τραγούδια στο αμάξι

Οδηγούσα στους δρόμους της Μεσσηνίας και διασχίζοντας τους 42 βαθμούς που ζεμάτιζαν την άσφαλτο γύρω από την Οιχαλία και το Διαβολίτσι, το ραδιόφωνο έπαιζε Buena Vista Social Club και C. Evora.

Ήχοι πανάλαφροι και ταξιδιάρικοι. Με προετοίμαζαν για τη θάλασσα, τον ήχο του κύματος και το χρώμα που παίρνει το ούζο δευτερόλεπτα αφού το παγάκι χτυπήσει στα πλαϊνά του ποτηριού. Όσο κι αν αυτές οι μελωδίες περιγράφουν σχεδόν ιδανικά τις διαδικασίες της παραλίας και τις μέρες που περνούν κάτω από τον ίσκιο του δέντρου, η επιστροφή από τη θάλασσα, πεισματικά εκφράζει τη δυσφορία της στο άκουσμά τους.

Το φως πέφτει, για να φέρει συνήθως το ήρεμο αεράκι και την αργή οδήγηση ανάμεσα στα δέντρα και τις μυρωδιές που καιρό τώρα είχα ξεχάσει. Είναι λεβάντα, ελιές, γίδες και η κάψα που ακόμα βγάζει ο κινητήρας. Τα φώτα του απέναντι και τα δικά μου παίζουν νωχελικά ανάμεσα στη μεγάλη και τη μεσαία σκάλα και σχεδόν λαμβάνουν θέση χαιρετισμού και μιας κουβέντας που ποτέ δε θα ακουστεί.

Την ώρα εκείνη μοιάζουν τα ηχεία τα ίδια, να ζητάνε την ήσυχη και παντοδύναμη μελωδία εκείνων των τραγουδιών που ξέρουν να κόβουν το χρόνο στο σημείο που επιβάλλει η ίδια σου η ματιά. Το σημείο αυτό, είναι εκείνο που τα ρολόγια αδυνατούν να μετρήσουν, ακριβώς δηλαδή η ρωγμή που καθιστά αυτόματα την οδήγηση, μαγική και μακρινή πτήση.

Αυτές τις ώρες επιστρέφω σχεδόν αναγκαστικά σε μελωδίες που το μπουζούκι σχηματίζει στα αυτιά μου. Έβαλα ένα live της Τσανακλίδου και άκουσα πρώτα τις Μοίρες. «..στον κόσμο που ‘ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό». Βγήκα από το δρόμο που καταλήγει στην Κυπαρισσία και έστριψα προς Τρίπολη. Αρχίζουν οι στροφές, ανεβαίνουμε το βουνό, ολοένα δροσίζει.

Ακούω «αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι». Τραγουδάει η Μερκούρη, ο στίχος κι η μελωδία σταματάνε το χρόνο, σκίζουν τους ορίζοντες. Θυμάμαι τη «Στέλλα», όλες μου τις αγάπες, τραπεζάκια με καρό τραπεζομάντιλα, ένα μπουζούκι μόνο του, και το χαμηλό ποτήρι μου, άδειο από κόκκινο κρασί και παρέα. Ανάβει το φεγγάρι, μια αγκαλιά ή μια ικεσία είναι ικανή να αλλάξει το βράδυ, να σταματήσει τη διαδρομή, να ρίξει τα μπετά στο Καραϊσκάκη. Δυναμώνει η ένταση για να ακουστεί «σαν απόκληρος γυρίζω». Η Μπέλλου ολόκληρη, ένα πανίσχυρο κύμα, ανοίγει το στόμα και βγαίνουν αναμνήσεις που ποτέ δεν έζησες. «Ζεϊμπέκικο» η Μπέλλου με το Σαββόπουλο κι όλα αρχίζουν να βρίσκουν τη θέση τους. Η μουσική ξέρει από εντάσεις. Ο δρόμος ίσα που τις αντέχει, έτσι που ανοίγεται μπροστά μου. Φαίνεται μικρός, πολύ στενός. Δε χωράει κανέναν μας κι είμαστε όλοι έτοιμοι να πετάξουμε. Το φως γίνεται λιγότερο μα τα λόγια τους είναι δίπλα μας, είναι πια δικά μας, βγαίνουν πρώτη φορά από το δικό μας στόμα. Τα λόγια, η μουσική είναι η ζωή μας. Μιλάνε για μας. Για μια φορά αντιστράφηκαν οι όροι, θα πρέπει ν’ αντέξει ο κόσμος το βάρος μας.

Δεν έζησα ποτέ φτώχεια. Δεν μου έλειψε τίποτα. Δεν ξέρω από χαμηλά σπίτια και χωμάτινα δρομάκια. Κι όμως ακούω τα «Λαϊκά Προάστια» του Ανδριόπουλου κι είμαι εκεί. Ζω μαζί τους, κάπου στο «Πέραμα» του Χρονά ή στη φωνή του Μπιθικώτση. Οι φωνές αυτές, μαζί και τα τραγούδια του Βαμβακάρη και του Τσιτσάνη γνωρίζουν ακριβώς αυτό. Προτάσσουν αυτήν την αλλόκοτη μελαγχολία, την αγάπη και την πίκρα ταυτόχρονα, για τους ανθρώπους και τα πράγματα. [Ειδικά για τα ρεμπέτικά τραγούδια και τον έρωτα ένα υπέροχo κείμενο του Ηλ. Πετρόπουλου (εδώ).] Δεν είναι όμως αυτό Τέχνη, να νομίζεις δηλαδή πως έζησες αυτά που συνέβαιναν ενώ εσύ απουσίαζες από τον κόσμο.

Αυτά τα τραγούδια, το «κάνε λιγάκι υπομονή» ή το «κουρασμένο παλικάρι», αναπνέουν τον αέρα του φθινοπώρου και περπατάνε στα καυτά μεσημέρια του Ιουλίου. Οι λέξεις τους χτυπάνε κατευθείαν στην καρδιά, η μουσική τους είναι οικεία. Ήρθαν στον κόσμο και γλίστρησαν από το στόμα μας, με την ίδια άνεση που το νερό γαργαλάει τα πόδια και τα βότσαλα στην άκρη της ακρογιαλιάς.

Το γκάζι πάνω στη στροφή, η μουριά στη αυλή, τα τηλέφωνα που δε σταματάνε να χτυπάνε, ο καφές κι ένα ποτήρι κρύο νερό, «το δίχτυ», ο ιδρώτας μες στα λεωφορεία, όλα περνάνε δίπλα μου λίγο πριν από το επόμενο χωριό. Όλα είναι όμορφα, άθλια, αγαπημένα, μας πνίγουν και απλώνουν το χέρι να μας χαρίσουν ένα χάδι. Δικά μας είναι μόνο όσα τραγουδήσαμε.

Έφτασα σπίτι, ο θόρυβος απ’ την εθνική έπνιξε τις τελευταίες λέξεις της Μπέλλου που πρέπει να ήταν περίπου αυτές «ο κόσμος είναι το νερό κι είναι η ζωή πηγάδι που ξεδιψάει περαστικός, προτού τον βρει το βράδυ».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under τα ελάχιστα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s