το ΚΤΕΛ έπαιζε μόνο β. καρρά

Απ’ τα πρώτα μεθύσια του λυκείου ως τα ξεσπάσματα του φοιτηταριού και τα σπασίματα κάτω από το τραπέζι στα κάθε λογής μπουζουξίδικα. Δεν ακούγαμε μόνο rock ή ρεμπέτικα, έντεχνα (όπως τα ονομάζουν τα ραδιόφωνα) ή ηλεκτρονική μουσική. Ατελείωτες επιστροφές στις αρχαίες 60αρες Maxcell και στα ξέχειλα ποτήρια μας. Διαρκείς αναφορές στο Βασίλη Καρρά. Μετράω μπουκάλια ουίσκι που εξαφανίστηκαν παρέα με τα τραγούδια του.

eisai-pantou-front.jpg
χρέωσε το σε μένα και τις νύχτες που πέρασες μακριά από μένα χρέωσε τα σε μένα και τα λάθη που έκανες πριν γνώρισες εμένα

Πίσω από την ευκολία ή την αστειότητα των στίχων, τις επαναλαμβανόμενες μελωδίες ή τις βαριές ανάσες του Καρρά, ακόμα ανασαίνουν τα χρόνια μας. Σχηματικά τραγούδια, φαλλοκρατικές κραυγές, ατελείωτες καψούρες που αναπαράγουν ένα σωρό από τα χειρότερα στερεότυπα. Όμως είναι και βουτιές κατευθείαν στη μυρωδιά του οινοπνεύματος και στο ημίφως των σκυλάδικων. Με αφιερώσεις στο ράδιο Ξυλαγανή απ’ τα παιδιά στο συνεργείο ή τους επαγγελματίες μοναχικούς, τους ταξιδευτές της ασφάλτου που χάνονται στις ατελείωτες λεωφόρους παρέα με τα φορτία τους (παγωμένα κρέατα, στοίβες μπουκάλια ή τα ίδια οικοδομικά υλικά που αύριο θα φωνάζεις σπίτι σου). Η αθεράπευτη μελαγχολία του σκυλάδικου, οι μελωδίες που ξεσκίζουν τον έρωτα, το βάσανο κι η παραφωνία. Όλα εξυπηρετούν τον υπαινιγμό της πίστας. Ήρθαμε στον κόσμο, στη νύχτα, στο μαγαζί για να υποφέρουμε για ένα και μόνο φιλί. Οι γυναίκες που επιμένουν να γεμίζουν τα ποτήρια μας ερήμην τους, δε βγήκαν ποτέ στην τηλεόραση, δεν πέτυχαν κατά τις κατεστημένες αντιλήψεις. Κομμώτριες, σερβιτόρες, υπάλληλοι σε φαρμακεία και βενζινάδικα, ποιήτριες που κάψαν τα γραπτά τους και τις κατάπιε η δίνη. Μας αγάπησαν κι όμως εμείς τις έχουμε ήδη ξεχάσει.

Είναι γυναίκα και μπορεί να σε νικήσει, είναι γυναίκα και μπορεί να σ’ αναστήσει

«Ας περιμένουν οι γυναίκες». Μέσα σ’ ένα ξεθωριασμένο σαράβαλο, ένα κίτρινο VW , σαν αυτό που ‘χε παλιά ο Βασίλης απ’ το χωριό. Η κάμερα τραβάει απ’ τη μεριά του οδηγού. Στο πλάνο Ζουγανέλης και Μπακιρτζής με φόντο τη Βόλβη ή τη θάλασσα (δε σου λέω τι απ’ τα δύο, αυτή είναι όλη η ιστορία). Τραγουδάνε μαζί ένα τραγούδι του Καρρά. Αγάπη, ελευθερία, πίκρα και τα ζόρια της ζωής. Όλα είναι εκεί, στα χέρια που οδηγούν, στο συνοδοιπόρο που τραγουδάει ή μάλλον γκαρίζει. Το ξέρουν καλά το παραμύθι. Ερωτεύεσαι το κορίτσι και τρέχεις πίσω του. Τρέχεις, χωρίς να το κυνηγάς, τρέχεις χωρίς να το βρίσκεις. Στο τέλος τρέχεις απλά στον εθνικό δρόμο και κυνηγάς τα χιλιόμετρα.

Μετανιώνω μετανιώνω, στον εγωισμό μου το χρεώνω

Στην Κω, φαντάροι πια, ξεθάψαμε κάτι cd Καρρά. Με το μυαλό στα κορίτσια του Ethnic (που μαθαίνω τώρα έκλεισε) και περιμένοντας με μανία τα υπηρεσιακά, παραληρούσαμε για τρεις ώρες παρέα με τον κόσμο. Μπάζαμε κρυφά το ουίσκι στις σακούλες με τα πλυμένα ρούχα και τελειώναμε τη νύχτα και τη μποτίλια μιλώντας γι’ αυτές ή για την άδεια («την περιμέναμε όπως οι άλλοι το Πάσχα»). Άσκηση κι άλλη άσκηση και δε βγαίνουν τα άτομα. Εμπλοκή. Ο οδηγός του ταξίαρχου θέλει κάποιον να γράφει γρήγορα στο pc τις παρατηρήσεις απ’ τις εφόδους. Μα δεν ξέρω, δεν μπορώ, δεν. Είχα έξοδο. Βάλε λίγο Καρρά. Βάλε ξανά, γέμισέ μου το ποτήρι. Να κάνετε καμιά καθαριότητα. Να ποτίσετε τα λουλούδια και κάποιος να πλύνει το παγούρι μου. Ταγματάρχα. Κύριε Ταγματάρχα. Άντε γαμήσου κ. Ταγματάρχα.

Έλα κοντά μου αυτό το βράδι, το σύννεφο να γίνει χάδι και μεθυσμένοι και οι δυο να βγούμε απ’ το αδιέξοδο

Με το ΚΤΕΛ 12 ώρες. Κομοτηνή, Ξάνθη, Ασπροβάλτα. Ο οδηγός έχει βάλει τοπικό ραδιοσταθμό, δυστυχώς δε θυμάμαι τ’ όνομά του. Είναι μια εκπομπή ενός τοπικού συνδέσμου του ΠΑΟΚ. Παίζει τραγούδια, παλιά του Καρρά και ανάμεσά τους, στα τηλέφωνα τα ΠΑΟΚια μιλάνε, σχολιάζουν κι αναπνέουν για την ομάδα, την κερκίδα, τη Θεσσαλονίκη. Έξω συννεφιά, οι μισές θέσεις του λεωφορείου είναι άδειες. Φεύγουν οι δρόμοι, οι ταμπέλες, τα χιλιόμετρα. Δίπλα μου τα έργα της Εγνατίας, ο Τουρσουνίδης, ο Σκαρτάδος, τα ούζα, η Άνω Τούμπα. Ξημέρωσε και ένα πλήθος ακούει τον ψίθυρο της μπάλας που αργά, σαδιστικά περνάει ξυστά απ’ το δοκάρι. Τα δίχτυα δεν κουνιούνται ούτε τώρα, οι επαρχιακοί δρόμοι είναι σχεδόν έρημοι κι οι πρώτοι φαναρτζήδες συντονίζουν τις βελόνες στη γνώριμη φωνή.

τα ερείπια που άφησες κοιτώ κι απορώ που σ’ αγαπώ. Τα ‘χω με τον εαυτό μου που ακόμα σ’ αγαπώ

Στην εθνική οδό Κομοτηνής Αλεξανδρούπολης υπάρχει ένα σκυλάδικο. Το λένε Στορκ. Το μπουζούκι με το καλώδιο και το βιολί πλησιάζουν τα τραπέζια των θαμώνων. Παίζουν για μας. Το τραγούδι δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που θα ακούσεις αύριο. Σήμερα γράφτηκε, σήμερα πρωτοπαίχτηκε και τραγουδήθηκε κακόφωνα κι άτεχνα για την περίπτωσή σου. Άνοιξε το μπουκάλι. Είμαστε μεθυσμένοι, αμίλητοι και καψούρηδες. Είμαστε υποταγμένοι στη μυθολογία του σκυλάδικου. Δεν μιλάω για βισσοβανδήδες και άχαρα πανομοιότυπα ρεφραίν. Έχεις δει το «αυτή η νύχτα μένει»; Μιλάμε για το άτεχνο, το αυθεντικό. Το Στορκ είναι βουτηγμένο στη βλαστήμια και στο οινόπνευμα. Βαριές κινήσεις. Αργές χορευτικές εξάρσεις. Η κάπνα, οι μυστήριες φάτσες κι οι σιωπηλοί ακόλουθοι της τραγουδιάρας συνθέτουν το σκηνικό. Δεν έχει εδώ μπαλέτα, χορευτικά κι αστραφτερά χαμόγελα. Η δική μας σκληρή και παραιτημένη νύχτα μένει στα μέτρα του φιλμ, στα μάτια σου, στο πετρέλαιο που κολυμπάει στο ποτήρι, στα χωρίς αναλύσεις ντέρτια και στις παρκαρισμένες νταλίκες. Με κατάνυξη, με αληθινό νταλκά, με ένα ξέσπασμα, καθισμένοι ανάμεσα σε χαλασμένα φιστικιά και αλλόκοτα τραπεζομάντιλα περιμένουμε τη συγχώρεση.

Εμείς δεν έχουμε το ίδιο το φεγγάρι εμείς δεν έχουμε τον ίδιο ουρανό μου είχες πει την ώρα που αιμορραγούσα κι εγώ δεν είχα από πού να κρατηθώ.

Η φωνή του Καρρά δυσκολεύεται πια να βγει. Οι άνθρωποι δεν έχουν τον τρόπο να τον ακούσουν. Τα ακριβά μας ρούχα, οι λεπτοί μας τρόποι, η σύγχυση κι η ελαφρότητα δεν αναγνωρίζουν την υπερβολή της καψούρας, το άχτι του εγωισμού και την εγκατάλειψη του Άλλου. Οι φωτογράφοι θέλουν αψεγάδιαστα πρόσωπα και γυμνασμένα κορμιά. Οι δίσκοι του Καρρά μυρίζουν γράσο, εργάτες φορτωμένους τάβλες, φυγή και επαρχία, δύσκολα χρόνια και πρωινά ξυπνήματα και δε μας κάνουν πια. Μακριά από το σημαντικό, τον προβληματισμό, την αγωνία ή τον αγώνα της τέχνης. Μακριά από φώτα, εκπομπές λιβανιστήρια και προσκλήσεις φιλανθρωπικών gala. Οι δίσκοι του Καρρά είναι βόλτες του Ζουγανέλη και του Μπακιρτζή, απλήρωτα δάνεια, αλανιάρες γυναίκες, ανοιχτά πουκάμισα, λάσπη και μπουγάτσα στις 6 το πρωί. Η παλιά εθνική οδός, ο Αχλαδόκαμπος, η Καβάλα ξημερώματα, η βιομηχανική περιοχή της Κομοτηνής κι η Μαλαματίνα. Δικά μας πράγματα, περασμένα κι αξέχαστα.

Τελικά θα μου απαντήσεις; «Ήτανε πέναλτι κύριε Πάνο;»

Advertisements

13 Σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

13 responses to “το ΚΤΕΛ έπαιζε μόνο β. καρρά

  1. «Με το μυαλό στα κορίτσια του Ethnic…» Τελικά αυτό το Ethnic έκαψε καρδιές, αν μιλάς για το καφέ στην Θεσσαλονίκη! Πολύ ωραίο γραπτό, συμφωνώ με τον Sraosha!

  2. Citronella

    Αθάνατα ΚΤΕΛ! ->Ράδιο Μακεδόνισσα στην Καβάλα..
    Πολύ καλό, και μας θύμισες και μια καταπληκτική ταινία.

  3. @ dot.hacker να πω απλώς ότι μιλούσα για το Ethnic στην Κω.
    Όμως αν θυμάμαι καλά, φίλος από Θεσσαλονίκη και παλιός συμφοιτητής, μου έχει μιλήσει και για το Ethnic που λες.

  4. Μπα, κατα ένα περίεργο τρόπο τίποτα δεν ειναι περασμένο ξεχασμένο. Ολα πάνε και κολλάνε στα συρταρακια του εγκεφάλου με ουχου και με την πρώτη ευκαιρία = σαν αυτην εδώ – ανασύρονται σχεδόν από μόνα τους.
    Ωραίο κομματι.
    ριτς

  5. έχεις δίκιο ριτς. κάτα ένα περίεργο τρόπο
    συνέχεια φέρνουμε βόλτες στα περασμένα κι αγαπημένα.
    σ’ ευχαριστώ.

  6. OPS

    ..χμμμ, κάθε κωμόπολη που «φιλοξενεί» φαντάρους ή φοιτηταρίο και σέβεται τον ευατό της πρέπει να χει ένα ψευτοκυριλέ cafe’ που θα λέγεται Ethnic ή Caprice.. εε, οι κεντρικές πλατείες των μεγάλων αστικών κέντρων έχουν και απο τα δύο..

  7. @OPS
    η φώτο φοβερή. Πάντως το συγκεκριμένο Ethnic μόνο ψευτοκυριλέ δεν το έλεγες, μάλλον προς το «εναλλακτικό». Δηλαδή κυρίως ξένους μάζευε και όσους ήθελαν να αποφύγουν τα ψευτοκυριλέ και την πολυκοσμία.

  8. kabamaru

    Πολύ ωραίο κείμενο τα είπες όπως τα νιώθω και γώ (με άλλες παραστάσεις βέβαια). Ειλικρινά ακόμα αναρωτιέμαι τι μας τραβάει στο Καρρά. Στο DNA μας έχει περάσει; Τόσο μεγάλη είναι η δύναμη της συνήθειας; Το βίντεο θεϊκό, για όσους μεγαλώσαμε Β. Ελλάδα, ΠΑΟΚΙΑ και μη, λέει πολλά για την νοοτροπία μας (ή αυτή που θέλουμε να αφήσουμε πίσω τέλος πάντων).

    ΥΓ. Η φωτό ανεπανάληπτη. 1988: Τι λες ρε φίλε.

  9. μία μόνο πλευρά της νοοτροπίας είναι, πιστεύω έχει κατά μεγάλο μέρος ξεπεραστεί.
    Αλλά συνεχίζουμε να κοιτάμε με τρυφερότητα το παρελθόν και αυτές οι παλιές νότες ακόμα χτυπάνε κάπως περίεργα μέσα μας.

    υγ. μεγάλη η δύναμη της νοσταλγίας.

  10. Αλεξανδρος

    μπραβο σου φιλαρακι σε πετυχα κιολας ενω ακουω τον υπερτατο βασιλακη και με εκανες και δακρυσα δεν εχω λογια να σχολιασω…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s