καλά και συγκινητικά

Το ζευγάρι, 65 με 70, κάθεται στο πιο άβολο τραπέζι του μαγαζιού. Τρώνε και πίνουν και στο ενδιάμεσο ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώνεται και χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Η γυναίκα δεν κουνιέται καθόλου απ’ τη θέση, βαράει παλαμάκια με ένα τόσο ήρεμο τρόπο που, αν μπορούσαν όλα απότομα να σιγήσουν, ίσως να καταλάβαινες ότι δεν βγάζουν καθόλου ήχο. Άηχα παλαμάκια, ωραία, ρυθμικά, χαμογελαστά.

Τους κοιτάζω και δεν ξέρω αν πρέπει να δω ομορφιά ή στερεότυπο. Η ατμόσφαιρα είναι ωραία, στο ίδιο μαγαζί μετά από καιρό, η ρακί έχει γλυκιά γεύση χωρίς να είναι γλυκιά η ίδια, τα τραγουδάκια μπερδεύονται με τη νύχτα και τις μικροδιαφωνίες των θαμώνων, δεν υπάρχουν μικρόφωνα και ηχεία. Το τραγούδι χάνει 17 με 21% της συγκίνησης κάθε φορά που λέγεται από μικροφώνου, δείχνει μια πρόσφατη έρευνα του προσωπικού πανεπιστημίου των δικών μου αναμνήσεων.

Είναι συγκινητικά όλα αυτά, οπότε πατάω το κουμπί ομορφιά. Το ζευγάρι είναι αγαπημένο, τόσα χρόνια ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο προστυχόλογα, σχόλια και τρυφερούς αφορισμούς. Τα παλαμάκια δεν βγάζουν ήχο γιατί δεν χρειάζεται, τα χέρια τους ενώνονται καθώς αυτός τα τεντώνει προς το άπειρο στριφογυρίζοντας και αυτή τα απομακρύνει για να πάρουν φόρα μέχρι το επόμενο βουβό κλαπ. Όλα είναι καλά και συγκινητικά, τόσο καλά και συγκινητικά, που βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί, ψάχνω τράπεζα να βγάλω λεφτά, τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο στο θα πιούμε όσο θέλουμε. Όσο θέλουμε στη γλώσσα της κυριακής μεσημέρι, σημαίνει όσο αντέχουμε.

Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Περπατάω στην οδό Ιουλιανού, να βρω τράπεζα να γυρίσω γρήγορα, άραγε τώρα ποιό τραγούδι χάνω; Κοιτάζω μέχρι όσο φτάνει το βλέμμα, τράπεζα δεν φαίνεται. Φαίνεται όμως απέναντι, ένα σύνθημα στον τοίχο και δίπλα το φωτάκι ανοιχτό. Κυριακή 4 το μεσημέρι, όλα είναι καλά και συγκινητικά και το φως είναι ανοιχτό.

φωτογραφία (15)

Τί ψιθυρίζει ο ένας στον άλλο ενώ ο στίχος λέει «και μες την νύχτα χάνονται |
αργά τα βήματα σου». Τί σκέφτεται η γυναίκα την ώρα που ρίχνει τα βουβά κλαπ. Τί σκέφτεται ο άντρας καθώς το τεντωμένο του χέρι περνάει ελάχιστα πάνω απ’ το κεφάλι του μπουζουξή. Τι σκέφτεται αυτός που γράφει με το σπρέι ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ δίπλα στο αναμμένο φωτάκι. Τι σκέφτεται η γυναίκα που κατεβαίνει τα τρία σκαλάκια και το βλέμμα της πέφτει υπό το αναμμένο φωτάκι στη φράση ΞΕΦΤΙΛΕΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο καθένας και εντωμεταξύ ενάμιση μήνα πριν, Σεπτέμβριος ωραίος σαν τραγούδι χωρίς ρεύμα, ο τουρίστας ανεβαίνει στο κατάστρωμα, στέκεται στο τελευταίο σκαλί και του ξεφεύγει ένα «oh, that’s nice». Τι σκέφτεται ο άνθρωπος που ανεβαίνει στα 40 του πρώτη φορά σε καράβι, πάνω απ’ το κεφάλι του ο απογευματινός ήλιος, γύρω του η θάλασσα, μπροστά του άσπρη κουπαστή και ξεφτισμένα κόκκινα σωσίβια. Κοιτάει σα χαζός γύρω γύρω, έχει κόψει την κίνηση, η γυναίκα του τον σπρώχνει.

Ζήλεψα την ιδέα της πρώτης φοράς στο κατάστρωμα και ζηλεύω την ιδέα του καταστρώματος γενικά. Αλλά και το κατάστρωμα. καλό και συγκινητικό όσο κι αν είναι, οδεύει προς την αυτοκατάργησή του. Οι ντόπιοι δε λένε «oh that’s nice», λένε τι ώρα έχει το γρήγορο, τι ώρα έχει το σουπερφαστ, το χάισπιντ, αυτό με τις θέσεις αεροπλάνου, με το a/c, με το παράθυρο που δεν ανοιγοκλείνει γιατί δεν είναι παράθυρο είναι τζάμι, έχει διαφορά, άλλο παράθυρο άλλο τζάμι. Απ’ το παράθυρο κοιτάς, το τζάμι επέχει θέση τοίχου. Το βλέπεις που κάθονται όλοι οι ταξιδιώτες στριμωγμένοι στα τραπεζάκια των γκούντις και των ανάλογων εσωτερικών σαλονιών. Έξω είναι κάτι φαντάροι που ταξιδεύουν μόνοι, κάτι παρέες πιτσιρικιών που καπνίζουν ή παίζουν χαρτιά, μετανάστες ή τίποτα νεαροί τουρίστες.

Ίσως είναι καλύτερο έτσι, ίσως έτσι, μέσα στο πλοίο στις θέσεις λεωφορείου με το a/c και τις τηλεοράσεις να παίζουν σε απόσταση λίγων μέτρων όλα τα κανάλια, ίσως να είναι καλύτερα. Ίσως έτσι να είναι καλά και συγκινητικά. Γιατί αν είσαι έξω στο κατάστρωμα, χτυπημένος από ήλιο και αέρα και ένα εκατομμύριο σκέψεις που προκαλούνται αυτομάτως απ’ την έλλειψη ορίου στο βλέμμα, αν είσαι έξω, λέω, πού ξέρεις αν θα δεις εκεί, μέσα στο συγκινητικό του όλου πράγματος, κανένα πτώμα να επιπλέει στα ανοιχτά. Που ξέρεις πως θα αντιδράσει η τουριστική, η διακοπεύουσα εκδοχή του εαυτού σου στη θέα ενός πτώματος, όσο μελαμψό κι αν είναι αυτό.

*

Ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ξένος τουρίστας που πλέει προς το ξενοδοχείο και την πανάκριβη κατεψυγμένη άγευστη χωριάτικη, ποιος ξέρει τι σκέφτεται ο ντόπιος τουρίστας που πλέει στα ίδια νερά με τα θύματα της πολιτικής του επιλογής και εντωμεταξύ όλα αυτά, απ’ την Ιουλιανού στο κατάστρωμα, γυρνάνε στο μυαλό μου στη διαδρομή του Μετρό, Συγγρού Φιξ – Πανεπιστήμιο και πάλι πίσω. Όλα είναι καλά και συγκινητικά. Όλα είναι εδώ και μοιράζουν εναλλάξ χαστούκια και πατ πατ.  Θάλασσες, γλάροι, χαϊσπίντ IV, μπουζούκια, τα φωτάκια του studio απέναντι και τα φωτάκια των νησιών απέναντι, ο τουρίστας που πάτησε πρώτη φορά κατάστρωμα και η γυναίκα που κατέβηκε για χιλιοστή φορά τα σκαλάκια κάτω από το ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο φωτάκι.

*

«I was going to die, sooner or later, whether or not I had even spoken myself. My silences had not protected me. Your silences will not protect you…. What are the words you do not yet have? What are the tyrannies you swallow day by day and attempt to make your own, until you will sicken and die of them, still in silence? We have been socialized to respect fear more than our own need for language.»

Audre Lorde

*

Βρέθηκα τελευταία να γράφω καθισμένος σε ένα τραπεζάκι ανάμεσα σε φωνές, ιδέες και ποτήρια και παρόλο που κανείς σοβαρός άνθρωπος δε θέλει να γράφει και να αποσπάται, να διακόπτεται, να κόβεται, να του κουνάνε το λαπτοπ και να του τραβάνε το καλώδιο, ξαφνικά ένιωσα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο να πατάω τα πλήκτρα με παρέα. Γράφω συλλογικά και υπάρχω ως παρέα, οπότε οι λέξεις μου βρίσκουν το δρόμο τους για εκεί       ( thecricket.gr ), συχνά, με περισσότερη χαρά και ικανοποίηση. Τίποτα δεν είναι καλό, αλλά πολλά είναι συγκινητικά.

Ο στίχος χωρίς ρεύμα, μικρόφωνο, καλώδιο, χωρίς οτιδήποτε φτιαχτό επιμένει να μας συναντάει «και μες την νύχτα χάνονται |αργά τα βήματα σου». Τραγουδάει ένα κορίτσι απ’ την παρέα και εμείς βαράμε παλαμάκια. Όσα ντεσιμπέλ έχει ο καθένας τα καταθέτει στο κοινό τραπέζι. Είναι Κυριακή απόγευμα κι είμαστε, για σήμερα, τυχεροί.

Χωρίς σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ο Αλ στο σκαμπό

Μια δημοσιογράφος ζηλεύει, κατά κάποιο τρόπο, την νεκρολογία που γράφτηκε για κάποιον Big Al που πέθανε στις 21 Σεπτεμβρίου. Διαβάζω:

He despised canned cranberry sauce, wearing shorts, cigarette butts in his driveway, oatmeal, loud-mouth know-it-alls, Tabasco sauce, reality TV shows, and anything to do with the Kardashians…

(..)

He also loved milk shakes, fried shrimp, the Steelers, the Playboy channel, Silky’s Gentleman’s Club, taking afternoon naps in his recliner, hanging out at the VFW, playing poker, eating jelly beans by the handful, and his hunting dogs-his favorite being Holly Hill Rip Van Winkle, a loyal beagle that answered to the nickname of Rip…

Big Al was world-renowned for his lack of patience, not holding back his opinion, and a knack for telling it like it is. He was highly proficient at cursing. He liked four-letter words just about as much as four-wheel drive pick-up trucks. He was a connoisseur of banana cream pie and a firm believer that ham sandwiches should only be served on Mancini’s bread. He always told you the truth, even if it wasn’t what you wanted to hear. He was generous to a fault, a pussy cat at heart, and yet he sugar-coated absolutely nothing…

His fondness of spaghetti Westerns was only surpassed by his love of bacon, beer and butter pecan ice cream… Quite a teller of tales, Big Al’s elaborate stories often were punctuated with the phrase, «And that’s when I kicked his ass.» He enjoyed outlaw country music: Waylon, Willie, Hank, Johnny. He was also on a first-name basis with the Four Horsemen of liquor: Jack, Jim, Johnnie and Jose…

Αυτός που έγραψε τη νεκρολογία παίρνει το μικροσκόπιο και κοιτάζει λεπτομερώς τα χούγια και τις επιθυμίες του big Al. Σαν αυτοαναφορικό ποστάκι, σαν άρθρο καλλιτέχνη σε φρι πρες που μιλάει για τον εαυτό του μέσα στην πόλη τα χρόνια που ήταν νέος και σημαντικός. Σα να έχει σημασία το πώς πρέπει να τρώγεται ένα τοστ ζαμπόν. Σα να έχει σημασία η γνώμη ενός κάποιου για τις Καρντάσιανς. Μια μακροσκελής αφήγηση των πιο λεπτών, των πιο ασήμαντων και μπανάλ κομματιών της ζωής ενός big Al. Διαβάζω κι αναρωτιέμαι πως θα προσεγγίσω αυτό το πράγμα, σαν άλλη μια απ’ τις περίφημες αμερικάνικες παλαβομάρες – διαρκείς εξουθενωτικές γιορτές του ασήμαντου – ή σαν μια τρυφερή χειρονομία.

Η ανάγκη κάποιου κοντινού του big Al να μην υπάρχει το παραμικρό περιθώριο παρεξήγησης για τον άνθρωπό του. Θα αφηγηθεί όλες τις λεπτομέρειες ώστε να μην μπορεί κανείς να πει κάτι άλλο, να μη μπορεί κανείς να θυμηθεί κάτι άλλο. Θα ανασυστήσω τον big Al λες και εγώ τον δημιούργησα, εγώ τον έζησα, εγώ τον ήξερα, εγώ τον κατάλαβα. Το έργο ενός καθαρού εγωισμού δηλαδή, που θέλει να αποκλείσει τις υπόλοιπες ερμηνείες, που ακόμη χειρότερα θέλει να απαγορεύσει στον big Al οποιαδήποτε αμφισημία, οποιαδήποτε άλλη πιθανότητα. Θέλει να απαγορεύσει στον big Al τη δυνατότητα να υπάρχει έξω απ’ το βλέμμα του γράφοντος.

Απ’ την άλλη όταν μιλάω εγώ πχ. για την Κομοτηνή του 2002, δεν είναι γιατί επιζητώ την αποκλειστικότητα της ερμηνείας, αλλά γιατί θέλω να σώσω μερικές στιγμές, μερικές μέρες που ήδη, είναι η αλήθεια, έχουν αποσυρθεί όχι μόνο απ’ την πραγματικότητα αλλά κι απ’ την ίδια τη μνήμη. Υπάρχουν θραύσματα που φτιάχνουν ένα παζλ που εξυπηρετεί την εκάστοτε ανάγκη, η μέρα εκείνη όμως, η πολυαγαπημένη, έχει χαθεί.

Όπως και να’ χει, ο συγγραφέας της νεκρολογίας λέγοντας μας ότι ο πεθαμένος ονόμασε το μπιγκλ του από έναν ήρωα ενός παράδοξου διηγήματος ή λέγοντάς μας ότι ο big Al γούσταρε τα φορτηγάκια, τις πίτες με μπανάνα, το κανάλι του playboy ή τον Ηανκ Williams, πιθανόν να θέλει να συγκρατήσει στη ζωή ένα μόνο συγκεκριμένο απόγευμα. Σ’ αυτό το μπαρ που ο μακαρίτης σύχναζε, μπορεί ο συγγραφέας μια Κυριακή απόγευμα να ήπιε δέκα jack Daniels ακούγοντας στο ριπίτ το«lost highway» και ο big Al να έλεγε μια απ’ αυτές τις ιστορίες που τόσο του άρεσε να λέει.

I’m a rolling stone, all alone and lost
For a life of sin, I have paid the cost
When I pass by, all the people say
«Just another guy on the lost highway»

Ίσως λοιπόν το μικροσκόπιο, ίσως οι λεπτομέρειες, ίσως αυτό το μακροσκελές ποστάκι υπό μορφή νεκρολογίας να είναι μόνο μια τρυφερή και απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιμετωπίσει ο συγγραφέας το δικό του θάνατο. Τον κανονικό αλλά και το μικρό θάνατο που βρίσκεται εκεί σε κάθε ξύπνημα, κάθε πρωινό. Το μικρό θάνατο που του στερεί – λίγο λίγο, μια ελάχιστη λεπτομέρεια του παρελθόντος τη φορά – ένα ταξίδι στη Φλώρινα, μια αγαπημένη θεία που πέθανε, έναν φίλο που μένει πια μακριά, ένα απόγευμα στο Ποπ και πάει λέγοντας. Ο συγγραφέας, ίσως, προσπαθεί να τα βάλει με αυτό τον ιδιότυπο μικρό θάνατο. Ο ζωντανός προχωρώντας προς το μέλλον πάει να συναντήσει έναν απότομο τερματισμό. Από πίσω του όμως ταυτόχρονα μαζεύεται το χαλί. Το παρελθόν σβήνεται, κομμάτια αφαιρούνται, έτσι που αν ο κόσμος σου είναι 50 μέτρα, θα’ ναι πάντα 50 μέτρα, όσο κι αν προχωρήσεις. Γιατί εσύ μπορεί να ζήσεις άλλα είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του big Al, αλλά τί να το κάνεις αν εντωμεταξύ έχεις ξεχάσει τη φράση με την οποία έκλεινε τις ιστορίες ο big Al. Ο big Al ήταν λίγο απ’ τη ζωή σου. Αν χαθεί αυτή η φράση έχεις χάσει καμιά πενηνταριά απογεύματα.

Μπορεί λοιπόν ο τρόμος του ανθρώπου που κάθισε μπροστά στο πληκτρολόγιο να γράψει μια τυπική νεκρολογία, να μας έδωσε αυτή την τρυφερή και πικρή απόπειρα να αποχαιρετίσουμε μεν τον big Al αλλά να κρατήσουμε και κάτι, να μείνει ζωντανό κάτι τέλος πάντων, μπας και δεν αδειάσει το σκαμπό του Al στο μπαρ.

-//-

«Αυτή η αιωνιότητα μιας χρήσης, που είναι η κάθε μέρα – μολονότι δεν παραλείπει να επανέρχεται, πάλι και πάλι, ξανά μανά – είναι με νοίκι, ορίζει αυστηρές προθεσμίες και δεν αναγνωρίζει κανένα ενοικιοστάσιο».

Κωστής Παπαγιώργης.

Χωρίς σχόλια

Filed under τα ελάχιστα

χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

Χωρίς σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

με βήμα κανονικό

Είναι σχεδόν αδύνατο να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, πόσο μάλλον να μην βυθιστείς σε μια γενική πικρή διάθεση, αν συνδυαστεί η επιστροφή σου με διάβασμα των σχολίων των θιασωτών της λιτότητας (και πλέον της εξόντωσης) των άλλων. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα, δεν υπάρχει Κυριακή, δεν υπάρχουν ναζί, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ένας λογαριασμός και η συναίνεση στην περιφρόνηση.

Είναι βέβαια άδικο να κρίνεις τον κόσμο μέσα από την οθόνη που παίζει ειδήσεις, φορολογικά νέα, νεοναζί, αδιαφορία και ακραίο συντηρητισμό. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο εστιάζοντας μόνο στον περιρρέοντα ρατσισμό, στα κυριακάτικα αφεντικά, στον κυνισμό των αρθρογράφων της καθημερινής, στη βλακεία των μπάτσων που κυνηγάνε ελεύθερους κατασκηνωτές.

Είναι εξίσου άδικο να κρίνεις τον κόσμο με κριτήριο την σκιά του αρμυρικιού, του κέδρου και της καρυδιάς. Δεν μπορείς να εστιάσεις μόνο στον ψίθυρο του κύματος, στα αλμυρά χείλη, στο παγωμένο αλκοόλ και το κυκλαδίτικο τοπίο. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο έχοντας κυρίως στο μυαλό τη νυχτερινή ησυχία στον Χρούσο κάτω από τα εκατομμύρια αστέρια ή το είδος της ηδονής που νιώθεις όταν τρως και πίνεις και είσαι ξυπόλυτος με τα πόδια χωμένα στην άμμο.

Αλλά βέβαια τώρα τελευταία δεν έχει και πολλά να καταλάβεις. Καλά τα λέει ο σραόσα: Ο ηθικισμός είναι απροκάλυπτα πλέον πολιτικό όπλο. Πάει πέρα από την καταπίεση της επιθυμίας, προς την κατεύθυνση της συστηματικής και εντατικής κατασκευής ενοχής για κάθε μορφή ετερότητας ή δημιουργικής αυτοέκφρασης που θα προκαλούσε οποιαδήποτε ανατάραξη στο εργοτάξιο του κόσμου-φυλακή στο οποίο ζούμε: η μισανθρωπία στην υπηρεσία της εξουσίας.

*

Προς στιγμή τις προάλλες νόμιζα πως άλλαξα πίστα, πως κατέκτησα ένα κάποιο επίπεδο ηρεμίας ή και διαύγειας. Φυσικά τίποτα τέτοιο δεν ισχύει, απλά είχα ξεβγαλθεί στο δροσερό νερό και είχα συνηθίσει σε μια δροσιά που συναντά κανείς σε ορισμένα παραθαλάσσια μέρη ή σε ορεινά χωριά. Το πρώτο βράδυ ξαπλώσαμε στη σκηνή (αμέριμνοι και παράνομοι) και ξαφνικά, αφού τα αθηναϊκά μάτια που βλέπουν μόνο μέχρι  τα δυο τρία μέτρα έψαξαν για τσιμέντο μάταια, συνειδητοποίησα ότι από πάνω υπήρχε μόνο ουρανός. Να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Να δούμε το μέγεθος των πραγμάτων, αμπελοφιλοσόφησα για 30 περίπου δευτερόλεπτα. Μετά κοιμήθηκα σα σκύλος. Ευτυχισμένο κουλουράκι.

διαύγεια

διαύγεια

*

Μ’ αρέσουν τα διηγήματα της Κιτσοπούλου, μ’ αρέσουν αρκετά μάλιστα. Απλά κάθε φορά που τα διαβάζω σαν αυτόματη αντίδραση, σκέφτομαι από μέσα μου ότι ναι ρε παιδί μου, αλλά κάπως υπερβολικά είναι όλα αυτά. Κάπως τραβηγμένα. Ο Παντζαράς της ιστορίας δέρνει, τα γαμάει όλα, αθάνατη ελληνική επαρχία. Αλλά εγώ σκέφτομαι την ίδια κιόλας στιγμή, εντάξει αλλά για πότε μιλάμε; Πότε έπεφτε ξύλο μέσα στα σπίτια και τα διαμερίσματα; Πότε ζούσαν οι άνθρωποι αυτά τα δράματα;

Δεν περνάνε δυο μέρες από την επιστροφή και στη βόλτα του σκύλου ακούω φωνές. Από τη μια πολυκατοικία ακούγεται ένα σπαραχτικό «Νίκο, Νίκο μη σε παρακαλώ» κι ύστερα σιωπή. Από την απέναντι ο τύπος που έχει βγει στο μπαλκόνι μας βλέπει που κοιτάμε αποσβολωμένοι και λέει κάτι του στιλ τη δέρνει πάλι, θα τη σκοτώσει. Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι, ο τύπος από το μπαλκόνι μας δείχνει κάποιον που βγήκε από την πολυκατοικία και απομακρύνεται με κανονικό ρυθμό χωρίς να μας κοιτάξει (ενώ μέχρι λίγα δευτερόλεπτα πριν φωνάζαμε). Αυτός είναι. Αυτός είναι. Κανονικός, με ζελέ και καρό βερμούδα. Κανονικός, απομακρύνεται με κανονικό βήμα. Δεν βιάζεται, ούτε γυρνάει να μας κοιτάξει. Στεκόμαστε ακίνητοι δέκα μέτρα πίσω. Α ρε αθάνατη ελληνική επαρχία,  άντρακλες, λεβέντες, καραμπουζουκλήδες, σούζα η άλλη μπροστά σου, σούζα. Α ρε αθάνατη ελληνική Αθήνα. Απομακρύνεται ο λεβέντης. Βήμα κανονικό. Χωρίσανε πρόσφατα συνεχίζει την ενημέρωση ο τύπος. Κι επειδή χωρίσανε, θα σου δείξει μωρή, θα σου δείξει. Τι σημαίνει χωρίσανε. Ρε λεβέντης ρε. Α ρε αθάνατη ελληνική Ελλάδα. Απομακρύνεται η Ελλάδα με βήμα κανονικό. Τσολιάς ρε, ίσια το κορμί, λεβέντης περπατάει προς τον κεντρικό. Να τον δει να τον χαίρεται η μάνα του έτσι που περπατάει. Με το κεφάλι ψηλά.

Σήμερα, μιάμιση μέρα μετά, προχωράω προς το αυτοκίνητο στη Νίκαια. Μπροστά μου στα σκουπίδια μια γυναίκα, δε θα ‘ταν πάνω από πενήντα. Ψάχνει, ανασκαλεύει. Το ντύσιμό της κανονικό, δεν φανερώνει άνθρωπο πεταμένο από τη ζωή, κουρέλι. Μια χαρά. Αξιοπρεπέστατη. Γυρνάει και με κοιτάει, δεν παίρνει τίποτα. Προσέχω λίγο καλύτερα. Το μάτι της μαυρισμένο. Μπουνιά στο αριστερό μάτι. Χαμήλωσα το βλέμμα ασυναίσθητα, εγωιστικά και καθόλου αξιοπρεπώς. Και φτωχοί και λεβέντες ρε. Και έλληνες. Αθάνατη ελληνική Νίκαια. Περήφανοι, φτωχοί και λεβέντες.

φωτογραφία (10)

εριστικό σχόλιο κάτω από ωραίο ελληνικό ξύλινο παράθυρο

*

Κατά τ’ άλλα, τα γνωστά. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Μην γκρινιάζετε, δουλέψτε, σκάψτε, σκάστε.

*

Σκόρπιες σκέψεις κλασσικά για τη συνέχεια του νεοελληνικού κράτους. Το Μαπούτσε περιγράφει την Αργεντινή, τη χούντα της, την ιστορία και τους ήρωές της. Και μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την λεβέντισσα ελλάδα. Για τις περιουσίες που αποκτήθηκαν επί κατοχής, για τους ταγματασφαλίτες, τους βασανιστές και την εκκλησία. Η περίφημη συζήτηση για την Αργεντινή (θέλουμε να γίνουμε/δε θέλουμε να γίνουμε) είναι εκτός τόπου και χρόνου. Με την Αργεντινή δε μας χωρίζει ένας ωκεανός και μερικές χώρες. Είμαστε δύο κόλλες χαρτί και ανάμεσά μας κάποιος έβαλε απλά ένα καρμπόν. Και είτε σε λένε Βιντέλα είτε Μάλλιο γράφεις με το ίδιο μελάνι, το ίδιο συνέχεια κείμενο, την ίδια ιστορία. Την ιστορία του φασισμού.

*

Ο ήρωας του καλοκαιριού όμως δεν ήταν ο Μουνής, όσο ενδιαφέρον και να παρουσίαζε η περίπτωσή του. Ούτε η Μαπούτσε. Ο ήρωας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε, ο Περαστικός του Ταϊμπό. Κι αυτός περισσότερο απ’ όλους συνετέλεσε στη διαύγεια που πρόσκαιρα απέδωσα στην παραλία, την άμμο και το τσίπουρο. Ο Σαν Βισέντε δε γκρίνιαζε, μόνο ζούσε. Όλο το καλοκαίρι, ο Σαν Βισέντε έτρεχε ανάμεσα στις φλόγες του Φεργκιουσον ή στη Γάζα, μπορεί και στα δύο ταυτόχρονα. Έτρεχε και στεκόταν με το πιστόλι στο χέρι μπροστά στο τραμ που οδηγούσε ο απεργοσπάστης. Βοηθούσε τους υφαντουργούς να οργανωθούν, διαφωνούσε για τις περίφημες συνθήκες (αν και επέμενε φοβερά στο θέμα της οργάνωσης και ήταν πρώτος στη δουλειά, είτε πρόκειτο να γράψει στη γραφομηχανή είτε να σκουπίσει τα γραφεία), πίστευε και στην επιθυμία, στο εδώ και τώρα, στον αγώνα σήμερα. Εξηγούσε στο νεαρό σύντροφό του, ότι δεν μπορεί να ανήκει στην ιδιοκτησία σου μια γυναίκα, ούτε αν την πληρώνεις. Ο Σαν Βισέντε ζούσε ανάμεσα στους εργάτες και τους περιθωριακούς, δεν υποτιμούσε κανέναν, ούτε και φοβόταν να πει ότι φοβάται. Ο Σαν Βισέντε όταν του έλεγαν ότι ο καιρός δεν είναι κατάλληλος ή ότι έπρεπε να προσέχει ή ότι τα αφεντικά τον έχουν στον μάτι, απαντούσε ότι την επανάσταση την κουβαλούσε μέσα του και την παίρνει μαζί του όπου πάει, είναι σαν αποσκευή. Και στη λεβέντισσα Ελλάδα και στο Μεξικό και στην Ισπανία. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα, αλλά ότι ίσως δεν θα άφηνε τη συγκεκριμένη ανάγνωσή της (που κυριαρχεί) να τον καθορίζει.

«Γιατί μπήκατε παράνομα στη χώρα;»

«Επειδή δεν πιστεύω στην παρανομία. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν πιστεύω ούτε στα σύνορα. Ανάμεσα σε Μεξικό και Γουατεμάλα δεν υπάρχει καμία διαφορά. Δεν έχει διαφορά το ένα δέντρο από το άλλο μέσα στη ζούγκλα. Ούτε και τα δέντρα αναγνωρίζουν σύνορα»

*

Με άλλα λόγια, και οι δύο περπατάνε κανονικά, με βήμα κανονικό. Και ο Νίκος και ο Σαν Βισέντε. Μόνο που ο Σαν Βισέντε γυρνάει κάθε λίγο και μας κοιτάζει. Και συνεχίζει παντού, σε όλο τον κόσμο, να περπατάει κανονικά. Κι ας τον κυνηγάνε όλοι οι Νίκοι του πλανήτη. Έχει την ωραιότερη αποσκευή και την παίρνει μαζί του όπου πάει.

Χωρίς σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ο άνθρωπος κουρέλι

Τις προάλλες ήταν μια δύσκολη μέρα. Μια πληρωμή που άργησε κάπως, με έφερε ενώπιον διλημμάτων. Τι να πληρώσει κανείς και τι να αφήσει. Τίποτα το πρωτότυπο ή το υπερβολικά δύσκολο. Λίγο όμως η ζέστη, λίγο η δυσκοιλιότητα του ΔΣΑ, λίγο η ανελαστικότητα της φορθνετ, λίγο το ότι πρέπει να προλάβεις τα πάντα, μην έχοντας κουράγιο ή χρήματα ούτε για τα μισά, ε σκας. Και κάπως έτσι γίνεσαι Χουλκ κι ας μην υπάρχει ακτίνα γάμμα τριγύρω σου.

Βέβαια, συνηθίσαμε τόσο καιρό τώρα. Έτσι, λίγες ανάσες, δυο γουλιές καφέ, μια πιο συνολική θέαση του κόσμου, η απειλή μιας κρίσης πανικού, τα βάζεις όλα μαζί στο μπλέντερ και σιγά σιγά ηρεμείς. Άλλωστε με την περίφημη κρίση, αν κάτι έχω μάθει είναι η διαχείριση. Διαχείριση ληξιπρόθεσμων οφειλών. Διαχείριση εξόδων. Διαχείριση επιθυμιών. Μετά από τέσσερα χρόνια τουλάχιστον έγινα εξπέρ σ’ αυτό. Να αφήνω ένα λογαριασμό να λήξει για να πληρωθεί ένας άλλος χωρίς να αγχώνομαι. Να μετακινώ τα ίδια λεφτά γύρω γύρω κλείνοντας τρύπες ή μεταφέροντας το χρηματοδοτικό κενό από το ένα σημείο στο άλλο. Να μην ανοίγω καν το φάκελο. Αυτή η διαχείριση όμως δεν δημιουργεί ηρεμία ή νοικοκυριό. Δημιουργεί μόνο αγχωμένους δρομείς, δρομείς που μονίμως τρέχουν και αγωνίζονται σε έναν αγώνα χωρίς τέρμα, κίνητρο ή σκοπό.

Βλέπω τους φίλους που κάνουν πάνω κάτω το ίδιο πράγμα. Επιλέγουν πόσες μέρες θα μείνουν χωρίς ιντερνετ. Αν θα χρωστάνε στην τράπεζα ή αν δε θα βγουν για δυο και τρεις βδομάδες καθόλου. Αν θα περιοριστούν στον καφέ ή αν θα βάλουν βενζίνη. Για την εφορία δεν το συζητάμε καν. Πρόκειται για μια δημιουργική λογιστική μόνο που σε αυτή την περίπτωση υπάρχει πραγματικό διακύβευμα, ανάγκη και συνέπειες.

Έχουμε κάνει το ζόρι τρόπο ζωής και μόνιμο σύντροφο. Φυσικά η αξιοπρέπειά μας δεν κρίνεται από το αν ζοριζόμαστε ή γκρινιάζουμε για τα λεφτά. Οι ίδιοι φίλοι, που ασφυκτιούν από τα ποσά, που μέχρι και το ATMαδυνατεί να δώσει, αγωνίζονται, τρέχουν σε συλλογικότητες και οργανώσεις, ψάχνουν τρόπους και αρνούνται να δεχτούν εκβιαστικές ή υποτιμητικές προτάσεις. Αλλά η πίεση που ασκεί ο οικονομικός παράγοντας είναι πλέον αφόρητη. Δεν ζούμε για να διαχειριζόμαστε τη δυσφορία ή τη δυσπραγία μας. Δεν ζούμε για να κάνουμε οικονομία. Η προκοπή δε θα έρθει από τον ακρωτηριασμό και την ψυχική εξουθένωση. Η ζωή δεν μπορεί να σε τραβάει διαρκώς σε ένα όριο, απαιτώντας να ανταπεξέλθεις χωρίς να έχεις απαιτήσεις, να συμμορφωθείς δηλαδή ή να βουλιάξεις.

Με άλλα λόγια, όσο και να ψάχνουμε εναλλακτικές λύσεις, όσο και να εφευρίσκουμε καθημερινές πρακτικές, όσο και να επιμένουμε να συμμετέχουμε σε άλλα μοντέλα παράπλευρης πραγματικότητας, η πίεση μεγαλώνει. Η στέρηση της δυνατότητας ενός ταξιδιού, η αγωνία να μην αρρωστήσεις, η διαχείριση του μπάτζετ για το βιβλιοπωλείο, η αναζήτηση δανεικών χτυπάνε στον πυρήνα της ζωής, την ίδια την προσωπική αξιοπρέπεια.

Εντωμεταξύ, την ίδια ώρα που παλεύεις με τα ραβασάκια των εταιρειών και τις επιθυμίες σου, η ήττα γενικεύεται. Πριν προλάβεις να ξεϊδρώσεις από το εισιτήριο του 1,40 χωρίς a/c, με χαρακτηριστική καθυστέρηση και τρομολαγνικά από μικροφώνου σχόλια, θα δεις τι συμβαίνει έξω από τον μικρό εαυτό. Την ίδια ώρα που κατεβαίνεις σε μια μικρή αλλά αξιοπρεπή πορεία, το νομοσχέδιο για τις φυλακές τύπου Γ’ έχει ήδη περάσει. Μέχρι να βγάλεις ένα κείμενο ή να κάνεις ντους γυρνώντας από τη δουλειά, το Λιβάδι της Ηρακλειάς είναι ήδη sunbeachresortwhatever. Μέχρι να χωνέψεις το μέγεθος της αντιδραστικότητας των από πάνω, ο τόπος έχει μετατραπεί σε ολιγαρχία, τσιμεντένιο πεδίο μπράβων και τουριστικής δραστηριότητας.

Στην τηλεόραση η αριστερά παίζει σε απευθείας μετάδοση με τις εντυπώσεις της έννοιας «νομιμότητα». Η απίστευτη σημερινή ήττα έχει πολλές ρίζες, οι περισσότερες μάλλον βρίσκονται στα προηγούμενα χρόνια, τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Αλλά λίγα πράγματα πρέπει να είναι πιο εκνευριστικά από την λεκτική επαναστατικότητα (να μην τολμήσει η κυβέρνηση, η κυβέρνηση πέφτει, δεν πρόκειται να περάσει αυτό κλπ κλπ) που είναι σκέτες λέξεις κι ούτε καν πρόκες, αλλά τηλεοπτικά και κοινοβουλευτικά σχήματα. Στην τηλεόραση η αριστερά ζει στον κόσμο της αναμονής για τις εκλογές. Τίποτα δεν είναι αρκετά σημαντικό ή ακόμη χειρότερα όσο σημαντικό κι αν είναι, δεν ξέρουμε τί να κάνουμε για να απαντήσουμε σ’ αυτό πέρα από δελτία τύπου, ερωτήσεις και συμβολικές διαμαρτυρίες. Δεν λέω πως ξέρω εγώ ή άλλος τον τρόπο. Λέω πως η αριστερά εξακολουθεί να απολογείται, λες και δίνει εξετάσεις νομιμότητας, σ’ ένα ξεκάθαρα και απόλυτα αυταρχικό καθεστώς. Η αριστερά λες και απλά μπορεί να περιγράψει την κρισιμότητα της κατάστασης αλλά τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Αλλά η φράση που αγαπώ και επανέρχεται στο μυαλό μου λέει :«Ό,τι απωθείται από την επιφάνεια επιστρέφει εκδικητικά στο εσωτερικό και τοκίζεται μέχρι την ημέρα της πτώχευσης».

730734316Κάπως έτσι, πληρούνται οι όροι για αυτό που παρατηρούμε καθημερινά. Μας βλέπω στο Μετρό, στις τράπεζες, στα σούπερ μάρκετ, στη στάση των λεωφορείων. Αγέλαστοι, αφηρημένοι, πανικόβλητοι, με μια οργή που μοιάζει με αγκύλωση. Άνθρωποι πολλαπλώς ηττημένοι. Ασφαλώς υπάρχουν χειρότερα δράματα αυτή τη στιγμή στον κόσμο, αλλά δεν μπορώ παρά να σταθώ στην εικόνα του ηλικιωμένου ανθρώπου που αφήνει αμήχανα μερικά από τα πράγματά που είχε επιλέξει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Η φτώχεια δεν έχει αξιοπρέπεια όταν επιβάλλεται σαν φυσική καταστροφή την οποία πρέπει υπομονετικά να αποδεχτούμε.

Είμαστε άνθρωποι κουρέλια. Όχι γιατί τα παρατήσαμε, όχι γιατί δεν περνάμε ποτέ καλά και βουλιάζουμε στη μιζέρια. Όχι γιατί δεν γίνεται δήθεν τίποτα και παίζει το φασισταριό ανενόχλητο. Αλλά γιατί η ημέρα περνάει με υπολογισμούς και ιδέες για το τι ακόμη μπορούμε να κόψουμε. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί το νομοσχέδιο για τις φυλακές περνάει έτσι και δεν πρόκειται για μια προσβολή προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά για την προσεχή πραγματικότητα κάποιων κρατουμένων. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί μια σιδερένια πυγμή διαλύει όλα όσα έχουν σημασία. Απ’ τον Σμαραγδή μέχρι τους αιγιαλούς, απ’ την κατάσταση στα νοσοκομεία μέχρι τις κομμένες συντάξεις. Απ’ τα μονίμως εκβιαστικά διλήμματα του να πρέπει να δεχτείς να κάνεις τη μία ή την άλλη δουλειά ανασφάλιστος, κακοπληρωμένος, parttime, απλήρωτος μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών. Απ’ τις καταθλίψεις της επιστροφής στο πατρικό μέχρι τον Δαραβίγκα και τον Ταμήλο.

Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί όσο κι αν αντισταθήκαμε κι όσο κι αν συνεχίζουμε να αντιστεκόμαστε, όλα αυτά, συμβαίνουν τώρα, την ώρα της δικής μας ζωής.

Αρκετά χρόνια πριν, είχα διαβάσει ένα στίχο της Δημουλά και μου είχε φανεί ωραίος. «Να αντέχεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις». Σήμερα αυτή η φράση μου φαίνεται ό,τι πιο άθλιο και κομφορμιστικό μπορώ να ακούσω. Το ζήτημα είναι το αντίθετο της αντοχής. Το ζήτημα είναι να μην αντέξουμε την κοινωνική και προσωπική κατάσταση έκτακτης (αλλά μόνιμης) ανάγκης. Το ζήτημα εντέλει είναι ότι καλύτερα μια κατάρρευση ή μια απίθανη οργή παρά ένα συνεχές λαχανιασμένο τρέξιμο πίσω από ένα αβίωτο κόσμο.

Χωρίς σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ιούλιος

Η γυμνή πλάτη. Στην παραλία, στο κρεβάτι, στην άκρη μιας μπάρας. Η γυμνή πλάτη του Ιουλίου είναι ένα μαύρο μπλουζάκι, τα όχι τελείως λεπτά τιραντάκια, μια τεράστια καμπύλη σαν κόλπος της Αμοργού και ύστερα η ατέλειωτη διαδρομή, μικρά βραχάκια – η σπονδυλική στήλη – από το πίσω μέρος του λαιμού μέχρι το χάος.

*

Η μυρωδιά του βενζινάδικου ντάλα μεσημέρι κάπου στη Μεσσηνία. Αφόρητη ζέστη, άρρωστη μυρωδιά, απαίσια κι εθιστική. Κολλάει το χέρι σου στο μαύρο του αμαξιού στο κατεβασμένο παράθυρο. Ο σκύλος φτερνίζεται απ’ το πίσω κάθισμα χωρίς διακοπή όσο είμαστε εκεί.

*

Η καυτή άσφαλτος. Είσαι στην παραλία και θες να περάσεις απέναντι το δρόμο να φέρεις παγωτά. Αλλά είσαι αλλοπαρμένος, κόκκινος στους ώμους και το σβέρκο, ξεχνάς ότι πρέπει να έχεις μαζί σου λεφτά ή να φοράς παπούτσια. Ξεχνάς τους βασικούς κανόνες του πολιτισμού του χειμώνα και ξεκινάς για τα παγωτά ξυπόλητος και με άδειες τις βρεγμένες τσέπες του μαγιό. Τα πόδια σου τσουρουφλίζονται στην άσφαλτο, γυρνάς άπραγος, τρέχεις πάνω στην ζεματιστή άμμο να φτάσεις στην πετσέτα. Ενοχλείς του πάντες γιατί πηδάς πάνω σε όποια πετσέτα είναι πιο κοντινή. Κλωτσάς βιβλία, πατάς απλωμένα χέρια, χαλάς την ησυχία. Παίρνεις λεφτά, αλλά σοφός μαζοχιστής αρνείσαι τη βοήθεια της σαγιονάρας. Θα πας ξυπόλητος ξανά.

*

Με κλειστά τα μάτια ξαπλώνεις ανάσκελα για ώρα κι αιωρείσαι στο νερένιο κενό. Ξαφνικά αναρωτιέσαι που σε έφτασε το ρεύμα πιο κοντά ή πιο μακριά, κοιτάς δεξιά αριστερά και το βλέμμα σου έχει κάποιο φίλτρο, βλέπεις με ενσωματωμένο ινσταγκραμ, είναι όλα σιέλ ή απλά καμένα γαλάζια. Δεν έχεις ίνσταγκραμ είναι απλά μια παλιά φωτογραφία που έχει χαλάσει το χρώμα της. Πίσω στο χωριό, στη μια πλευρά του τραπεζιού κάποιος έχει μπροστά του δύο σακούλες και καθαρίζει φασολάκια. Στην άλλη πλευρά κάποιος χτυπάει και ακούει το καρπούζι. Ο χτύπος είναι σαν αλλόκοτη μουσική, σαν την πιο ουσιώδη επικοινωνία. Το καρπούζι δεν τρομάζει από την απειλή του μαχαιριού και λέει απαλά, μην με χτυπάς. Φάτε με.

*

Το πιο κλασσικό κοκτέιλ, αυτό που δοκιμάσαμε πριν απ’ όλα, που το ήπιαμε σχεδόν δωρεάν σε μια πλατεία έτοιμη να βουλιάξει απ’ τη ζέστη. Η μίξη της ξηρασίας των 40 βαθμών κελσίου και της ζαλάδας από τη μπύρα. Κάποια στιγμή σταματάει ο ιδρώτας, θες μόνο να λιώσεις, να ξεμείνεις με μια μισή πρόταση στην άκρη ενός παγκακιού ή μιας καρέκλας. Δεν υπάρχουν μυστικά να πεις, τα άγχη εξατμίζονται, η εικόνα που παρουσιάζεις στην περαστική που περνάει εξουθενωμένη αλλά το ίδιο όμορφη δεν έχει σημασία, τα λόγια βγαίνουν με το ζόρι και το παραμικρό δροσερό αεράκι γιορτάζεται σαν εθνική επιτυχία. Ωπ, νάτο. Το νιώθεις; Έτσι κράτα το λίγο, μείνε λίγο. Επικλήσεις σε έναν αόρατο ρυθμιστή του τοπικού μικροκλίματος. Νομίζω πως η μπύρα μας ζεσταίνει περισσότερο. Μα είναι παγωμένη. Κάποιες ώρες αργότερα ο ράθυμος πονοκέφαλος. Αργεί χαρακτηριστικά να σε αποχαιρετίσει κι όμως νιώθεις πως μαζί φέρνει και μια αδιανόητη διαύγεια. Εκεί που ανοίγεις την πόρτα σπίτι, κουρέλι κανονικό πια, πιστεύεις ξαφνικά ότι μπορείς να πάρεις τις πιο σοβαρές και οριακές αποφάσεις της ζωής σου. Ποτίστε με μπύρα στα τσιμέντα των Εξαρχείων κι ύστερα φέρτε μου να συμπληρώσω μηχανογραφικά, επιστολές παραίτησης, ερωτικά γράμματα. Φέρτε μου το χάρτη να δείξω αργά και υπολογισμένα εκείνο το νησί.

*

Βέβαια ο ντάλα ήλιος δεν αντέχεται. Αλλά μερικές φορές αυτό ακριβώς το στοιχείο του αφόρητου μοιάζει παρηγορητικό, σχεδόν φιλικό. Να περπατάς σ’ ένα χωμάτινο δρόμο ή να φλέγεσαι στην Σταδίου και να μην υπάρχει πουθενά σκιά. Να περιμένεις στα μάρμαρα του Πανεπιστημίου. Να κατηφορίζεις το δρομάκι για τη θάλασσα στο Σούνιο. Να μην σε πειράζει που πίνεις και ιδρωκοπάς στην Ηπίτου ή στο Μεταξουργείο. Με τα ρούχα της δουλειάς, η ρίγα της ζώνης του αυτοκινήτου στο πουκάμισο σαν την εμφάνιση του Περού, αλλά εσείς μιλάτε και περιγράφετε τις ίδιες και τις ίδιες γυναίκες. Ναι αλλά τα πόδια της. Ναι οκ, αλλά πραγματικά δεν ξέρω πώς να μιλήσω για τα πόδια της. Και παρεμπιπτόντως έχεις δει τα πόδια της; Τα πόδια της λέω, δεν μ’ ακούς.

*

Τίποτα δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν τελειώνει, όλα κυλάνε αιώνια στις φλέβες και τα φτύνεις τελικά απ’ το στόμα σαν ενοχλητικά κουκούτσια. Όλα μοιάζουν ταυτόχρονα σαν να τα έχουμε χάσει εξαρχής και σαν να περιμένουν στη γωνία να τα βρούμε.

***

[ Θα ήθελα να ήμουν τόσο καχύποπτος, τόσο μισός, τόσο εντοιχισμένος στο άθλιο παρόν αυτού του τόπου και να ήταν τέσσερις Ιουλίου του 2014. Θα ήθελα κάποιος να μου πει ότι μετά την καυτή άσφαλτο στο μαγαζί απέναντι έχει τα παγωτά, κάποιος να μου πει ότι έχει κι άλλες μπύρες παγωμένες κι άλλα φίλτρα ματιών και μυρωδιές βενζίνης και γυμνές πλάτες. Κι επειδή το λέει ήδη ο Ιούλιος, μπορώ απλά να τον ακούσω. Κι ας ζούμε πια μέσα στο κακό και την βαναυσότητα του φασισμού που ντρέπεται απλά να ανακοινώσει το όνομά του. Εδώ έχει και μάχες και Ιούλιο. Μπορούμε να πίνουμε ταυτόχρονα από δύο ποτήρια. Δεν μας τρομάζει το μεθύσι. ]

Χωρίς σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

διαφημίσεις | εσύ κι ο γρύλος σου

Σ’ αυτή τη χώρα, ως γνωστόν, ελάχιστοι εργάζονται ακούραστα και φιλότιμα 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Πόσο μάλλον χθες που ήταν και αργία. Χθες ο μοναδικός που εργαζόταν πυρετωδώς μπορεί να ήταν ο ακάματος πρωθυπουργός μας, ο οποίος προσπαθούσε να χωρέσει σε μία κυβέρνηση, ικανές δόσεις ακροδεξιάς, υστερίας και «μεταρρυθμιστικής ισχύος». Ο μοναδικός; Όχι δα. Κάπου σε ένα δωμάτιο, κάποιοι ανέβαζαν κείμενα και φωτογραφίες κάνοντας δεκάδες λάθη, λάθη επί λαθών και όχι λάθη πάντα λάθη.

the cricket soundwave 2

Το αποτέλεσμα είναι εκτός από νέα κυβέρνηση, σήμερα να διαθέτομεν και νέο σάιτ ( thecricket.gr ). Με την ιδέα να πούμε ιστορίες, να συλλέξουμε μαρτυρίες και – όσο μπορούμε – να κάνουμε και ρεπορτάζ. Ξεκινάμε λοιπόν και έχουμε μεγάλη ποικιλία σε (ευχάριστα πάντα) θέματα. ( χημικά στο Αιγαίο , η ιστορία του Ρασίντ, μια τιτάνια έρευνα για τα παιδιά τις ταυτότητες και το διαδίκτυο, φωτογραφικά αφιερώματα , μια αφήγηση για τις μέρες στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ένα σωρό άλλα που υπόσχομαι ότι θα σας ανοίξουν την καρδιά).

Με την ίδια πάντα σοβαρότητα και συνέπεια, με την ίδια βραδύτητα και αναποφασιστικότητα θα συνεχίσουμε και στο προσεχές μέλλον. Εύχομαι να απολαύσουμε όλοι το νέο site όσο θα απολαύσουμε τον αργύρη ντινόπουλο και τον ανδρέα λοβέρδο. Περαστικά μας και με τις υγείες μας. Καλές αναγνώσεις.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized