η σκιά έφτανε στη θάλασσα

Λίγο πριν το καλοκαίρι της Πάτμου διάβαζα για δεύτερη φορά το «Δρόμο» του Κέρουακ και ας πούμε ότι το ταξίδι έκαιγε πιο έντονο μέσα μου. Πήγα λοιπόν στην Πάτμο, δουλεύοντας στο ταχυδρομείο μέσω ενός προγράμματος της γ.γ.ν.γ. Μια πιο δημοσιοϋπαλληλική οπτική της φυγής λοιπόν, αφού απ’ τον υποφαινόμενο έλειπε όχι μόνο η φοβερή πένα του Κέρουακ, αλλά πολύ περισσότερο τ’ αρχίδια που ο συγκεκριμένος άνθρωπος προφανώς διέθετε.

Επέλεξα το νησί τυχαία, αφού ήταν κι απ’ τα λίγα στα οποία υπήρχε κενή θέση. Η Πάτμος αρχές Ιουλίου ήταν σχεδόν άδεια, λιγοστοί τουρίστες και οι ντόπιοι. Η δουλειά μ’ όλα αυτά τα γραμματόσημα και τα ψιλά, μπακαλίστική και σπαστική αλλά αναγκαία. Τις πρώτες μέρες περπατούσα συνεχώς στα στενά και τις παραλίες μ’ ένα παγωτό ή μια μπύρα στο χέρι. Δεν πολυμιλούσα κι ήμουν ιδιαίτερα ευγενικός έως αόρατος. Άλλωστε ο σκοπός ήταν περίπου αυτός. Να χαθώ ανάμεσα στο τοπίο και τη θάλασσα έτσι που να μην ξεχωρίζω από μια πέτρα ή έναν οποιονδήποτε περαστικό.

Πήγαινα στην παραλία της Λάμπης, που είχε ελάχιστο κόσμο ή και καθόλου τ’ απογεύματα. Εκεί υπήρχε ένα τεράστιο αρμυρίκι, ίσως το μεγαλύτερο που έχω δει ποτέ, η σκιά του έφτανε στη θάλασσα. Ξάπλωνα από κάτω και κοιμόμουν για ώρα με τον ήχο του αέρα και της θάλασσας. Αποκτούσα σιγά σιγά την σοφή ηρεμία του τόπου κι ας μην είχα υποψία σοφίας στο κεφάλι.

Σιγά σιγά οι άνθρωποι στα ΕΛΤΑ με την τραγουδιστή ομιλία, τα πειράγματα και τις υπέροχες προσφωνήσεις επανέφεραν μέρος της κοινωνικότητάς μου. Το καθημερινό πέρασμα απ’ την ταβέρνα του Παντελή, εκείνο το τραπεζάκι στη γωνία κι η φοβερή σκορδαλιά, δημιούργησαν μέσα μου τη γνωστή ψυχολογία του θαμώνα, του γείτονα. Δεν ήμουν πια πελάτης ή ξένος, αλλά παρατηρητής, συμπότης, σχεδόν μέλος μια φανταστικής παρέας, με προεξάρχοντα μέλη τα παιδιά του ταβερνιάρη, τη θαυματουργή Μαργαρίτα, τη γριά που πουλούσε εφημερίδες και τη σερβιτόρα της απέναντι καφετέριας. Το καλοκαίρι, ως γνωστόν, υπάρχει για να συντελούνται θαύματα και το θαύμα ήταν η συντροφιά μας, διακριτική, φωνακλάδικη, γεμάτη χειρονομίες και μοναξιά.

Τα βράδια έβγαινα παρέα με τον L. Cohen και το take this waltz στο κοινό μπαλκόνι των ενοικιαζόμενων δωματίων. Κοίταζα κάθε μέρα, την ίδια περίπου ώρα το πλοίο που πλησιάζε σιγά το λιμάνι. Βουβά σχεδόν έπιανε, άφηνε τον κόσμο κι έπειτα το ίδιο ήσυχα έφευγε. Τα φώτα απομακρύνονταν κι οι φωνές των ξενοδόχων δυνάμωναν για λίγο στην όψη των επισκεπτών. Τότε μ’ άρεσε να σκέφτομαι ότι μια μέρα αυτό το καράβι, το συγκεκριμένο, όχι άλλο, θα φέρει αυτή που τόσο καιρό περίμενα. Υπομονετικά, σχεδόν μελοδραματικά σαν κακογραμμένο γυναικείο βιβλίο, έβλεπα τον εαυτό μου να κοιτάζει μ’ αγωνία την αποβίβαση των επιβατών, σα να περίμενα από στιγμή σε στιγμή εκείνη που θα άλλαζε για πάντα τον κόσμο μου. Αναρωτιόμουν ποιοί είναι αυτοί οι ταξιδιώτες με τους σάκους που περπατάνε πια εδώ πέρα, αν ήρθαν να βρουν κάποιον ή αν έφυγαν τρέχοντας από κάπου αλλού. Ακόμη ώρες ώρες, ανησυχούσα μήπως το καράβι έπαιρνε μακριά εκείνη την ξανθούλα που έπινε τεκίλες προχθές στον Κάμπο ή την άλλη με το άσπρο φόρεμα που μόνη, διάβαζε το βιβλίο της σ’ ένα παγκάκι στο λιμάνι.

Στο ταχυδρομείο, πίσω απ’ το ταμείο, περίμενα κάθε μέρα, την τακτική επίσκεψη των δύο Γερμανίδων. Έρχονταν τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα και έπαιρναν γραμματόσημα για τις κάρτες που έστελναν. Τις παρατηρούσα, δύο πανέμορφα κορίτσια, η μια ευγενική και χαρούμενη, η άλλη μελαγχολική, μερικές φορές σκοτεινή μιλούσε μόνο ψιθυριστά σα να ντρεπόταν που συναγωνιζόταν το κάστρο για τα περισσότερα βλέμματα. Πολλές φορές θέλησα να τους πιάσω κουβέντα στα γερμανικά, αλλά πάντοτε κολλούσα πριν καν ξεστομίσω ένα alles gut, also wie gets ή ακόμη πιο συχνά ένα απλό und. Αυτό το γαμημένο und ποτέ του δε με χώνεψε. Από τότε που για δέκα συνεχόμενα λεπτά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί η δασκάλα των αγγλικών με διόρθωνε. I’ll go there und…. λάθος έλεγε. Γελούσαν τ’ άλλα, απορούσα εγώ. Οι Γερμανίδες αυτές, τα μεσημέρια εμφανίζονταν στην πλατεία, αλλά ποτέ δεν κάθονταν στις καφετέριες με τον πολύ κόσμο. Τις έβλεπες στην ίδια πάντα γωνία, στο καφενείο να πίνουν τα ούζα τους και να ανταλλάσσουν υπαινικτικά βλέμματα με τον καφετζή. Σε μια εποχή που το ούζο συμβόλιζε για μένα όλα τα αξιόλογα μυστικά του σύμπαντος, ήμουν έτοιμος να πιστέψω ότι το καλοκαίρι δικαιωματικά τους ανήκει. Τρεις βδομάδες μετά, ένα απόγευμα που έμοιαζε πολύ με το προηγούμενο, μόλις άδειασε το ποτήρι τους, αντί να παραγγείλουν το επόμενο, μπήκαν μέσα στο μαγαζί κι ύστερα βγήκαν φορτωμένες με μπαγκάζια. Χαιρέτησαν τον καφετζή, αποδίδοντάς του -δικαίως- κάτι απ’ την ιερότητα του καλοκαιριού, γύρισαν την πλάτη και λίγη ώρα αργότερα ακούμπαγαν στην κουπαστή και κοιτούσαν το κοινό τους, που ‘χε μείνει νικημένο και ανίκανο να καταλάβει την πραγματικότητα των αποχωρισμών. Εμένα και τον καφετζή δηλαδή.

Λίγες μέρες πριν φύγω, ήρθαν κάποιοι φίλοι να με δουν. Το βράδι τα ποτήρια εξασφάλιζαν ωραία λόγια και περισσότερη άνεση. Η Ε., οι φίλες της κι εμείς, το όλον έξι άτομα (6) μπήκαμε σ’ ένα seicento και κάναμε τα δύο χιλιόμετρα μέχρι το κλασσικό club έξω απ’ τη χώρα. Τα νησιά του Ιούλη θυμίζουν με τον πιο πειστικό τρόπο ότι τα παραμύθια, οι έρωτες και τα όνειρα πρέπει να χαρίζονται απλόχερα στους ξένους. Η Ε. ξημερώνοντας, αγκαλιά με μια κρέπα κι όχι κάποιον από μας, έλεγε ότι το πρωί θα πάνε με το ιστιοπλοϊκό κάποιου γιατρού σε μια φοβερή παραλία. Έτσι εγώ πήγα σερί σε μια εφιαλτική μέρα στο ταχυδρομείο, τα κορίτσια έκαναν ηλιοθεραπεία ανάμεσα στα κατάρτια και εμείς ξεμείναμε με τις αφηρημένες χτεσινές υποσχέσεις στο χέρι, κοινώς μπουκάλα.

Με άλλα λόγια, το νησί της αποκάλυψης μου είπε άλλη μια ιστορία αποτυχίας ή για να χαϊδέψω τ’ αυτιά μου άλλη μια ανάμνηση για το ανεκπλήρωτο. Όμως η αληθινή αποκάλυψη ήταν ότι μπορείς να ζήσεις, ακόμα και χωρίς άλλους. Η γαλήνη ή η αναγκαστική σιωπή εκείνου του καλοκαιριού ήταν ένα τραγούδι για τη συντροφιά του τοπίου, την ερημιά της θάλασσας ή τον ελαφρύ ύπνο που μόνο ο ίσκιος του δέντρου μπορεί να χαρίσει.

Advertisements

12 Σχόλια

Filed under τόποι που φαντάστηκα

12 responses to “η σκιά έφτανε στη θάλασσα

  1. novalis

    Υπήρξε αυτός ο τόπος; Υπήρξες σ’ αυτόν τον τόπο;

    ( και για να καταλάβω δλδ, τα καλοκαίρια θα γράφεις για τους χειμώνες; )

  2. novalis ο τόπος υπάρχει ακόμα, τότε μάλιστα ήμουν κι εγώ εκεί αλήθεια. τώρα λέω κρίμα που δεν έμεινα περισσότερο.
    ανάποδο φαίνεται, αλλά με τέτοιο ήλιο τί να κάνεις; άσε που έχω καιρό να ανέβω σε κανένα βουνό. ξέχασα πώς μοιάζει το χιόνι.

  3. novalis

    Δεν πίστεψα ποτέ στον ήλιο του χειμώνα, σιχαίνομαι ακόμη και την λέξη «αλκυονίδες». Περιμένω υπομονετικά την στροφή του Πάσχα.
    Για το χιόνι, το ‘χω πάρει απόφαση πια, δεν γουστάρει την Άττικα, πόσω μάλλον τον Πειραιά.

  4. ναι μεν, αλλά αυτές οι μεσημεριανές λιακάδες της Κυριακής αφήνουν υποσχέσεις κι υπονοούμενα για το επερχόμενο καλοκαίρι, ή όχι;
    το χιόνι είναι γεγονός ούτε φέτος θα έρθει, μάλλον πρέπει αλλού να το κυνηγήσουμε.

  5. Η δικη μου αναμνηση για τη Λαμπη ειναι εντελως διαφορετικη και μαλλον για τουτο να μη θελω να ξαναπαω εκει περα -μη τη χαλασω. Μπορει να ανεβασω και ποστ σχετικο, διακοσμημενο με φωτο απο τα υπεροχα βοτσαλα που υπηρχαν στη παραλια της. Υπαρχουν ακομα εκεινα τα φοβερα βοτσαλα; Καποτε, ρωτησα καποιον και μου απαντησε «τι βοτσαλα;»
    ………………..

  6. πριν φύγω όλο έλεγα να μαζέψω μερικά, κινδύνεψα να κουβαλήσω όλη την παραλία, αλλά τελικά συγκρατήθηκα. Απ’ τις ελάχιστες παραλίες με βότσαλα που μ’ αρέσουν.
    πάντως πριν τρία χρόνια που ήμουν εκεί είχε ανοίξει ένα απ’ τα γνωστά μαγαζιά που πνίγουν τις παραλίες και «βαρούσε» επικίνδυνα δυνατά όσο πλησίαζε ο Αύγουστος κι ο τουρισμός.
    πάντως οι φωτογραφίες επιβάλλονται νομίζω, μην το σκέφτεσαι.

  7. Λοιπόν συγνώμη για το λινκ αλλά επειδή κάτι μας κάνει αυτή η Πάτμος, ορίστε μια εικόνα της το χειμώνα: http://tsimitakis.wordpress.com/2008/01/28/%ce%a3%cf%84%ce%b1-%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b9%ce%ac-%cf%84%ce%bf-%cf%87%ce%b5%ce%b9%ce%bc%cf%8e%ce%bd%ce%b1/

  8. sorry που καθυστέρησε να εμφανιστεί το σχόλιο, αλλά για κάποιο λόγο το έστειλε στα spam.
    φυσικά ευπρόσδεκτο το link, αφού οδηγεί και σε πολύ ωραίο κείμενο.

  9. τα είδα όλα σε εικόνες !!!

    ως και την αλμύρα της κουπαστής που ακούμπαγαν τα und χέρια τους γεύτηκα…

    φαντάζομαι τι μας επιφυλάσσετε όταν μπει Ιούνιος

  10. τις είδατε κι αυτές; άρα με καταλαβαίνετε.

    για τον Ιούνιο σας φυλάω κι άλλες Γερμανίδες, μερικές Γαλλίδες (στα λόγια πάντα) και πολλές, πολλές κουπαστές.
    Σε κάποια απ’ αυτές ελπίζω να ακουμπάμε εμείς κι όλα μας τα und. ε;

  11. δεν ξέρω τι θα ακουμπάμε εμείς αλλά εκείνο που ξέρω είναι πως αυτό το βρώμικο του Κινέζου (σας) γεννάει οίστρο..

  12. είμεθα ευτυχείς για οτιδήποτε συμβάλλει στην έμπνευσή σας.
    ελπίζω μόνο να μην τον έχουμε γλωσσοφάει τον φουκαρίνο. μου φαίνεται πρέπει να περάσω μια βόλτα να τον τσεκάρω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s