αλβανοί λίγο πριν τις γιορτές

Ας πούμε ότι θα σας διηγηθώ μια φανταστική ιστορία. Υποτίθεται ότι βρισκόμαστε σ’ ένα δημόσιο σχολείο κάπου στην Αθήνα. Ο Δημήτρης κι ο Κώστας, ηλικίας 13 ετών, κάθονται στο ίδιο θρανίο. Γελάνε, μιλάνε την ώρα του μαθήματος, παίζουνε μπάλα ή λίγο ξυλίκι. Είναι παιδιά, σχεδόν χαρούμενα και σχεδόν αθώα. Διασκεδάζουν και σε πείσμα του καιρού μπορούν να διατηρούν μια ελαφριά οπτική του κόσμου, με την οποία και ξυπνάνε κάθε πρωί.

Δε μένουνε και τόσο κοντά, συναντιούνται την ώρα που χτυπάει το κουδούνι για την προσευχή και τραβάνε μετά από λίγο μαζί για την τάξη. Είναι κι οι δύο μέτριοι (επιεικώς) μαθητές και κομμάτι φασαριόζοι. Είναι φιλαράκια, όπως δυο παιδιά ξέρουν να είναι. Έχουν μόνο μία ουσιώδη διαφορά, αλλά αυτή ακόμη δεν την έχουν συνειδητοποιήσει. Ο κόσμος των μεγάλων δεν έχει εισβάλει με τα ιδεολογήματά του ανάμεσα στις καρέκλες τους κι έτσι το μάθημα, τα γέλια, οι τσακωμοί, το κυνηγητό εξακολουθούν να εξηγούν την πραγματικότητά τους, αρκετά ικανοποιητικά.

Μια των ημερών το σχολείο τους αποφασίζει πως η αυριανή είναι ανήμερα των βαθμών. Οι γονείς ειδοποιούνται να έρθουν για να παραλάβουν τα πιστοποιητικά κανονικότητας, δηλαδή την καρτέλα βαθμολογίας των μαθητών. Όλοι ντύνονται λίγο καλύτερα από το κανονικό και πάνε με ένα μικρό άγχος και μια ψυχαναγκαστική διάθεση για αναγνώριση, επίδειξη ή κατσάδα. Οι γονείς φοράνε τις άμυνες και το τουπέ τους και τα παιδιά περιμένουν στη γωνία ξεφυσώντας.

Ο πατέρας του Κώστα είναι μπάτσος και μπαίνει στο κτίριο με μεγάλες δρασκελιές και αναγνωριστικό βλέμμα. Είτε από την καχυποψία, προίκα του επαγγέλματος, είτε από το ανυπέρβλητο καμάρι του, είτε γιατί απλώς είμαι μπάσταρδος και τον παρουσιάζω έτσι. Διάλεξε εκδοχή και προχώρα. Η μητέρα του Δημήτρη είναι Αλβανίδα και δε μπαίνει ποτέ στο κτίριο. Είτε γιατί δουλεύει και δεν προλαβαίνει, είτε γιατί αδιαφορεί, είτε γιατί δεν ξέρει καν τι συμβαίνει σήμερα στο σχολείο. Διάλεξε πιθανότητα και συνέχισε (ωστόσο θα παρατήρησες ότι του ενός ο χαρακτηρισμός έρχεται από την επαγγελματική ιδιότητα ενώ του άλλου από την καταγωγή).

Οι καθηγητές, ο ένας μετά τον άλλο, σωστοί επιστήμονες αλλά εντελώς κουφοί και τυφλοί, ιδιότητες πολύ πιο απαραίτητες από τις κωλογνώσεις για κάθε εκπαιδευτικό, μεταφέρουν στον κύριο αστυνομικό πατέρα του Κώστα τα καθέκαστα. Ο Κώστας, λένε, είναι κακός μαθητής, αν συνεχίσει έτσι, δε θα περάσει την τάξη. Είναι κι άτακτος. Μαζί με τον άλλο το διάολο, το Δημήτρη αναστατώνουν την τάξη. Κάνουν φασαρία, δεν προσέχουν. Αλλά, όλοι σημειώνουν με σιγουριά ότι ο Κώστας είναι καλό παιδί, απλά παρασύρεται εύκολα. Ο αστυνομικός πατέρας του Κώστα νιώθει πίσω απ’ την πλάτη του τα μάτια των υπόλοιπων γονιών. Έπρεπε να το είχε καταλάβει από πριν, απ’ τις συζητήσεις των άλλων. Αυτή η αλόγα, η γυναίκα του γιατρού, τον είχε κοιτάξει λίγο περίεργα όταν έλεγε ότι στην τάξη κάποια παιδιά πάνε πίσω κάποια άλλα, με τις φασαρίες και τις ιστορίες τους. Είπε σαστισμένα στο μαθηματικό, μην ανησυχείτε θα τον στρώσω κι έφυγε.

Βρήκε έξω απ’ την τάξη το γιο του. Δεν είπε τίποτα για τους βαθμούς, γεγονός που καθησύχασε τον Κωστάκη. Ρώτησε μόνο ποιός είναι ο Δημητράκης; Το παιδί χάρηκε, σκέφτηκε θέλει να τον δει, να τον γνωρίσει. Έτσι θα μπορέσει επιτέλους να του εξηγήσει καλύτερα εκείνη τη φοβερή ντρίπλα που ‘χε κάνει προχθές στο Δημητράκη. Του τον έδειξε και πριν προλάβει να πει να τος, ο πατέρας του τον είχε αρπάξει ήδη απ’ το γιακά. Σχεδόν τον έσυρε στο γραφείο του διευθυντή. Εκεί ο πατέρας είπε: «Δε μου λέτε κύριε διευθυντά, πώς θα γίνει να βάλουμε σε τάξη αυτόν εδώ; Δε φτάνει που έχετε γεμίσει τις τάξεις με Αλβανάκια, δε μπορείτε να τους κάνετε καλά και παρασύρουν και το δικό μου το βλάκα;» «Ηρεμήστε κύριε» «Τι να ηρεμήσω κύριε διευθυντά; Πάρτε μέτρα σας λέω γρήγορα, πριν έχουμε άλλα. Κι εσύ για πες μου. Πού είναι η μάνα σου; Ε; Πού γυρνάει να πάω να τη βρω να της πω δυο πραματάκια που θέλω;» Ο Δημήτρης μουσκόκλαιγε όχι για αυτά που άκουγε, όσο για τον ξύλο που τον περίμενε σπίτι έτσι και τα μάθαινε αυτά η μάνα του. Μαζί με το κλάμα πάλευε να ελευθερωθεί από τη λαβή του κυρίου αστυνομικού με κάτι σπαστικές, είναι η αλήθεια, κινήσεις. «Μην κάνεις έτσι παιδί μου, δεν ακούς τι σου λέει ο κύριος;» είπε ο διευθυντής. «Μπα σε καλό σου θα συμμορφωθείς επιτέλους; Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να φέρεσαι σωστά; Ή είσαι εντελώς τρελός; Τι θες, να σε πάμε σε κανένα ψυχιατρείο;»

Ο Δημήτρης σταμάτησε το κλάμα, γύρισε στη φιλόλογο που στεκόταν παγωμένη στην πόρτα και της είπε «είναι αλήθεια κυρία; είμαι τρελός;»

Ο πατέρας του Κωστάκη έφυγε βιαστικά απ’ το γραφείο, πήρε το γιο του κι απομακρύνθηκε, ενώ η φωνή του ακόμα αντηχούσε στα σκαλιά, κάτω από πορτρέτα μπαρουτοκαπνισμένων οπλαρχηγών του ’21 και πανό που μιλούσαν για τους κινδύνους του καπνίσματος, «τι ήθελες εσύ να κάθεσαι στο ίδιο θρανίο με τον Αλβανό; Δε τα θέλουν αυτοί τα γράμματα. Από αύριο κομμένες αυτές οι παρέες, αλλιώς θα τα πούμε καλά οι δυο μας. Δε θα μας κάνεις εσύ ρεζίλι στη κάθε καριόλα κυρία γιατρού». Ο Κωστάκης δε μιλούσε καθόλου, μόνο ήθελε να του πει για εκείνη την ντρίπλα. Ήταν στ’ αλήθεια μαγική.

Στην επιστροφή ο Δημήτρης είδε στην πλατεία κάποιους να γράφουν με σπρέι σε παγκάκια. Με κόκκινα γράμματα κάτι για τη Μεγάλη Αλβανία. Ο Δημήτρης στάθηκε για λίγο. Ο πατέρας του ήταν Έλληνας, η μάνα του Αλβανίδα. Οι δυο τους μαζί δεν ήταν τίποτα, καιρό τώρα. Μέχρι τότε δεν ήξερε, δεν το είχε σκεφτεί καθόλου. Κοίταξε λίγο ακόμη τα κόκκινα γράμματα κι ύστερα συνέχισε το δρόμο του. Πρώτη φορά ένιωσε τόσο έντονα Αλβανός, πρώτη φορά αμφέβαλε τόσο έντονα για το μυαλό του.

ΥΓ. Λοιπόν κοιτάζω στα τηλεοπτικά παράθυρα και στους δρόμους και προσπαθώ να αντιληφθώ τις πηγές του μίσους και της ηλιθιότητας. Κοιτάζω το μπάτσο στα μάτια, μπας και καταλάβω τη μανία του με τους Αλβανούς. Τον κοιτάζω στα μάτια, για να καταλάβω γιατί τον αποκαλώ μπάτσο. Υποψιάζομαι ότι η απέχθεια για όσους φοράνε στολή ή αγαπάνε να έχουν παρτίδες με τις κάθε λογείς εξουσίες, είναι η αντανάκλαση του μίσους για τους Αλβανούς. Ο μπάτσος είναι άλλος ένας εργαζόμενος, ο Αλβανός άλλος ένα άνθρωπος και τα Χριστούγεννα άλλη μια μέρα του μήνα. Ο Κοροβέσης σ’ εκείνη τη συνέντευξη στον Θεοδωράκη είχε πει «πρέπει να σκοτώσω το μπάτσο μέσα μου και να γίνω αδελφός μ’ όλους τους ανθρώπους». Φοβάμαι ότι δε μπορώ να γίνω αδελφός με τους μπάτσους. Δε μπορώ ν’ αντέξω ξύλο, όπλα, κλήσεις, διαφύλαξη της τάξης και στολές στο κέντρο της Αθήνας. Φοβάμαι μήπως οι μπάτσοι ή οι άλλοι είναι σαν κι εμένα και δε μπορούν να γίνουν αδερφοί με τους Αλβανούς.

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under παρένθεση

3 responses to “αλβανοί λίγο πριν τις γιορτές

  1. » Είτε από την καχυποψία, προίκα του επαγγέλματος, είτε από το ανυπέρβλητο καμάρι του, είτε γιατί απλώς είμαι μπάσταρδος και τον παρουσιάζω έτσι. Διάλεξε εκδοχή και προχώρα.»

    Καλό!

    Και γενικά όλο το κείμενό σου μου άρεσε πλην του ΥΓ που το θεώρησα περιττό αλλά γούστα είναι αυτά.

    Χρόνια πολλά δεν είπαμε. Να τα πούμε; 🙂

  2. Ευχές πολλές αγαπημένο Βυτίο. Ο καινουργιος χρονος να σου φέρει περισσότερη δράση, περισσότερη αισθηση της ταχύτητας , αλλά και περισσότερες δυνατότητες αξιοποιησης των προσόντων σου.
    Και εκτίμηση στους γύρω σου
    ριτς

  3. ευχαριστώ niemandsrose,
    σωστή μάλλον κι η παρατήρηση για το υγ, αλλά
    σπάνια αποφεύγω τελικά τη φλυαρία.
    και φυσικά τα χρόνια μου πολλά.

    rits σ’ ευχαριστώ για τις ευχές κι ανταποδίδω

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s