάμεσα στα δέντρα, οι πέτρες, οι λαχανοντολμάδες στο Αγνάντι (ούτε αυτό μπορώ να καταλάβω πια) όλα πια είναι δικά τους. Λαχτάρησα ομίχλη και αλυσίδες και βόλτες μέχρι την Αγόριανη. Λαχτάρησα κασκόλ και χιόνια με ζέστη, Μάρτη στον Παρνασσό.

………………………………………………………………………………………………………………

Περίπατος τυλιγμένος με χοντρά κασκόλ. Χιόνια στους δρόμους. Ο Σακουλέβας έχει παγώσει και πάπιες πατινάρουν με αιθέριες πιρουέτες. Πέτρινα γεφυράκια και στενοί πλακόστρωτοι δρόμοι. Σπίτια παλιά με σκεπές και κάπνα απ’ τα τζάκια. Το κρύο κατέβηκε στους δρόμους, πήρε τους ανθρώπους απ’ το χέρι και τους έβγαλε τρυφερά να ζεστάνουν με βόλτες τη μέρα. Ήταν Χριστούγεννα κι ήμαστε στη Φλώρινα. Στο δωμάτιο δε χωράνε οι άδειες κούπες του καφέ. Τα βράδια τα ποτήρια μιας ολόκληρης πόλης δε μας φτάνουν. Τα κορίτσια, συμφιλιωμένα με τον καιρό, ξέρουν να ανάβουν τη σόμπα και να κοιμούνται κρύβοντας σιωπηλά, διψασμένα κορμιά κάτω από βαριά παπλώματα.

24 το απόγευμα κλέβουμε το καρότσι του supermarket και κάνουμε τσουλήθρα στο χιόνι με τα ψώνια ως το σπίτι. Το βανάκι που μας ακολουθούσε αποδείχτηκε ότι δεν ήθελε να μας απαγάγει για λογαριασμό της CIA, παρά ήταν του καταστήματος. Ο υπάλληλος, χαμογελαστός, φόρτωσε το καρότσι να το πάει πίσω. Σ’ ένα σπίτι δίχως θέρμανση, φοράμε φλις, πουλόβερ, μπουφάν και φτιάχνουμε τη γέμιση της γαλοπούλας. Η γαλοπούλα ήταν στεγνή, δεν κατέβαινε με τίποτα. Από βέβαιο πνιγμό μας σώζει ένα κοκκινιστό και ένας δίσκος γεμάτος σφηνάκια. Τα ποτά σερβίρει ο Meth, ένας περιφερόμενος Αυστραλός, με άγνωστο επόμενο προορισμό. Η πόλη δεν ανήκει στο μοντέρνο κόσμο της υστερίας. Δεν ανήκει καν σε μια συγκεκριμένη χώρα. Είναι ένα μυστήριο. Τρυφερότητα και γαλήνη γλιστράνε στους δρόμους μαζί με τους μεθυσμένους φοιτητές που επιστρέφουν ξημερώματα. Πονάει όταν πέσεις στον πάγο μα το φάρμακο μπορεί να σου προσφέρει ο καθένας και κανείς.

Κάθε πρωί. Κάθε πρωί δε συγκρίνεται μ’ εκείνο το πρωί που κοιμήθηκες πνιγμένος από άσφαλτο, αυτοκίνητα και πολυκατοικίες και ξύπνησες σε μια ανάλαφρη άσπρη αγκαλιά. Η πρώτη σου κίνηση είναι ν’ ανοίξεις τη μπαλκονόπορτα και σε μισό βήμα, αν αφήσεις για λίγο πίσω σου τη μυρωδιά του πετρελαίου, θα βρεθείς στην πιο όμορφη χιονισμένη κοιλάδα. Αναπνέεις και για μια στιγμή ξεχνάς πως χτες βράδι, μετά από δυο τόνους ουίσκι επέμενες να φας όλη την τηγανιά και δυο τρεις πιπεριές ακόμη. Ντύνεσαι καλά- πνευμονία και καούρες είναι θανατηφόρος συνδυασμός- και βγαίνεις στους δρόμους. Για μας τους «Αθηναίους» το δευτερόλεπτο που κρατάς στη χούφτα σου το χιόνι είναι μαγικό και βασανιστικό.

Οι πόλεις που περπάτησες για λίγο. Η Φλώρινα, δεν την ξέρει χάρτης ή ταξιδιωτικός οδηγός. Υπάρχει μόνο σε κάποιες παλιές φωτογραφίες, στη γεύση μιας πιπεριάς, σε δυο κουβέντες που πες μεθυσμένος σε κάποιον που δε θα ξαναδείς ποτέ κι ούτε ξέρεις που βρίσκεται τώρα (και παραδέξου το, δεν θυμάσαι καν το όνομά του). Υπάρχει μόνο στον πάτο του ποτηριού, στην άδεια μεριά του κρεβατιού, στις λέξεις μου που όλο τελειώνουν.

dsc03269.jpg

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

2 responses to “χιόνι

  1. Ωραια περιγραφή…μεσα σ ολα κανω μια τελευταια γυρα στους φιλους..θα τα πουμε σε καμια εβδομάδα, θελω να ελπιζω

  2. όλα να πάνε καλά ριτς.
    ξανά οι ευχές και οι σκέψεις μας θα σε συνοδεύουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s