στη δική τους μακρινή Αμερική

Αμερική-Άνοιξη 2005. Δύο βδομάδες σε μια μικρή πόλη του νότου. Πελώρια εμπορικά κέντρα, ατελείωτα μαγαζιά, συσκευές και τεράστια πάρκιγκ. Πολυκαταστήματα μεγάλα όσο το οικοδομικό τετράγωνο ή όλη η γειτονιά που ζεις. Σειρές προϊόντα, διαφημίσεις κι εκπτώσεις. Μα ό,τι κάνει εντύπωση δεν είναι όλη αυτή η αφθονία. Μπαίνοντας σε κάθε εμπορικό κέντρο δύο άνθρωποι θα σε καλωσορίσουν. Σε κάθε αλλαγή ραφιού άλλοι δυο υπάλληλοι θα σε ρωτήσουν πώς είναι η μέρα σου. Περνώντας απ’ τα πατατάκια προς τα αναψυκτικά κι άλλοι χαμογελαστοί θα σε χαιρετήσουν(κι ας σε ακούν να μιλάς μια ακατανόητη γι’ αυτούς γλώσσα).Ω, τί θαυμαστή ευγένεια.

Η πόρτα του εμπορικού κέντρου κλείνει πίσω σου, μα η ευγένεια σ’ ακολουθεί. Άνθρωποι (στα λιγοστά βέβαια σημεία που συναντάς πεζούς) σε χαιρετούν, στα εστιατόρια πια, είναι τόσο ευγενικοί που μου ‘ρχεται να ζητήσω συγνώμη που ήρθα και τους αναγκάζω να με εξυπηρετήσουν. Το χαμόγελο κι οι τρόποι τους μ’ έχουν κάνει να ‘μαι συγκρατημένος, σχεδόν απόμακρος. Μιλάω σιγά και σχεδόν βιάζομαι να φύγω να μην τους απασχολώ άλλο.

Στις μέρες που περνούν χαιρετώ περισσότερους απ’ όσους όταν βρίσκομαι στο χωριό μου. Τους βλέπω όλους χαμογελαστούς, όλοι χαιρετάνε, όλοι ζητάνε την πιστωτική κάρτα σου ή δείχνουν με ικανοποίηση τις καινούριες εκπτώσεις. Αρχίζω να νοιώθω περίεργα μ’ όλη αυτή την ευγένεια. Όλοι αυτοί που δουλεύουν τόσες ώρες κι έχουν τόσο καλούς τρόπους. Αρχίζω να εκνευρίζομαι όταν επιμένουν να ρωτούν πώς είναι η μέρα μου. Σκέφτομαι την πιθανότητα μιας ειλικρινούς απάντησης. Το αποφεύγω (πράττοντας συνετά). Νοιώθω ξαφνικά όλη αυτή την ευγένεια ως μια τεράστια τανάλια που με πιέζει ασφυκτικά. Ως μία ενοχλητική απάτη. Βλέπω τους υπαλλήλους να υφίστανται τη δικτατορία της καλής διάθεσης. Στα πολυκαταστήματα ,στα εστιατόρια, στους δημόσιους χώρους απαγορεύεται η μελαγχολία, η κακοκεφιά, η κούραση ή η μιζέρια.

Ατελείωτα χαμόγελα, αν τα βάλω στη σειρά θα φτάσουν απ’ το Τενεσί στην Αθήνα. Πόσα hello ακόμη θα εκστομίσω; Υπάλληλοι και διευθυντές, όλοι άψογα συντονισμένοι με τις επιταγές του αναπτυγμένου κόσμου που ευημερεί. Φαντάζομαι υπαλλήλους που βλασφημούν από μέσα τους ένα κόσμο που αποθεώνει τη χαρά και το αέναο χαμόγελο ως απόδειξη της ευτυχίας. Αφήστε μας να απογοητευτούμε για 5 μόνο λεπτά, λένε. Υπερβολές; Μπορεί. Ξέρω όμως αυτό το τυπικό χαμόγελο, την ευγένεια που τη νοιώθεις σαν εξωτερικό χαρακτηριστικό. Τα φοράει κανείς όπως το ρολόι ή τα γυαλιά. Είναι μια ευγένεια στεγνή, δίχως ίχνος καλοσύνης. Είναι εξυπηρέτηση άδεια από κάθε ανθρωπιά ή συναίσθημα. Ακόμη κι αυτή η βοήθεια (προς τη γιαγιά που περνάει το δρόμο) προβλέπεται θαρρείς απ’ τη σύμβαση εργασίας μας.

Μία απ’ τις επόμενες μέρες ψάχνοντας χαμένος ανάμεσα στα εμπορικά κέντρα παίρνω τη λάθος στροφή για να βρεθώ σε μια αλλιώτικη γειτονιά. Τροχόσπιτα, παράγκες και παράξενες ετοιμόρροπες κατασκευές. Ένας άνεμος που κουνούσε ταμπέλες κρεμασμένες απ’ το πουθενά και μια ερημιά σχεδόν εξωπραγματική. Τα σπίτια των φτωχών ,των Αφροαμερικανών, αυτών που χαμογελούν για λόγους ολότελα διαφορετικούς. Εδώ λένε, δεν κατεβαίνεις απ’ το αυτοκίνητο να περπατήσεις, είναι επικίνδυνα. Τα σπίτια δε μοιάζουν με σπίτια, τα αμάξια δεν είναι θεόρατα τζιπ μα σαραβαλιασμένες Lincoln κι η ανάσα σου μοιάζει πιο δύσκολη.

Στην επιστροφή οι ίδιοι Αφροαμερικανοί που με χαιρετούν στην είσοδο του καταστήματος θα συναντήσουν το μάλλον επιφυλακτικό βλέμμα μου. Αυτή η ευγένεια αρχίζει να γίνεται εξοργιστική. Κάνουμε όλες αυτές τις συναλλαγές ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις και πιστωτικές κάρτες και δύο τετράγωνα μακριά βράζουν τα καζάνια της κόλασης. Μαντεύω την ερώτηση. Τί θα κάνεις, θ’ αλλάξεις τον κόσμο ή απλά θα το παίξεις υποψιασμένος και θλιμμένος γυρνώντας στην Ελλάδα με 3 βαλίτσες ρούχα;

Περνώντας απ’ τη γειτονιά της εξαθλίωσης, μπροστά σ’ ένα κλειστό από χρόνια βενζινάδικο, κάποιος, ακριβώς στην άκρη του δρόμου στεκόταν και χόρευε με πλάτη προς τα αυτοκίνητα που περνούσαν. Είχε κλειστά τα μάτια και κουνιόταν αργά χωρίς ν’ ακούγεται η παραμικρή μελωδία. Είχε την πλάτη γυρισμένη στα πολυτελή αυτοκίνητα, τα εμπορικά κέντρα και τα ακριβά μου μπλουζάκια. Τα δολάριά μου δε θα τον έπειθαν να τραγουδήσει το κομμάτι που αγαπάει, για να λέω στους φίλους μου με έπαρση (ίσως πίνοντας καφέ στη Σκουφά) ότι δεν ήμουν χαζοτουρίστας αλλά είδα την πραγματική underground  Αμερική. Είχε κλειστά τα μάτια στις στέγες που έχασκαν, στα σπασμένα περβάζια, στις επιγραφές PRIVATE PROPERTY και KEEP OUT που κρέμονταν στα γερμένα τροχόσπιτα. Είχε γυρισμένη την πλάτη σε όσους σαν εμένα απολαμβάνουν το ακριβό τους ποτό, συζητώντας με πάθος για τον ανθρωποφάγο καπιταλισμό, τον καταναλωτισμό, τον τρίτο κόσμο, τους ξεσηκωμούς κι άλλα τέτοια παρόμοια. Είχε την πλάτη γυρισμένη και τα μάτια κλειστά σε μένα και τον δυτικό πολιτισμό μου.

Ίσως περνώντας από μπροστά του, παρά το ανοιχτό παράθυρο, να μην άκουσα τον ψίθυρό του, «σ’ αυτόν τον κόσμο όσοι αγαπάνε τρώνε βρώμικο ψωμί». Έφυγα και συνέχισε να χορεύει αργά στο ρυθμό που θα ‘πρεπε να ‘σαι κουφός για να μην τον ακούσεις.         

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under διάφορα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s