η καντίνα

Ήμαστε στο δρόμο από νωρίς. Φόρτωσα τις θείες χαράματα και ξεκινήσαμε για Λάρισα. Στο ήδη στενάχωρο αυτοκινητάκι οι γυναίκες που δεν αποχωρίζονταν ποτέ τα ζακετάκια τους, Γενάρης ή Αύγουστος δεν έχει σημασία, τις παραφουσκωμένες τσάντες και τις πάντα απαραίτητες σακούλες έκαναν την κατάσταση ανυπόφορη. Παρά το βάρβαρο της ώρας δεν έδειχναν καμία διάθεση να σταματήσουν την κουβέντα ή να αφήσουν τη μουσική να κάνει τη δουλειά της, όπως θα έπρεπε, αφού μιλάμε για ταξίδι και εθνικές οδούς.

Πηγαίνουμε στη Λάρισα για τα βαφτίσια της κόρης μιας συνιφάδας, ανιψιάς, ξαδέλφης ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Θα μπορούσαμε να πηγαίνουμε και σε κηδεία ή μνημόσυνο, η ατμόσφαιρα θα ήταν ίδια. Όλα αυτά αποτελούν απλά ευκαιρίες να βρεθούν ξανά μεταξύ τους, να τις δούνε και να τα πούνε. Τουλάχιστον για μας («τη γενιά του φραπέ») ο κάθε τόπος διατηρεί την υπόστασή του, δεν μάθαμε ακόμη να ερμηνεύουμε την απουσία ως κοινωνικό συναπάντημα. Κάπως έτσι, σε πλήρη σύγχυση, χρειάστηκε ν’ αγγίξω τα 17 για να υποπτευθώ τί θα μπορούσε να σημαίνει πένθος, όταν άκουσα για πρώτη φορά τον ήχο που κάνει το χώμα όταν ακουμπήσει το ξύλινο φέρετρο. Αργότερα ήρθαν τα νοσοκομεία και ο τρόμος μπροστά στη σκέψη του τελευταίου βλέμματος και εκτίμησα την αναγκαιότητα του λικέρ ή του κρασιού.

Στη διαδρομή οι θείες δίνουν ρέστα. Δεν έχουν αφήσει άνθρωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, στην ησυχία του. Είναι οχτώ το πρωί και ήδη έχει περάσει μπροστά απ’ τα μάτια μου, η ιστορία του μισού νεοελληνικού κράτους μέσα απ’ τους διορισμούς, τις επεμβάσεις και τους δρόμους ανθρώπων που πιθανόν να μοιράζονται κάτι απ’ το αίμα μου. Συνεχίζουν ακατάπαυστα να τεμαχίζουν ζωές, μυστικά και λεπτομέρειες και επιμένουν να ζητούν κάθε λίγο να χαμηλώσω τη μουσική. Μα δεν ακούγεται καλά καλά, διαμαρτύρομαι. Έλα παιδάκι μου, θα μας πάρεις το κεφάλι με δαύτο.

Λίγο πριν φτάσουμε επιτέλους, η μια αρχίζει να διαμαρτύρεται. «Παιδάκι μου κορακιάσαμε, λίγο νερό δεν έχεις;»
«Όχι ρε θεία, αλλά φτάνουμε σε κανένα μισάωρο το πολύ. Λίγο υπομονή κάνε»
«Σε παρακαλώ παιδάκι μου δεν αντέχω άλλο, σταμάτα κάπου να πιούμε ένα νερό, να βάλουμε και κάτι στο στόμα μας»

Στη σκέψη ότι μια στάση θα παράτεινε κι άλλο το μαρτύριο, απελπίστηκα. Αμέσως όμως, είδα στην άκρη του δρόμου την καντίνα και έκανα δεξιά. «Λοιπόν παίρνω εγώ λίγο νεράκι, εσείς καθίστε εδώ, δε χρειάζεται να κατεβείτε». «Ε πώς παιδάκι μου δε θα ξεπιαστούμε και λίγο, τρελαθήκαμε εδώ μέσα τόση ώρα»
Τις έβλεπα να συνεχίζουν το κουβεντολόι, ενώ η κοπέλα στην καντίνα τις ετοίμαζε κάτι να φάνε. Πλησίασα, είχα πεινάσει κι εγώ, εδώ που τα λέμε. Κοίταξα τα λουκάνικα και τα καλαμάκια. Ύστερα σήκωσα το κεφάλι να παραγγείλω.

«Παρακαλώ» είπε η κοπέλα. Δε μίλησα. Ήταν όντως αυτή. Περίμενα σιωπηλός. Δε μπορεί, σκεφτόμουν, θα μ’ αναγνωρίσει. Έχει περάσει πάνω από πενταετία, αλλά δε μπορεί. Τόσα βλέμματα, τόσα χαμόγελα, τόσα ανεπαίσθητα και βουβά χάδια. Δεν είχαμε μιλήσει, αλλά ήμαστε συνένοχοι τότε. Είχαμε περάσει κρυφά το καλοκαίρι ο ένας στη σκέψη του άλλου. «Παρακαλώ. Τί θα θέλατε;» Κοίταξα τα δάχτυλά της μέσα από τα γάντια. Είδα καλύτερα ολόκληρη την καντίνα. Μπροστά της σαλαμάκια, τυριά και καμιά δεκαριά μπουκάλια κέτσαπ. Πίσω ράφια με μπισκότα, αναψυκτικά, ψωμάκια, ένα δυο ουίσκι και μια αφίσα live your myth in Greece. Λίγο πιο δίπλα σε μια καρέκλα, ένας άντρας καθόταν και διάβαζε τον «Πρωταθλητή». Μπροστά του είχε ένα κουτάκι μπύρα και στο τασάκι, ξεχασμένο έκαιγε το τσιγάρο του. Γύρισα ξανά σ’ αυτήν. Απ’ το ραδιοφωνάκι ακουγόταν ένα τραγούδι του Cave. Πρέπει να την κοίταξα σχεδόν παραπονεμένα. Τίποτα δε μπορεί να αναμετρηθεί με το παρελθόν και τους ανεκπλήρωτους έρωτες. «Καλά σκεφτείτε το και μου λέτε όταν αποφασίσετε» είπε, χάιδεψε αφηρημένα τα μαλλιά του άντρα και βγήκε από την καντίνα. Συνέχισα να την παρατηρώ μάλλον αποσβολωμένος, ανίκανος να βρω λέξεις ή να επινοήσω μια μαγική χειρονομία που θα την έκανε να τα νιώσει όλα πάλι. Αυτή κάθισε σε μια πλαστική καρέκλα και κοιτούσε το δρόμο. Δε με γνώριζε, δεν είχε ιδέα.

«Πάμε, φεύγουμε. Εμπρός στ’ αμάξι» είπα. Οι θείες μπήκαν, δεν κατάλαβαν τίποτα κι εγώ ξεκίνησα για εκεί που τελείως ανόητα θεωρούσα προορισμό του ταξιδιού.

Στο γυρισμό το ίδιο βράδυ οι θείες κοιμόντουσαν. Δεν θυμάμαι τίποτα απ’ τα βαφτίσια. Στο μυαλό μου είχε μείνει εκείνο το πωλητήριο στο πλάι της καντίνας. Φεύγει από δω πέρα, ήμουν σίγουρος, φεύγει τελειωτικά. Την είδα πώς κοίταζε το δρόμο που την έφερε εκεί. Είναι ο ίδιος που θα την πάρει μακριά.
Κοίταζα τα φώτα στην εθνική οδό που απλώνονταν κάπου στο βάθος. Από μακριά έδειχναν όμορφα, σχεδόν περίμεναν τον μοναχικό οδηγό να διαλύσουν τις σκέψεις. Είναι νύχτα πια. Εκείνη απλά δε με αναγνώρισε.
Μόλις φτάσω, θα πάω στου Ψυρρή να βρω εκείνον τον Κινέζο που φτιάχνει τα πιο νόστιμα και βρώμικα, βρώμικα. Είμαι νηστικός όλη μέρα.

…………………………………………………………………………………………………

*Στον Κ.Κ.Μοίρη που μου αποκάλυψε το μυστικό της.

Advertisements

10 Σχόλια

Filed under παρένθεση

10 responses to “η καντίνα

  1. ουπς,
    αλλά κι εσείς πηγαίνατε γυρεύοντας.

  2. Είναι όμορφο το παρελθόν, γαμώτο. Σα δίχτυ ασφαλείας. Ακόμη κι όταν πονά, το κοιτάς με ανακούφιση.

  3. @demon δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά το παρόν μοιάζει να φαίνεται πάντα δύσκολο, ενώ το παρελθόν λίγο πιο μελαγχολικό, λίγο πιο γλυκό.

  4. αυτός ο Κινέζος στου Ψυρρή κοντεύει να βγάλει ρίζες περιμένοντάς σας…

  5. θα σταματήσετε επιτέλους τις προβοκατόρικες ενέργειες κ. Μοίρη; δηλαδή θέλετε να τρώω πόρτα κι από υπαίθριους χοτ-ντογκάδες;
    (πριν από δύο Σάββατα ήμουν εκεί κι έφαγα ένα μάλλον μέτριο λουκανικάκι)
    Καλέ μου Κινέζε αν διαβάζεις μην επηρεάζεσαι. παραμένω ο ίδιος αφοσιωμένος πελάτης.

  6. ένα σας λέω μόνο : αυτός ο άμοιρος Κινέζος σας , ποτέ δεν πρόκεται να βγει στη σύνταξη έτσι όπως πάνε οι δουλειές του…

  7. μα δεν τη θέλει τη σύνταξη. είναι καλλιτέχνης.
    θα δημιουργεί και θα αγγίζει τις ψυχές (ή τα στομάχια μας) για όσο αντέχει.

  8. με αναγκάζετε να δευτερολογήσω …

    μα ούτε καν μια τόση δα «τιμητική» ;

    τόσοι και τόσοι στριμώχνονται στον προθάλαμο του ΥΠ.ΠΟ. για χάρη της

  9. κ. Μοίρη απλά δεν έχετε καταλάβει ότι το ΥΠΠΟ είναι που στριμώχνεται μπροστά στον Κινέζο για ένα διπλό καλαμάκι με απ’ όλα. Ο σωματότυπος υψηλά ιστάμενων στελεχών αποδεκνύει νομίζω τα λεγόμενά μου. Ο Κινέζος πάντως δεν ταλαιπωρείται από χαμηλές μικροαστικές επιδιώξεις, προτιμά να κοινωνεί την υψηλή (σε τριγλικερίδια και χοληστρίνη) τέχνη του στο πόπολο μέχρι τέλους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s