η μιμόζα

Ξυπνήσαμε το πρωί και το μόνο που ακούστηκε ήταν ο Π., μισοκοιμισμένος ακόμα, απ’ το μέσα δωμάτιο. «Λίγο νερό ρε παιδιά. Λίγο νερό μωρή παλιομιμόζα». Δεν ήταν οι μπύρες ή το τζιν, αλλά οι τεκίλες που είχαν κάνει τη ζημιά. Όταν λέω ζημιά, δεν εννοώ το δωμάτιο που ακόμα περιστρεφόταν αργά, σα λασκαρισμένο γύρω-γύρω-όλοι, το κεφάλι που ξαφνικά ζύγιζε περίπου όσο 10 αμόνια μαζί ή το χαοτικό big bang που από στιγμή σε στιγμή ετοιμαζόταν στο στομάχι μου. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν η επιστροφή της γνωστής παντόφλας που φώλιαζε στο στόμα μου. Ξεραΐλα, αφυδάτωση και μια αίσθηση ότι κάποιος έχωσε ξανά το ίδιο τραγικό παπούτσι κάτω απ’ τον ουρανίσκο μου. Προφανώς όλοι δίψαγαν, όπως όλοι αμφέβαλαν, αν δεν φοβόνταν κιόλας, για τα χτεσινοβραδινά καμώματα. Η μνήμη σε όλους έπαιζε περίεργα, αλλά κωμικά, παιχνίδια, αλλά εκείνη τη στιγμή προείχε η δίψα. Η τρομερή επιθυμία για νερό. Ήπιαμε όσο μπορούσαμε κι ύστερα, αρκετά καθυστερημένα είναι η αλήθεια, γελάσαμε. «Τι είναι αυτό ρε μαλάκαρε; Άκου μιμόζα. Υπάρχει αυτή η λέξη; τι σημαίνει;» «δεν ξέρω, κάπου την έχω ακούσει» «απ’ τον κώλο σου το βγάζεις κι αυτό, κλασσικά» «όχι ρε κάπου τ’ άκουσα» «ναι καλά»..

Από τότε η μιμόζα θα ήταν μια κακόηχη βρισιά, ένας υποτιμητικός χαρακτηρισμός, το τελευταίο στάδιο της περιφρόνησης. Μια αποστροφή του λόγου και του συνομιλητή. Θα εκσφενδονιζόταν στον ανύποπτο ομοτράπεζο, σαν μια δήλωση σνομπισμού και αηδίας. Θα ήταν το τέλος της κουβέντας, η παραδοχή ότι κουράστηκες να ψάχνεις ανάμεσα στα επιχειρήματά του για ίχνη λογικής. Κι ήταν μια λέξη άθλια, άγνωστη, χωρίς περιεχόμενο, αλλά με πολύ νόημα, άλλο ένα απ’ τα inside jokes, που κάθε παρέα τόσο εκτιμάει.

Μια μέρα στο σπίτι ενός φίλου, μας άκουσε η μάνα του. Δεν κατάλαβα τί ακριβώς με ρώταγε ή πώς χρησιμοποιούσε κι αυτή τη λέξη μας, όμως ήξερα ότι έπρεπε πια να εφεύρουμε ή να αγνοήσουμε κάτι άλλο. Η μιμόζα, αυτός ο λεκτικός κόλαφος, το τελειωτικό φτύσιμο του απέναντι, ο περδικλωμένος και αλαζονικός ήχος μας, δεν ήταν παρά ένα απλό φυτό. Μια στάλα χλωρίδας, ανάμεσα σε χιλιάδες λήμματα στο κάθε λεξικό που χαρίζει μια απογευματινή εφημερίδα. Ήταν γράμματα στη σειρά, που γνωρίζει καλά η κάθε θεία που συχνάζει σε λαϊκές, ήταν κοπριά, χημικά και λιπάσματα ή ένα χλομό γέμισμα ζαρντινιέρας. Το ήξεραν όλοι. Η μιμόζα υπήρχε στη σφαίρα της πραγματικότητας. Μπορούσε ο οποιοσδήποτε να το πουλάει και να το αγοράζει. Να το ποτίζει ή να το κατουράει.

Ένιωθα σα να με είχαν καβαλήσει όλοι όσοι περιφρονώ ή κοροϊδεύω τόσο καιρό. Ψωνισμένα κοριτσάκια και διαφωνούντες περαστικοί έτριβαν στη μούρη μου ανόητα επιχειρήματα και αποδοκιμαστικά βλέμματα. Η γλώσσα μου ήταν ένα ψωραλέο φυτό. Γελούσαν μαζί μου τα τελευταία πλαστικά λουλούδια της Αθήνας.

……………………………………………………………………………………………………………..

Οδηγώ στην Κατεχάκη. Τρέχω λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει ο καλός αυτός δρόμος, αλλά και πάλι όχι ιδιαίτερα. Είναι σχεδόν άδεια η λεωφόρος, ζήτημα να συνάντησα πέντε έξι ακόμα αυτοκίνητα, μέχρι το Βύρωνα. Σταματάω στο φανάρι, όλα είναι τόσο ήσυχα. Ο περιπτεράς κλειδώνει το περίπτερο, ο σουβλατζής φοράει το μπουφάν του και κλείνει ένα ένα τα φώτα. Όλοι ετοιμάζονται να γυρίσουν σπίτι. Αργά περνάω ανάμεσα στα παρκαρισμένα αμάξια, κάποιες τηλεοράσεις φαίνονται πίσω από τις κουρτίνες ακόμα να παλεύουν με τους κουρασμένους ιδιοκτήτες. Η πόλη ώρες ώρες είναι ήρεμη, θυμίζει χωριό λίγο μετά τις γιορτές. (Οικογένειες παραφορτώνουν τα πορτ παγκάζ, κλειδώνουν το πατρικό, εκεί που κάποτε στέκονταν και τους αποχαιρετούσαν η γιαγιά κι ο παππούς. Το παιδί είχε παρατηρήσει πως μέχρι να χαθούν στα χιλιόμετρα του εθνικού, περίμεναν εκεί όρθιοι με το χέρι υψωμένο. Λες και πάντα είχαν κρατημένη μια ελπίδα, ότι θα γύρναγαν πίσω, ότι θα έμεναν λίγο παραπάνω. Ή απλά σα να πίστευαν ότι εκείνο το νεύμα, που θα κρυβόταν απ’ την στροφή σε ελάχιστο χρόνο, θα ήταν καλός σύντροφος για άλλο ένα ταξίδι επιστροφής)

Κοιτάζω δεξιά, μπροστά στην πιλοτή μια πολυκατοικίας, δυο παιδιά αγκαλιασμένα φιλιούνται, την ώρα που το ραδιόφωνο παίζει Roxette (πώς είπατε;). Έτσι μου ‘ρχεται να αφήσω το αμάξι όπου βρω και να πάω με τα πόδια. Κάπου εκεί, δίπλα στην πλατεία, παίζαμε παλιά πεναλτάκια. Θυμάσαι; Σα να βλέπω μπροστά μου τη μπάλα στημένη, έτοιμη για το τελευταίο κρίσιμο σουτ. Παίρνω φόρα, κοιτάζω την κάτω δεξιά γωνία, αλλά θα το ρίξω ψηλά και αριστερά, θέλω να τον μπερδέψω. Χτυπάω με δύναμη και η μπάλα, αυτή η πουτάνα η μπάλα, φεύγει τουλάχιστον δύο μέτρα έξω. Άουτ ξανά.

Advertisements

8 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

8 responses to “η μιμόζα

  1. Μιμόζα…. Κατά σύμπτωση πριν από λίγες μέρες το είδα (πάλι) σε μία ταμπέλα στεγνοκαθαριστηρίου.
    Δεν ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει αλλά είναι ένα πολύ συνηθισμένο όνομα στεγνοκαθαριστηρίων (το ανταγωνίζεται επάξια μόνο το «Εντελβάις»).
    Την πρώτη φορά που το είδα σε ταμπέλα νόμισα ότι ήταν το όνομα του ιδιοκτήτη. Μετά το ξανασυνάντησα πολλές φορές. Συμφωνώντας με το φίλο σου, θα έλεγα ότι είναι ένα όνομα αστείο και προσβλητικό αν χαρακτήριζες μ’ αυτό κάποιον. Π.χ. (σε μάγκικο τόνο) «Ίσα μωρή μιμόζα, μη σου… «.
    Αργότερα, έμαθα κι εγώ, όπως κι εσύ ότι πρόκειται (αν δεν κάνω λάθος) για ένα είδος ακακίας.

  2. le vert

    episis molis xthes i diplani mou dikigoros me rotise kati gia mia pelatisa tis alvanida tis opoias to onoma ine mimoza. pos leme garifalia, zouboulia, akakia, lemonia ktl

  3. ionnis

    υπάρχει και σαν όνομα ζαχαροπλαστείου, κάπου στου γκίζη στη λεωφόρο αλεξάνδρας.
    σα γεύση από πολυκατοικία στο πεδίο του άρεως.

  4. Αταίριαστε έχεις δίκιο,
    είναι ακακία λευκάζουσα (της οικογένειας Leguminosae μάλιστα, κάπου το βρήκα). Για καθαριστήριο δεν έχω προσέξει να σου πω την αλήθεια, αλλά σαν χαρακτηρισμός ήταν φοβερός. Γεμίζει το στόμα σου, το ευχαριστιέσαι.

    @vert τη λένε Μιμόζα; Έλεος. Πες μου ότι είναι και όμορφη.

    @ionnis και ζαχαροπλαστείο; κοίτα να δεις που τους φαίνεται κι ωραία λέξη να ονομάσουν το μαγαζί τους. Την επόμενη φορά που θα βρεθώ εκεί κοντά θα το φωτογραφήσω.

  5. Από γράψιμο ξέρεις, αλλά από όραση είσαι… Δε βλέπεις τι γκολάρα έβαλες;

  6. λες ρε exiled?
    και τόσο χρόνια αυτομαστιγωνόμουν άδικα για αυτή την κρίσιμη κι αποφασιστική αστοχία μου. δεν πειράζει.

  7. Mimoza

    Λυπαμαι πολυ για σας

  8. κι εγώ.
    έχετε κάτι να προσθέσετε ή να μείνουμε στους δικούς μου λόγους;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s