απογεύματα με τη Σώτη

Από τα απογεύματα στον Παπασωτηρίου και στη Fnac για τις εκτελέσεις καταδίκων ως τα μεσημέρια που το Άλμπατρος διασχίζει ακίνητο τις θάλασσες του Καρπάθιου η απόσταση είναι ελάχιστη.

Τη Σώτη Τριανταφύλλου την έμαθα, πριν γνωρίσω τα βιβλία της. Άρθρα σε εφημερίδες, συνεντεύξεις μα πρώτα απ’ όλα η εικόνα της. Μια συγγραφέας που παρουσιάζεται διαβασμένη, ανατρεπτική και ασυνήθιστη. Με απόψεις για ζητήματα εκτός της επικαιρότητας του μικρού μας χωριού και θητεία στην Αμερική και το Παρίσι. Στο Mall κουνούσε συνεχώς τα χέρια, ήθελε να συζητήσει με τον κόσμο, ο κόσμος ήθελε να την ακούσει και δεν μπορούσε να βολέψει τα ωραία της πόδια πάνω σε μια καρέκλα, λες κι ήταν φοιτήτρια σε στενό αμφιθέατρο. (Στην αρχή αναρωτιόμουν αν ο κόσμος ήταν εκεί για να την ακούσει πραγματικά ή απλά για να βρεθεί σε άλλο ένα «εναλλακτικό» πανηγυράκι, δηλαδή σε στενό χώρο με γουρλωμένα μάτια, κλειστά τ’ αυτιά κι έκδηλο τον προβληματισμό. Είχα όμως άδικο)

Μ’ ένα αριστερό λόγο, που δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, δηλαδή με μια οπτική του κόσμου συνολικότερη κι όχι αυστηρά και κυρίως «εθνική». Φαίνεται να προτιμά να μιλάει για τις σουφραζέτες και το εργατικό κίνημα κι όχι για τα Δεκεμβριανά, γεγονός εντελώς παράξενο για τους ημεδαπούς αριστερούς. Εμείς μάθαμε να συζητάμε με πάθος για τη συμφωνία της Βάρκιζας, σα να χάθηκε η ευκαιρία για την παγκόσμια ευημερία ακριβώς σ’ εκείνο το μικροσκοπικό σημείο της δοξασμένης πατρίδας μας. Εκείνη πάλι επιμένει να ασχολείται με την θανατική ποινή στο μακρινό, ξένο και σχεδόν εξωγήινο Τέξας ή να μιλάει για rock. Τη βλέπεις, κάθεται με τα πόδια της πάνω στην καρέκλα διπλωμένα και προσπαθεί να μας πει δυο τρεις κουβέντες για τη συγχώρεση.

-Ανοίγεις το βιβλίο της και ήδη από την πρώτη σελίδα καταλαβαίνεις ότι αυτή η γυναίκα μερικές σελίδες αργότερα και πολλές λέξεις μετά θα τα καταφέρει. Θα συγχωρέσει το φονιά. Θα συμπονέσει το ληστή, που ήρθε για να πάρει την αγάπη της, που ήρθε για να της κρύψει για πάντα το μέρος του εαυτού της που αγαπούσε ολοκληρωτικά, την κόρη της. Το σώμα της αγάπης χάθηκε από τα χέρια αυτού που η ίδια θα συγχωρέσει. Στο μικρό βιβλιαράκι κυλάνε τα πράγματα αργά και φυσιολογικά, όχι δραματικά, με κραυγές και οδυρμούς αλλά κανονικά και ήρεμα, όπως και σε άλλα της βιβλία, το Εργοστάσιο Μολυβιών ή το Άλμπατρος. Μ’ ένα ήρεμο τρόπο, έμμεσο, σχεδόν ύπουλο θα μάθουμε τους ήρωες, θα τους συμπαθήσουμε ή το αντίστροφο. Δε θα έχουμε μεγάλες εντάσεις ή εξάρσεις. Όλα, επαναστάσεις, αυτοκτονίες, αγάπες, θάνατοι θα τα δούμε από μια απόσταση. Οι έρωτές των ηρώων θα μας συγκινήσουν αλλά δε θα μπορέσουμε να δούμε την τρομερή αγωνία τους. Θα τα ακούμε όλα σα να’ ναι η διήγηση ενός φίλου μες στη μακριά νύχτα του χειμώνα. Θα τους ακολουθήσουμε όλους με ενδιαφέρον, με αγωνία αλλά πάντα δυο βήματα πίσω τους. Θα τους κοιτάξουμε με πολύ προσοχή, άλλα δε θα πιάσουμε ποτέ το χέρι τους.-

Συνεχίζει να μιλάει ή να γράφει και νοιώθεις ότι παραξενεύεται που δεν καταλαβαίνουν όλοι το αυτονόητο της λογικής των απόψεών της. Σχολιάζει, γκρινιάζει για τον υπερπατριωτισμό, για τη θρησκοληψία, την σωτηριολογία, το Παρίσι, τους Έλληνες. Μιλάει με πάθος, γράφει με πάθος επειδή βλέπει το λάθος, ζει το λάθος και τελικά θέλει να αλλάξει το λάθος ή μάλλον θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο.

(Πολλές φορές όμως, μοιάζει η αγωνία της αυτή, να μιλήσει για όλα αυτά –για τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις, για τις εξεγέρσεις και τις ιδέες- να αποβαίνει εις βάρος του βιβλίου.)

Τα βιβλία της που έχω διαβάσει, μιλάνε για το εργατικό κίνημα, την καθολική ψήφο, αριστερές ιδέες, δικαιώματα, πολέμους. Στο Άλμπατρος η πίστη της στην ανθρωπιά και την ελευθερία αποτυπώνεται σε κάθε σελίδα, εκεί που δε θέλει ν’ ανήκουν οι ήρωές της στο ένα ή το άλλο ή εκεί που θέλει να τα δώσει εξαρχής όλα στην Ιρλανδία ή στις γυναίκες. Δε θέλουμε δημοκρατία, σοσιαλισμό, βία, υπακοή και μέλη οργανώσεων. Θέλουμε ελευθερία ψιθυρίζουν τα σημεία στίξης στον αναγνώστη. Η πίστη της στον εαυτό της φαίνεται απ’ τα αληθινά πρόσωπα που βαδίζουν μες στις σελίδες της. Λένιν, Λόιντ Τζωρτζ, Λούξεμπουργκ, Τσόρτσιλ περπατάνε, συνομιλούν με τους ήρωες και γίνονται ένα αξεδιάλυτο κουβάρι με τη φαντασία και την ιστορία, γεγονός που κάνει πιο γοητευτικά τα βιβλία της.

Κλείνοντας το Άλμπατρος δεν ξέρω αν φωνάζει από το μακρινό Λονδίνο ή απ’ τα πεζοδρόμια της Σόλωνος, ο βαρονέτος Μάθιουσελντ και μαζί του η Σώτη “qui tacet consentit” (όποιος σιωπά συναινεί).

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πρόσωπα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s