η αγάπη μας για το χωριό

Κάθε φορά που επιστρέφω στην Αθήνα από το χωριό, εκεί γύρω στις στροφές λίγο πριν την Τρίπολη θυμάμαι εκείνα τα στιχάκια του Χριστιανόπουλου:

«ταν πεθάνω, ν μ θάψτε στ χωριό» –

θέλουν ν τιμήσουν μ τ πτμα τους

τν πατρίδα πο ρνήθηκαν μ τ σμα τους

Χρόνια τώρα τα ίδια λόγια από τόσους πολλούς αδειούχους Αθηναίους. Μακάρι να γύρναγα εδώ. Στο χωριό είναι αλλιώς, μακάρι να μπορούσα να έμενα εδώ.

Από καιρό πρωταθλητές στις ευχές και στη γκρίνια, τείνω να πιστέψω ότι μας αρέσει να βλέπουμε τα χωριά σαν ήσυχα τοπία απόλυτης ευτυχίας που όμως έχουν περιορισμένη χρονική διάρκεια, ακριβώς όπως μια ταξιδιωτική εκπομπή στην κρατική. Τα καλοκαίρια οι μόνιμοι κάτοικοι τηλεοράσεων και αξιοθρήνητων νυχτερινών κέντρων, όλοι εμείς δηλαδή, εκφωνούμε πανηγυρικούς για τους αγνούς ανθρώπους, τις πέτρινες πηγές και τα νόστιμα κρέατα (στην πραγματικότητα μόνο αυτά εκτιμάμε).

Σαν τουρίστες που χειροκροτούν το ηλιοβασίλεμα στην Οία απολαμβάνουμε την ομορφιά του τοπίου, τους αργούς ρυθμούς και φωτογραφίζουμε κατσικάκια κι αγρούς λες και πρόκειται για τροπικούς παπαγάλους ή άλλα παραδείσια πουλιά κλεισμένα σε κλουβιά υπερσύγχρονου ζωολογικού κήπου. Με την ψεύτικη μελαγχολία εκείνου που ήρθε για λίγες μέρες να ζήσει μες στη φύση, νοσταλγούμε αυτά που ποτέ δεν αγαπήσαμε. Το ότι αισθανόμαστε άβολα σ’ αυτούς τους τόπους φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να σταθούμε για πολύ ώρα σ’ ένα μέρος. Θέλουμε να δούμε κι άλλα πιο εντυπωσιακά ποτάμια, πιο όμορφα χωριά, πιο ψηλά δέντρα. Ακόμα και καθισμένοι στη σκιά του δέντρου κοιτάζουμε με τον τρόπο της τηλεόρασης. Περιμένουμε να γίνει κάτι, απειλούμαστε διαρκώς από το φάντασμα της βαρεμάρας. Ίσως γιατί η στερημένη ματιά μας, μαθημένη στο τσιμέντο και το κάγκελο, δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με τη θέα του ορίζοντα.

Μ’ αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία οι σύντομοι επισκέπτες του δεκαπενταύγουστου κατάφεραν να πείσουν πολλούς από τους μόνιμους κατοίκους της επαρχίας ότι καλή η φύση, η γραφικότητα, τα τυριά κι οι γίδες αλλά η πραγματική ζωή δε μπορεί παρά να μοιάζει με αυτήν της Αθήνας. Φτήνια, κομπίνα, απαράδεκτη τοπική αυτοδιοίκηση και κυκλοφοριακό ακόμα και σε πόλεις 3.000 κατοίκων είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα.

Είναι άνθρωποι μαθημένοι στον ήλιο, τις δουλειές, το κρύο, το χώμα, την ταλαιπωρία και το φόρτωμα των ξύλων στο αγροτικό και το βράδυ είναι όλοι τους εκεί και τα ηχεία παίζουν τον τελευταίο χρυσό δίσκο μιας εταιρείας κινητής τηλεφωνίας. Μια ζωή τόσο λιτή και τόσο βαρειά και η μουσική τους ελαφριά, χαριτωμένη και γλυκερή. Λαϊκοπόπ και συνθεσάιζερ, στις οθόνες lifestyle εκπομπές και καφετέριες μες στο πλαστικό και τους ψευτοκαναπέδες. Ακόμα και τα πανηγύρια έγιναν light, με επιτυχίες του στιλ «γλύκα γλύκα» και το κλαρίνο σε διακοσμητικό ρόλο.   

Σε κάθε γωνία των μικρών επαρχιακών πόλεων, πλέον διακρίνεις τον αγώνα της ευτέλειας, της υπερβολής και της αμετροέπειας να επικρατήσουν. Αφίσες και τσιμεντένια μονοκόμματα club ανάμεσα σε παρατημένα χωράφια ήρθαν να συναντήσουν τα ίδια πελώρια τζιπ, που ασφυκτιούν στο Κολωνάκι και τα οποία επιμένουν να παρκάρουν όπου βρουν, ακόμα και στα ορεινά χωριά με τους στενούς δρόμους. Τα Cayenne αφού πρώτα κατέκτησαν το Ψυρρή και το υπόλοιπο κέντρο, τώρα θα γεμίσουν τα parking των απανταχού ξενώνων και country clubs.

Οι αχόρταγοι Αθηναίοι και το αγαπημένο τους παιδί, η άπληστη τηλεόραση, παλεύουν να καταφέρουν κι αυτό ακόμα. Να κάνουν δικά τους, να φέρουν στα μέτρα τους δηλαδή, τα ίδια τα βουνά, το ίδιο το δάσος. Ίσως γιατί δεν αντέχουν (γιατί κανείς μας δεν αντέχει) πια, την όψη του παλιού σπιτιού με το φρέσκο ασβέστη, τη νύχτα στους επαρχιακούς δρόμους που τα δέντρα πνίγουν την άσφαλτο, τους ανθρώπους που δε βαρέθηκαν ακόμα να κερνάνε τους περαστικούς και τον ήχο του μεσημεριού που πλέον ακούν μόνο οι ντόπιοι κι οι ποιητές. Με άλλα λόγια δύσκολα αντέχουμε πια, είτε την παρέα είτε τη μοναξιά.                 

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under διάφορα

5 responses to “η αγάπη μας για το χωριό

  1. Χειρουργικό λεπίδι ο στίχος του Χριστιανόπουλου, κάνει την ανατομία του νεοέλληνα:
    «θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
    τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους»

  2. le vert

    κοίτα , αν άκουγες τι φωνή βγάζει το χωριό, θα ταν αυτή του καλέσματος και της ενώσεως. Ποιος θα το θελε?Που θα παρέπεμπε? Κρίμα που φέτος αντί να σκοτώσόυν τα παιδιά αυτή την ένωση, τους σκότωσε η Κλυταιμνήστρα. Και σαφής αναφορά στην αταλαντοσύνη των καταχιλιάδων νεοεξαφανισθέντων ηθοποιών που δε μας έδωσαν τη χαρά της νίκης του χωριού. à dieux

  3. agiosthomas

    Τι να προτοθυμηθώ για σένα όμορφο χωριό;
    Που σε προίκησεν η φυση με νοικοκυριό;

  4. πολύ σωστά τα λές. είναι ακριβώς έτσι

  5. Πολύ σωστό – ευτυχώς μερικοί από τους μόνιμους κατοίκους του χωριού προτιμάμε ακόμα τα γίδια από το «λαϊκοποπ».
    Το κακό είναι πως ό,τι και να προτιμάμε, πολύς κόσμος έχει χάσει και γίδια και πρόβατα και όλα..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s