μικρή ιστορία (ή τί άκουσα για τον Τ.)

Το άκουσα που το ψιθύριζαν οι άλλοι στους διαδρόμους, δεν ήμουν όμως σίγουρος. Μετά στο περίπτερο μου φάνηκε πως είδα κάποιον να το μουρμουρίζει, ενώ αγόραζε ένα Marlboro μαλακό. Τον σταμάτησα και ρώτησα. Ο Τάκης, λέει, πέθανε.

Ο Τάκης, υπάλληλος γραφείου, υπεύθυνος για το πρωτόκολλο και την αρχειοθέτηση. 25 χρόνια στην υπηρεσία της υπηρεσίας. Με το γκρι σακάκι και τα δάχτυλα πάντα μουτζουρωμένα απ’ το μελάνι της σφραγίδας, ο Τάκης πέρασε, ανάμεσα σε στοίβες δημόσια έγγραφα, μισό του μισού του αιώνα. Χαμογελαστός, ευγενικός, πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει κοινό και συναδέλφους. Ο Τάκης, μια ολόκληρη ζωή σκυφτός πάνω από τη δουλειά, την εφημερίδα ή τα βράδια του, πέθανε λέει λίγο πριν ακουμπήσει τα πενηντατόσα. Βλέπεις είχε κι αυτό το πρόβλημα από παλιά. Η σπονδυλική του στήλη, μια μικρή ανωμαλία, τον ανάγκαζε να γέρνει λίγο, να κοιτάει ίσως λίγο πιο χαμηλά από τους υπόλοιπους. Όχι πολύ, μη φανταστείς. Απλά τόσο, όσο χρειαζότανε για να μη βρει μια γυναίκα, ν’ αγαπηθούνε –όσο γίνεται- και ν’ ανοίξουν μαζί ένα σπίτι, ένα διαμέρισμα ή έστω ένα πνιγηρό δυάρι. Παρόλα αυτά ο Τάκης ως χτες ήταν χαμογελαστός.

Ο Τάκης δυο-τρεις μήνες πριν, ζήτησε πρόωρα να βγει στη σύνταξη. Μειωμένο εφάπαξ, μειωμένη κι η σύνταξη, αλλά ήταν αναγκασμένος, αφού η μάνα του κατάκοιτη πια, χρειαζότανε βοήθεια. Βοήθεια είχε βέβαια, εκείνη τη γυναίκα από τη Βουλγαρία. Δηλαδή για να είμαστε πιο σωστοί, παρέα της έλειπε κι ένα γνωστό πρόσωπο να ανταλλάξουν δυο κουβέντες τα μεσημέρια του πόνου (βλέπεις ήτανε λίγα τα λόγια που ήξερε η Βουλγάρα στα ελληνικά κι αυτά λειψά). Αδέρφια δεν είχε ο Τάκης, ούτε και πατέρα. Αυτός είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν, τουλάχιστον ο Τάκης έτσι άφηνε να εννοηθεί (η αλήθεια είναι όμως ότι απλώς μια μέρα άνοιξε την πόρτα κι έφυγε και από τότε κανείς δεν άκουσε τίποτα ξανά γι’ αυτόν –κι αυτό είναι κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν). Ο κλήρος, λοιπόν έπεσε στον Τάκη. Αυτός ζήτησε να βγει στη σύνταξη, όμως ένα μικρό, όπως νόμιζε στην αρχή, αναπνευστικό πρόβλημα τον πρόλαβε κι έτσι κάπως πέθανε, λέει ο Τάκης.

Τώρα, καθώς μου είπε μια παλιά συνάδελφός του στο τηλέφωνο, κάποιες κυρίες απ’ τη γειτονιά παρακαλάνε τη Βουλγάρα να μείνει λίγο ακόμη με τη γριά, μέχρι να βρεθεί μια άλλη λύση. Βλέπεις συγγενείς δεν έχουν φανεί, δεν υπάρχουν, ποιός να ξέρει; Η κυρία αυτή με παρακάλεσε να πάω και στην κηδεία, αύριο είναι στις 3 στου Ζωγράφου. Φοβάται λέει, ότι δε θα πάει κανείς. Απ’ την υπηρεσία κανονίσανε τα διαδικαστικά μ’ ένα πολύ καλό γραφείο, παράγγειλαν κι ένα όμορφο στεφάνι, αλλά οι υπόλοιποι συνάδελφοι δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κι η ίδια μάλιστα, δυστυχώς και για λόγους ανωτέρας βίας –κάτι μου φάνηκε πως ψέλλισε για βαφή στο κομμωτήριο, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος- δε θα τα καταφέρει να παρευρεθεί. Το σκέφτομαι. Βλέπεις κι εγώ, όχι πως τον ήξερα καλά, δυο τρεις φορές είχαμε μιλήσει κι άλλωστε αύριο έχω εκείνο το πολύ σημαντικό ραντεβού και δύσκολο πολύ να τ’ αναβάλλω.

* Το ξέρω πως εκείνο το βιβλιαράκι με τίτλο «οι ανιδιοτελείς χειρώνακτες του μηδενός» αναφερόταν στους παλιούς Ρώσους μηδενιστές. Όμως –κι ας με συγχωρήσουν οι φίλοι επαναστάτες κι όλοι οι άλλοι, οι δυνατοί, οι γεμάτοι γνώση και κουράγιο- θα μπορούσε ένα κεφάλαιο έστω να καταγράψει και κάποιες άλλες ιστορίες. Ένα μόνο κεφάλαιο θα μπορούσε να γράφει για τους χαμογελαστούς ανθρώπους που δε βρήκαν μια γυναίκα ν’ ακουμπήσουν τις μέρες τους, για τους σιωπηλούς που δεν έγιναν ποιητές, για τους μοναχικούς που δεν έφυγαν για ονειρικά ταξίδια. Για όσους τελειώνουν ένα μεσημέρι με μόνη παρέα ένα παπά, που αφού δεν έχει κόσμο, βιάζεται να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα και πηδώντας τις γραμμές, φτάνει αμέσως στο τέλος. Κι αυτός τόσες και τόσες φορές είπε τα ίδια λόγια, τόσες φορές είδε το ίδιο χώμα, τον ίδιο θάνατο, πώς να τον κακολογήσει κανείς που θέλει απλώς να γυρίσει γρήγορα σπίτι του;

Advertisements

6 Σχόλια

Filed under παρένθεση

6 responses to “μικρή ιστορία (ή τί άκουσα για τον Τ.)

  1. Τρομερό κείμενο!Υπάρχουν αμέτρητοι άνθρωποι σαν τον «Τάκη» ιδιαίτερα εδώ στην Αθήνα…Το θέμα είναι ποιος ενδιαφέρεται, ποιος νοιάζεται γι’αυτούς.

  2. σ’ ευχαριστώ thodora.
    δεν ξέρω αν ενδιαφέρεται κανείς, οι καιροί είναι πολύ περίεργοι, αν και τέτοιοι άνθρωποι πάντα υπήρχαν, χαμένοι εδώ κι εκεί στις πόλεις.

  3. γεμάτο σκιές γεμίσαμε, σκιές που θα ανταμώσουμε κι εμείς κάπως έτσι ή κάπως αλλιώς.

    πολύ όμορφο κείμενο.

  4. «κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμαστε σκιών»
    όπως έγραφε ο Καρυωτάκης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s