ανάποδος καιρός

Λοιπόν όλα άρχισαν όταν οι ζωές μας για κάποιους περίεργους λόγους πήραν τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η σιγουριά, χώρα μακρινή κι αιώνια άφταστη, με δόλιους τρόπους κατέκτησε την κορυφή της ιεραρχίας και αποφασίστηκε ομόφωνα να μιλάει εξ ονόματός μας. Με την εμμονή για κάθε είδους ασφάλειες και το αίτημα για συνέχεια να στοιχειώνει τις σελίδες μας, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι η πορεία ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη.

Παρατηρώντας την ολοένα αυξανόμενη συνολική αγάπη για τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τη δίψα για ατυχείς κολακείες, ήταν αναπόφευκτο κάποια στιγμή ο Γ. Χρονάς να γράψει : «τα κεραμίδια θα γίνουν τσιμέντο, τα ξύλα θα γίνουν πέτρες, η αγάπη θα γίνει χρήμα». Δεν πρόκειται για συναισθηματισμό ή για την αιώνια ωραιοποίηση του οποιουδήποτε παρελθόντος. Το Πέραμα είναι η πραγματικότητα.

Τώρα τα μαζικά μας γούστα, η πολιτική ορθότητα κι οι καλοί τρόποι επιβάλλουν αυτό που ο πρωθυπουργός αποκαλεί «καθημερινότητα». Με άλλα λόγια το ρουτινιάρικο σήμερα είναι ο εθισμός στη διάλυση και τον εξευτελισμό του οποιουδήποτε με την ίδια πάντα ευκολία, αλλά μέχρι εκεί. Η απόδοση ευθυνών κι η αλήθεια κοιμούνται κάπου μακριά. Η μεγάλη όμως ατυχία είναι η αρρώστια, η παραίτηση ή το ίδιο το τέλος. Όχι για τόσο για τους προφανείς λόγους, όσο για την ολική άφεση αμαρτιών, το λιβανιστήρι και την επακόλουθη αγιοποίηση. Δε συμφέρει να παραιτείσαι από δημόσια θέση, πόσο μάλλον από τον δύσκολο βίο σου, αφού κινδυνεύεις οι μέχρι πρότινος λοιδορίες να μετατραπούν σε δάφνες και βαθειά εκτίμηση (πώς να χαριεντιστείς μ’ αυτούς που χτες σε δίκαζαν; Απαιτείται πολύ κοντή μνήμη). Απεχθανόμαστε το ενδεχόμενο της ενοχής ως προς τους κρατούντες, γι’ αυτό και αποφεύγουμε συνειδητά να τους κρατάμε κακία. Άλλωστε αν αποδεικνυόταν η αληθινή, αχόρταγα κλεπτική τους διάθεση, η μπάλα θα έπαιρνε κι εμάς που τους στηρίζουμε τετραετία ανά τετραετία. Η ανεντιμότητά τους, θα έδειχνε την αποτυχία ή και τη δειλία μας. Καλύτερα λοιπόν να κάτσουμε ήσυχα, ο καναπές είναι αρκετά βολικός άλλωστε.

Όλα αυτά τα πανομοιότυπα πρωινά, αγκαλιά με τα Σαββατοκύριακα, κατά τα οποία οργανώνουμε «δραστηριότητες» στη φύση, συνθέτουν τον ιστό της αιχμαλωσίας. Η φυλακή είναι ο τόπος που αποκλείει τις αυθόρμητες αντιδράσεις. Πέθανε ο τάδε διάσημος, απαγορεύεται να μη συγκινηθείς. Το πολιτικό μας σύστημα πέθανε, απαγορεύεται να το αμφισβητήσεις ολοκληρωτικά. Άμα δε σ’ αρέσουν τα σκάνδαλα της ΝΔ, υπάρχει πάντα το ΠΑΣΟΚ. Και τ’ αντίστροφο. Τί; Δε σ’ αρέσει η δημοκρατία; Και τότε γιατί σκοτώνονται όλοι οι βουλευτές να την κολακεύουν μπροστά στο μάτι του Θεού (συγνώμη, της τηλεόρασης εννοούσα);

Αλλά έπρεπε να το υποψιαστείς κι εσύ κι εγώ ότι το τέρμα των αναζητήσεων έχει από καιρό φτάσει στα σπίτια μας ή τουλάχιστον έτσι υπονοούν Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και τακτικές αναγνώστριες περιοδικών που διαλαλούν ότι κατέχουν τα 5+1 μυστικά για καλύτερο sex. Τα γ ρ ά μ μ α τ α πάντα ήταν δύσκολα, δώσε μας καμιά φωτογραφία ακόμη. Πες μας, γέννησε η Παρουσιάστρια ή ακόμα;

Συνεπώς το πολίτευμα διανύει χρυσές μέρες αφού η πολυφωνία κι οι χιλιάδες επιλογές ανοίγονται μπροστά μας κι υπόσχονται καλύτερες μέρες. Όμως το ότι όλες οι επιλογές έχουν τον ίδιο σκοπό θα έπρεπε να μας υποψιάσει, ότι οι εκπτώσεις δεν έχουν τον τρόπο να μας χαρίσουν το αύριο που ονειρευτήκαμε, όταν ήμαστε παιδιά. Έτσι συνεχίζει ακάθεκτος ο βομβαρδισμός με εκείνο το πρότυπο είτε του χαμογελαστού, γυμνασμένου, αιμοβόρου στελέχους πολυεθνικής ή του καχεκτικού, ανήμπορου κι αυτοκαταστροφικού διανοούμενου. Ας ορίσουμε ξανά την έννοια της αυτοκαταστροφής κι ας προσθέσουμε στα συστατικά της, την πνιγηρή καθημερινότητα και τον ψυχαναγκαστικό αγώνα δρόμου.

Η ελευθερία ήταν το ζητούμενο από παλιά, τότε όμως δεν ξέραμε ότι θα μας αλέσουν όλους τα διαφημιστικά του ΙΚΕΑ και η απονομή ενός ακόμη πλατινένιου δίσκου. Οι playlists αναλαμβάνουν για λογαριασμό μας να καπελώσουν άλλο ένα καλοκαίρι, ενώ οι φτηνές κι άρα αναπόφευκτες, πρακτικές λύσεις θεωρητικοποιούν την απροσωποποίηση του γούστου και συνακόλουθα του σπιτιού μας.

Νομίζοντας ότι γνώριζα από αντιστάσεις, διάβαζα στίχους και αγαπούσα εκείνους που ήξεραν και μπορούσαν να φεύγουν.

«κοιτάζω, γυναίκα, το σκύλο σου που λατρευτός

σε λατρεύει. Κι εγώ… σα σκέφτομαι τη ζωή μου!

Πολλά και διάφορα έκανα, άσχημα ή καλά

δεν ξέρω· το ξέρει ο θεός, ίσως και κανείς.

Ποτέ δεν ανήκα σε κάτι ή σε κάποιον.

Ήμουν πάντα («εσύ φταις» μου αποκρίνεσαι)

ήμουν πάντα ένα φτωχό αδέσποτο σκυλί.»*

Αυτό που δεν καταλάβαινα λοιπόν, ήταν ότι για να αποκλίνεις απ’ το βόθρο ή για να ψελλίσεις οτιδήποτε σχετικά με την ελευθερία, καλό είναι να συνομιλήσεις πρώτα με τη μοναξιά ή αυτό που οι ενημερωτικές εκπομπές αποκαλούν τρέλα.

*Τελευταίο, Ουμπέρτο Σάμπα.

μτφρ: Κάρολος Τσίζεκ (από το Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα της Μ. Λαϊνά, εκδόσεις ΛΩΤΟΣ)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ασυναρτησίες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s