δεν μπορώ άλλο Θανάση, στα 25 έχω γεράσει

Τα διάφορα πειθαρχικά συστήματα (σχολεία, οικογένεια, νοσοκομεία, στρατός) μας έβαλαν από νωρίς στο νόημα.

Στα σχολεία μάθαμε να διαβάζουμε τις προθέσεις της κοινωνίας, στην οποία αύριο θα παίρναμε κυρίαρχη θέση. Ανταγωνισμός και βαθμοθηρία, λατρεία του πρώτου, βραβεία, αποστήθιση ατελείωτων κατεβατών που αναφέρονταν με τον πλέον βαρετό κι άνοστο τρόπο στην ιστορία, ξεπατίκωμα των κάθε φορά προτεινόμενων, ανάλογα με το πρόβλημα, μέτρων στην έκθεση ιδεών και ένα φοβερό άγχος τη χρονιά των περίφημων πανελλήνιων εξετάσεων. Η χριστιανική ηθική ήταν πάντα μπροστά μας κι ας πηγαίναμε μόνο δυο φορές το χρόνο στην εκκλησία. Έστω κι έτσι πρόλαβε να μας μιλήσει καλά για τύψεις, ενοχές και περίεργα αμαρτήματα.

Δώδεκα χρόνια αγκαλιά με το βιβλίο των νέων ελληνικών κι όμως έφτασα στον πρώτο δικό μου ποιητή , τον Κ. Καρυωτάκη, από σπόντα στην αγωνία μιας συμμαθήτριας (αρχή φυσικά απ’ τους Ιδανικούς Αυτόχειρες, ύστερα η Αισιοδοξία, το Βράδυ και το είμαστε κάτι). Είχαν προηγηθεί ο Β. Παπακωνσταντίνου, οι Τρύπες κι ό,τι άλλο έκανε την καρδιά μας να λυσσάει και να χτυπιέται πάνω στο μωσαϊκό της μονοκατοικίας της οδού Ευφράτου. 

 [Εμασταν κόμη παιδι ταν μς μάραναν κα ζήσαμε σν γέροι.  

Με σταθερά κι ανυπόμονα βήματα γνωρίσαμε το κέντρο της πόλης, τις καφετέριες, τις σερβιτόρες και τα πρώτα ποτήρια που άδειασαν τις τσέπες και γέμισαν τις νύχτες μας. Αφού δε μας τέλειωσε τα κουράγια το άγχος της επιτυχίας και του πανεπιστήμιου που μας περίμενε (αρκεί να μελετούσαμε με σύστημα λέγανε όλοι) σηκωθήκαμε και πήγαμε φοιτητές. Όσο κι αν γελάς με τις γενικεύσεις μου, επιμένω ότι ο κόσμος που είδα εκεί ήταν άλλου είδους. Βορειοελλαδίτες και Πόντιοι άλλαξαν τον ορίζοντα και άφησαν στα πόδια μου ήχους, που ούτε φανταζόμουνα. Στην επαρχιακή φοιτητούπολη νομίζαμε πως θα μετράγαμε τον κόσμο με άδεια ποτήρια ούζο και μισόλιτρες βαρελίσιες μπύρες ή ότι οι ουρανοί θ’ άνοιγαν για να υποδεχτούν έναν πελώριο σωρό από γέλια και καφεΐνη.

Κάπου εκεί ήρθε η επιστήμη, ο κινηματογράφος, ο Σεφέρης, ο Κέρουακ, ο Μίσιος κι η Πολιτεία με τον Μπιθικώτση και τον Καζαντζίδη. Η βέργα κι η επικρατούσα ιδεολογία πήραν πια τη μορφή των φανατισμένων φοιτητών, που λάτρευαν το σύστημα περισσότερο απ’ τον ΣΕΒ και της υπέροχης σταδιοδρομίας που μας είχε κλείσει ραντεβού στο τέρμα της τετραετίας. Οι φοιτητές νομικής άφηναν σε δεύτερη μοίρα τα υπόλοιπα, αφού το μάτι τους γυάλιζε ήδη από τη λιγούρα για εξουσία και την κοινωνική αναγνώριση του μεγαλοδικηγόρου. Στο στρατό πάλι, κάναμε λίγο πολύ μια ωραία επανάληψη της ιεραρχίας και του παραλογισμού της γραφειοκρατίας.  

[Mας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;]  

Χρόνια περνάνε από πάνω μας κι εμείς ακόμα δε βάζουμε μυαλό. Δουλευταράδες κι ανεπρόκοποι, ζευγάρια κι ολομόναχοι ακόμα ψάχνουμε ψύλλους στ’ άχυρα. Στην αρχή πιστεύαμε ότι θα μας σώσει η γνώση, ότι θα μας απαντήσουν τα βιβλία για όλα. Αργότερα λέγαμε θα βρούμε τους δρόμους μας στην Τέχνη. Ποιήματα, οργισμένα λόγια σε δυνατές μελωδίες ή βιολιά με φόντο μακρινά κι απόκρημνα τοπία, τραγικοί μονόλογοι σε μικρά θέατρα, διηγήματα με χαλασμένο τέλος. Ταυτόχρονα όλο τον καιρό, τα λόγια μας ζήταγαν παρηγοριά στα μάτια των φίλων και των αγαπημένων. Τα ζόρια όμως συνεχίζονταν έτσι κι αλλιώς. Και φυσικά, όποιοι από μας σκέφτηκαν την ιδέα του ταξιδιού στο Άγιο Όρος, στην πραγματικότητα ποτέ δεν περίμεναν να βρουν κάτι εκεί. Το ‘χε πει πριν από μας ο Ιονέσκο ,αν θυμάμαι καλά, «ο Χριστός σώζει, επομένως ψεύδεται». Με άλλα λόγια, αυτό που ακόμα παλεύουμε να αντιληφθούμε είναι ότι κανείς δεν πρόκειται να μας χαρίσει τη σωτηρία.

Πότε με λόγια του Πετρόπουλου και πότε του Αναγνωστάκη, προσπαθούμε να γεμίζουμε τα πνιγηρά βράδια ή ν’ ακούσουμε τον ψίθυρο μιας άλλης ζωής. Οι αντοχές μας είναι χρόνια τώρα, που περπατάνε πάνω σε μια λεπτή γραμμή. Το οριακό σημείο που προς το παρόν φιλοξενεί τις επιθυμίες μας ορίζεται απ’ τον ακραίο ανταγωνισμό, τις τρελές ταχύτητες, την έλλειψη επιλογής κι άρα ελευθερίας και την σκληρότητα. Όμως αν η απελπισία σε καθηλώνει όλο και πιο συχνά στο στενό σου δωμάτιο, είναι η στιγμή να φωνάξεις δυνατά. Κάναμε λάθος τόσα χρόνια που ψάχναμε για τη σωτηρία, έπρεπε απλά να ξετρυπώσουμε την ανθρωπιά.            

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

2 responses to “δεν μπορώ άλλο Θανάση, στα 25 έχω γεράσει

  1. Όταν συνέλθω από αυτό το υπέροχο κείμενο μπορεί να σχολιάσω.

  2. αταίριαστε,
    σ’ ευχαριστώ.
    Α κι ελπίζω να προχωράνε καλά τα γαλλικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s