η αγάπη μας για το χωριό (μέρος β΄)

Το χωριό μου λεγόταν Κούρταγα (προφανής η τούρκικη προέλευση του ονόματος). Κάποτε είχε κόσμο, τώρα απέμειναν ελάχιστοι. Δέκα χρόνια πριν, τα καλοκαίρια, μπροστά στις πόρτες των σπιτιών, μαζεύονταν κόσμος και οι καρέκλες κάθε σπιτιού δεν έφταναν να καθίσουν όλοι. Άνθρωποι περνούσαν πάνω-κάτω ,βόλτες και ατελείωτοι χαιρετισμοί. Όλα έμοιαζαν ωραία και το «τεράστιο» έργο (βλέπε δρόμος Τσακώνας) χάριζε ηρεμία και γαλήνη.

Οι Αθηναίοι όμως, (οι κάτοικοι της συνομοσπονδίας των ελληνικών χωριών όπως λέει, ωραία, ο Β. Ραφαηλίδης) φαίνεται ότι φεύγοντας απ’ το χωριό και πηγαίνοντας στην πρωτεύουσα κατάφεραν να μετατρέψουν την αναπόφευκτη θλίψη της διαδρομής τους σε μίσος. Αυτός o περίεργος τόπος (που τόσα χρόνια απέφευγαν με λύσσα να αγαπήσουν για αυτό που ακριβώς είναι) τους έπεισε ότι τα πρώην χωριά τους δε μπορούν να διατηρήσουν τίποτε απ’ την όποια ομορφιά τους. Έτσι έφεραν τα της Αθήνας στο χωριό. Χρήμα, αλαζονεία, επαγγελματικές επιτυχίες, καταξίωση κοινωνική, φτηνή επίδειξη, κομπίνες.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν, που ο δρόμος στην Τσακώνα έπεσε(απ’ τα νερά, τις βροχές, και την έλλειψη σοβαρότητας) και ο εθνικός, με ότι αυτό συνεπάγεται, επέστρεψε στις πόρτες των σπιτιών μας. Ούτε ότι τόσα χρόνια και παρά τα όποια έσοδα του χωριού δεν αξιωθήκαμε να φτιάξουμε καινούρια δεξαμενή. Έτσι, το νερό πάντα κόβεται 13, 14 και 15 Αυγούστου, γεγονός που φανερώνει πανηγυρικά το ενδιαφέρον μας γι’ αυτό το ελάχιστο σημείο του χάρτη. Δεν είναι τυχαίο που όλο και λιγότεροι πηγαίνουν στο χωριό, έστω και για 2-3 μέρες καλοκαίρι ή Πάσχα. Τώρα τίποτα δε θα σταματήσει τη βόλτα σου, αφού δεν υπάρχει κανείς εκεί να σου μιλήσει, αν βέβαια είσαι αρκετά τολμηρός να περπατήσεις με τα αμάξια σαν τρελά να βουίζουν πλάι σου. Πάντως εμένα με παρηγορούσε, ότι κάποτε, τουλάχιστον κάποιοι μόνιμοι, μου έλεγαν ότι δεν τους αρέσει ο Αύγουστος γιατί έρχονται στο χωριό όλοι οι Αθηναίοι. Πλέον, όπου κι αν μένουμε, τα καταφέραμε. Γίναμε όλοι Αθηναίοι.

Σήμερα γινόμαστε τροφή για τα θηρία της ζώνης 2-4. Ασχολούνται μαζί μας μεσημεριανές εκπομπές. Γίναμε διάσημοι (για μια δυο μέρες). Αν στην αρχή γελάμε και κοροϊδεύουμε, μετά από λίγο πονάμε, εκνευριζόμαστε. Οι εικόνες αυτού του τόπου (του όχι ιδιαίτερα όμορφου, αφού οι ταξιδιωτικοί οδηγοί μόνο λόγω του εργοστασίου της ΔΕΗ μπορεί να το αναφέρουν) στην tv σου δημιουργούν ενόχληση, οργή. μελαγχολία, πίκρα. Η κάμερα περνάει από τα δρομάκια του χωριού, δείχνει σπίτια γνωστά, πόρτες κλειστές, τα λιγοστά δέντρα. Εισβάλλει κανονικά σε χώρους, για μένα, ιερούς και τους σκοτώνει. Κάθε δευτερόλεπτο στο γυαλί καθρεφτίζονται πτώματα. Το ποτάμι, το στενό του Χάβου, ο Αγ. Κωνσταντίνος, ο σταθμός, το Κοτρώνι. Όλα είναι νεκρά κι εμείς βάζουμε λίγο τσιμέντο ακόμη στο Κεφαλόβρυσο, μην πιαστεί ο κώλος μας. Οι reporter πάλι, θέλουν να ερευνήσουν την περίπτωση μιας 96χρονης που έχει μαντικές ικανότητες, δεν εννοούν ν’ αφήσουν τίποτα ήσυχο. Χτυπούν πόρτες, μπαίνουν σε αυλές, βάζουν περίεργες μουσικές για υπόκρουση, ανακατεύουν τους ανθρώπους, τους ρωτούν μήπως είναι διαβολικά τέτοιου είδους χαρίσματα. Η 96χρονη απαντά ότι έχει το χάρισμα από τσομπάνης. Για μερικούς ο χρόνος μετράει αλλιώς, εμείς πάλι βυθιζόμαστε σε καναπέδες.

Την επόμενη, οι περίπου δέκα κάτοικοι του χωριού αποφασίζουν, σοφά, να μην λογομαχήσουν live, χαλώντας το χατίρι των διψασμένων για αίμα τηλεθεατών. Η κυρία στο studio λέει ότι δεν είναι τρελή, να πηγαίνει χωρίς λόγο στα κατσάβραχα. Το χωριό βρίσκεται σε περίπου 550μ. υψόμετρο και ζήτημα είναι να έχει 2 ανηφόρες. Οι άνθρωποι αυτοί δε διστάζουν να αποκαλέσουν το οποιοδήποτε χωριό κατσάβραχα (ίσως έτσι θεωρούν, άλλωστε, οτιδήποτε εκτός από τη Μύκονο και το Κολωνάκι) και ερευνούν με άνεση τις λεπτότατες πτυχές της ζωής ενός πολύπαθου χωριού. Δε θα τους πείραζε να μην ανταλλάσσουν ούτε καλημέρα οι τελευταίοι γείτονες. Επιμένουν να κάνουν τηλεφωνικές συνδέσεις και να υπερασπίζονται, φωνάζοντας, την υπέρτατη αξία της τηλεόρασης, την επιφανειακή ευθιξία. Τους αφήνουμε, απαθέστατοι απ’ τις πολυθρόνες μας ή για την ακρίβεια συνένοχοι, να περιφέρουν το πτώμα που κάποτε αγαπήσαμε. Καλά να πάθουμε.

Η τηλεόραση σβήνει κι εγώ δεν ξέρω πού ν’ αναγνωρίσω αυτό το μέρος που από χρόνια οι ταμπέλες αναφέρουν ως άλλο ένα Δ.Δ. Μεγαλόπολης. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες σώπασαν, δεν έχουν πια ιστορίες να διηγηθούν. Οι νεράιδες δεν φαίνονται πια στο ποτάμι, τις βαρεθήκαμε και προτιμάμε τις ειδήσεις των 8. Τις διώξαμε σιωπηλά, όπως και κάθε μυστήριο, κάθε λέξη μυστική, κάθε κουβέντα κοινή και ολότελα δικιά μας. Χαμηλώνω το βλέμμα μπας και δω τους ελάχιστους Ανθρώπους που έχουν απομείνει να φυλούν ακόμη αυτόν τον τόπο που κάποτε επέμενα να αποκαλώ πατρίδα. Απ’ τα αστέρια του ουρανού στον αστερισμό των αριθμών που μετρούν τις ζωές μας μόνο με ευρώ η απόσταση έχει ήδη διανυθεί.

ΥΓ. Το τηλεοπτικό περιστατικό που αναφέρεται, συνέβη δύο περίπου χρόνια πριν. Η γριά έχει πια πεθάνει, ενώ το χωριό ακόμα προσπαθεί να πάρει ανάσα ανάμεσα στα καμένα.

[η αγάπη μας για το χωριό (μέρος α΄)]

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s