μικρές ατυχίες

Εκατοντάδες διαδρομές στα υπόγεια τούνελ της Αθήνας τρίβουν στα μούτρα μου εκνευριστικά συμπεράσματα. Είσαι στο μετρό και καθώς αυτό μπαίνει στον επόμενο σταθμό σιγά σιγά σταματάει μπροστά στην αποβάθρα. Από μέσα εσύ κοιτάς αυτούς που περιμένουν. Βλέπεις μια ωραία γυναίκα έτοιμη να μπει στο συρμό, αλλά αυτό το γαμημένο συνεχίζει την πορεία του αργά και σαδιστικά, όσο χρειάζεται για να σε αποφύγει το αντικείμενο της παρατήρησης. Ύστερα κι άλλη κι άλλη, αλλά τα φρένα αδυνατούν να συμμορφωθούν με τις επιταγές ή τελικά τις παρακλήσεις του βλέμματος. Αφού μας βγάλει την ψυχή, το μετρό θα σταματήσει λίγα μέτρα παρακάτω. Οι πόρτες θα ανοίξουν κι ο χώρος θα υποδεχτεί τη συμπαθέστατη γριά με τις σακούλες απ’ τη λαϊκή και τον ιδρωμένο πρωταθλητή με τις φόρμες. Για άλλη μια φορά η συνομωσία πέτυχε. Σχεδόν ποτέ οι ωραίες γυναίκες δε θα μπουν στο δικό σου βαγόνι ή στο δικό σου λεωφορείο. Εκείνα τα μακριά κι ανυπόμονα πόδια που φωτίζουν την στάση, άλλη διαδρομή έχουν κατά νου ν’ ακολουθήσουν. Ακριβώς όπως το διπλανό και μοναδικό άδειο τραπέζι στην καφετέρια θα καταληφθεί απ’ την παρέα με τις αθλητικές εφημερίδες, δευτερόλεπτα πριν εμφανιστούν οι δύο γυναίκες που η μοίρα σου χρωστούσε από καιρό. Φτου σου ξεφτίλα.

……………………………………………………………………………………………………………..

Πέντε και παραπάνω καλοκαίρια πριν, εγώ κι ο Γ. ανακαλύψαμε στην κωμόπολη δίπλα στο χωριό εκείνα τα δύο κορίτσια. Τόσα χρόνια δεν τα είχαμε δει κι αισθανθήκαμε ότι δίπλα στο σπίτι μας κρυβόταν από καιρό το μυστικό του Αυγούστου κι εμείς δεν είχαμε πάρει χαμπάρι (κάπως έτσι δε συμβαίνει πάντα;). Κάθε βράδι στο μπαρ, ως γνωστοί ηλίθιοι, τις κοιτούσαμε, πίναμε σαν τρελοί, αλλά δεν τις πλησιάζαμε. Μετά από λίγες μέρες ήμαστε σίγουροι ότι στο παιχνίδι που είχαμε σκαρώσει συμμετείχαν ευχαρίστως και αυτές. Την επόμενη λοιπόν, σ’ ένα πανηγύρι στη μαγική Εκκλησούλα ανάμεσα σε κουτάκια μπύρες και μια γουρουνοκεφαλή πάρθηκε η απόφαση. Σήμερα ήταν η μέρα. Φτάσαμε σχεδόν μεθυσμένοι στο μαγαζί. Σαν να μας κλείνει το μάτι ο κόσμος όλος, αυτές για πρώτη φορά χωρισμένες απ’ την υπόλοιπη παρέα κάθονταν ακριβώς δίπλα μας. Τα ακροδάχτυλα σχεδόν αγγίζονταν, τα ποτήρια άδειαζαν κι η ιστορία είχε ήδη αρχίσει. Για μια φορά η τύχη ήταν με το μέρος μας ολοφάνερα. Τη στιγμή ακριβώς που το θαύμα θα γινόταν αλήθεια, ακούστηκε ένας περίεργος ήχος από δεξιά μας. Γύρισα ήρεμα, σχεδόν βαριεστημένα να κοιτάξω τί συμβαίνει. Ο τρίτος της παρέας Δ. μιλούσε έντονα μ’ έναν άσχετο από διπλανή παρέα. Πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε, είχαν πιαστεί στα χέρια. Πριν να συνειδητοποιήσω ότι η ταραχή κόντευε να απλωθεί σ’ όλο το μαγαζί και πριν (με αρκετή δυσκολία) τους χωρίσουμε και ηρεμήσουν τα πνεύματα, τα δύο κορίτσια είχαν ήδη απομακρυνθεί αρκετά, ενοχλημένα. Το βράδυ είχε χαθεί.

Την επόμενη μέρα και τελευταία πριν την επιστροφή στην Αθήνα δεν τις είδαμε καν. Το επόμενο καλοκαίρι είδαμε πάλι τη μία (φυσικά του Γ., η δικιά μου από εκείνη τη χρονιά εξαφανίστηκε), αλλά στην πραγματικότητα ήταν αργά πια. (Παραδέχομαι ότι μ’ αρέσει να σκέφτομαι ότι η «δικιά μου» ζει πια στην Αργεντινή ή έστω στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα)

Τις γυναίκες αυτές, τις αναφέρουμε ακόμα με τον Γ. που και που, κι ας έχουν κλείσει τουλάχιστον πενταετία απ’ τον ουσιαστικό χαμό τους. Μοιάζουν με τη σκηνή απ’ την Ερωτική Επιθυμία. Τα στενά σκαλοπάτια, η υπέροχη μουσική, τα χαμηλά φώτα κι η νύχτα. Περνάμε ο ένας δίπλα από τον άλλο. Δεν υπάρχει άγγιγμα, καλά καλά ούτε καν ένα ευθύ βλέμμα, μόνο ένα αν.

………………………………………………………………………………………………………………

Ο καρβουνιάρης που ταξίδευε από Κομοτηνή για Αθήνα σταματούσε 6 το πρωί στη Θεσσαλονίκη. Κάποιες φορές (όχι συχνά) μας έβγαζαν όλους έξω και αλλάζανε βαγόνια. Εκείνη τη φορά δε θυμάμαι τί ήταν Χριστούγεννα ή Πάσχα και είχα τόσες πολλές και τόσο βαριές βαλίτσες. Πόσο καιρό είχα άραγε να πλύνω; Απ’ τη στιγμή που μπήκα στο τρένο σκεφτόμουν τη στάση στη Θεσσαλονίκη. Σκεφτόμουν την αλλαγή βαγονιού και το κουβάλημα αυτού του τόνου βρώμικων ρούχων, κάθε είδους, μες στα άγρια χαράματα. Μόνο που το φανταζόμουν ο εκνευρισμός μεγάλωνε.

Κατά τις 6:15 φτάσαμε στο σταθμό. Στην αρχή ησυχία, πίστεψα ότι τη γλιτώσαμε, μπορούμε πια να κοιμηθούμε. Είμαστε μόνοι εμείς, το παράθυρο που τρίζει και μπάζει τον αέρα του Βορρά, τα κουρτινάκια που ύπουλα έχουμε κλείσει μη μπουν κι άλλοι και γεμίσουν το κουπέ και η ετοιματζίδικη πίτσα που είχαμε πάρει από το σπίτι για να τσιμπάμε στο δρόμο. Έκλεισα γλυκά τα μάτια μου, για να ακούσω αμέσως μετά την ακόμα πιο γλυκιά φωνή. «Όλοι κάτω». Αρματωνόμαστε τις κωλοβαλίτσες και κατεβαίνουμε. Έρχεται το καινούριο βαγόνι. Με τα χίλια ζόρια ανεβαίνουμε πάλι και με το γνώριμο, σε όσους έχουν ταξιδέψει με καρβουνιάρη, αγώνα δρόμου καταφέρνουμε και πιάνουμε πάλι άδειο κουπέ. Με το που βολευόμαστε και πριν ακόμα πάρουμε ανάσα η ίδια φωνή απ’ τα βάθη της κόλασης ακούγεται: «Άκυρο, όλοι κάτω. Το βαγόνι έχει βλάβη, θα μπείτε στο προηγούμενο πάλι».

Όταν μπήκαμε τελικά στο βαγόνι που θα έδινε τέλος στο δικό μας ιδιότυπο αγώνα άρσης βαρών ο ιδρώτας έτρεχε, το μπουφάν μου ήταν λίγο καλύτερο από ένα πατσαβούρι, τα ακουστικά απ’ το discman σκούπιζαν το πάτωμα του τρένου, με ότι αυτό συνεπάγεται, και άδειο κουπέ δεν υπήρχε.

Τώρα ακούω πως βάλανε καινούρια τρένα.

………………………………………………………………………………………………………………

«Δεν μπορώ να επιχειρήσω τίποτε αν δεν αποχωριστώ όσα γνωρίζω. Μόλις τα φέρω στο νου μου και τα σκεφτώ, έστω και ένα δευτερόλεπτο, χάνω το θάρρος μου, ηττώμαι»

Ε. Μ. Σιοράν, Ο κακός Δημιουργός

………………………………………………………………………………………………………………

Παλιά ονειρευόμουν ότι μια μέρα θα τα παρατήσω όλα και θα πάω να ζήσω σ’ ένα νησί. Θα τους χαιρετούσα όλους εγκάρδια, θα έπαιρνα τα ελάχιστα αντικείμενα που πραγματικά θεωρώ δικά μου και ένα Κυριακάτικο μεσημέρι θα έφτανα στον Πειραιά. Θα έπινα ένα απαίσιο καφέ σε πλαστικό ποτήρι και θ’ αποχαιρετούσα την παλιά ζωή. Όπως θα ξεμάκραινε το πλοίο, θα κοίταζα τα σπίτια να χάνονται, θα έκανα μελαγχολικούς και μεγαλόκαρδους απολογισμούς και για πρώτη φορά θ’ αγαπούσα τους φίλους μου με τέτοιο βαθύ κι εύθραυστο τρόπο. Οι δικοί μου άνθρωποι, τα φαντάσματα κι οι μουσικές θα γέμιζαν το κατάστρωμα. Ύστερα θα μεταμορφωνόμουν σ’ ένα απ’ αυτά τα λιγομίλητα στοιχειά, στα σοφά πλάσματα που ξέρουν να υπάρχουν μες στον κόσμο. Τα χέρια μου θα άγγιζαν τα δέντρα και τα βράχια, τα μάτια θα χάνονταν στον ορίζοντα και όσα υπαινίσσεται η θάλασσα θα ήταν δικά μου μυστικά. Ονειρευόμουν ότι θα ήμουν ψαράς σ’ ένα νησί με το ωραίο μου βαρκάκι.

Όμως το μόνο μικρό εμπόδιο, ότι δηλαδή δε μ’ αρέσει το ψάρι, στάθηκε καταλυτικό. Μπορεί να ζήσει κανείς μόνο με πεταλίδες και χταποδάκι ψητό; Δε γίνεται. Κι έτσι έμεινα πια χωρίς όνειρο, από μια μικρή στομαχική ιδιοτροπία, από μια ελάχιστη αναποδιά της τύχης.

………………………………………………………………………………………………………………


Advertisements

8 Σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

8 responses to “μικρές ατυχίες

  1. Όμορφες ιστοριούλες της αιώνιας καθημερινότητας…Ειδικά αυτήν με τον καρβουνιάρη. Τον πρόλαβα πριν τρία χρόνια, προτοετής φοιτητής τότε. Ταξίδι απο Αθήνα για Κομοτηνή, Φλεβάρη, με τον ουρανό να φτύνει χιόνι μανιασμένα και το τελευταίο βαγόνι να εκτροχιάζεται λίγο μετά τον σταθμό της Ξάνθης, στη μέση του πουθενά. Τι να πεις, η γκαντεμιά είναι το μοναδικό θυληκό που θα μας κυνηγά για πάντα!

  2. πολύ ωραίες εικόνες …

    (με την ευκαιρία : η «δικιά σας» έχει καντίνα στην ε.ο. Λάρισας-Καρδίτσας)

  3. @thodora πάντως τη διαδρομή Θεσ/νίκη Κομοτηνή με τρένο κι έξω να χιονίζει την έχω κάνει μια φορά κι ήταν φοβερή.
    «η γκαντεμιά είναι το μοναδικό θηλυκό που θα μας κυνηγά για πάντα» το κρατάω αυτό.

    @ΚΚΜοίρη, δηλαδή τώρα είναι σωστό αυτό που κάνετε; Ή θέλετε να μου χαλάσετε τη φαντασίωση ή να με βάλετε χειμωνιάτικα να ψάχνω για νόστιμο βρώμικο στην Καρδίτσα.
    Δε θα σας περάσει αυτή η προβοκάτσια.
    Αν και… με ποδιά και λίγδα. Δεν είναι τόσο άσχημο όσο ακούγεται. ε;

  4. Οι ιστορίες σου έχουν ένα συμπέρασμα:
    ο κόσμος διέπεται από τους νόμους του Μέρφι! 🙂

  5. μα η ποδιά και η λίγδα είναι η φαντασίωση

    θα έπρεπε να με ευγνωμονείτε ήδη…

  6. @αταίριαστε δεν ξέρω για τον υπόλοιπο κόσμο αλλά ο δικός μου σίγουρα.
    χεχε, ψέμματα είναι κι αυτό, απλά έχω μια τάση να υπογραμμίζω τις τοσες δα ατυχίες μου.

    @ΚΚΜ
    ορίστε λοιπόν, σας ευγνωμονώ που από ποιήτρια χαμένη στα βουνά της Λατινικής Αμερικής την κάνατε ένα με διπλό λουκάνικο και έξτρα τυροσαλάτα.

  7. και να ξέρατε τι πίκρες θα καταπίνατε πάνω στις Άνδεις…

    ευχαριστώ για την αναγνώριση των υπηρεσιών μου, είστε ευγενής νέος τελικά

  8. ε τότε απ’ το να καταπιώ πίκρες ας καταπιώ καλύτερα πίκλες
    (φτηνό το αστειάκι το παραδέχομαι).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s