το βυτίο

μικρά μουσικά

Ιούλιος 1, 2008 · 2 Σχόλια

Πρώτη φορά είδα live τον Μάλαμα στην Κομοτηνή πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Στο τέλος τραγούδησε την «όμορφη πόλη». Τότε μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι για πρώτη φορά ακούστηκε η φράση «θα γίνεις δικιά μου», όπως ακριβώς θα την έλεγε εκείνο το παιδί, που έγραφε στιχάκια στο τετράδιο κι ύστερα τσαλάκωνε τις σελίδες και τις πέταγε στην αυλή. Με λίγα λόγια, ήταν σα να τραγουδούσε, ερχόμενος απ’ το παρελθόν, ο ίδιος ο νεαρός ποιητής. Αυτός δεν ονειρευόταν στίχους και χιλιάδες κόσμου που σιγοντάρουν εκστασιασμένοι. Αντίθετα ήθελε απλά να σκαρώνει λογάκια για την όμορφη συμμαθήτρια ή τα φώτα της πόλης του. Στις τελευταίες σελίδες του τετραδίου κρύβονταν μερικά τραγουδάκια ή μάλλον μερικά από τα όνειρα που είδε στον ξύπνιο του. Ο Γιάννης Θεοδωράκης πέταγε τις λέξεις του κι ο αδερφός του τις έσωζε για να τις τραγουδάμε, συγκινημένοι, μέχρι και σήμερα.

Μετά λοιπόν από τον Νταλάρα, τη Λέανδρος, τον Φραγκούλη, τον Χατζή, τον ίδιο το Θεοδωράκη, τον Πάριο κι ένα σωρό άλλους, ήρθε εκείνο το βράδυ ο Μάλαμας, με το βαρύ του ψίθυρο, να παραδώσει στο κορίτσι απ’ την Κρήτη τα λόγια που χρόνια περίμενε, αφού τόσο καιρό της τα είχε κλέψει το μεγάλο Κοινό. Το τραγούδι ακουγόταν σαν ελάχιστη δικαιοσύνη ή σαν ήσυχη νίκη του έρωτα. Σαν την παλιά σελίδα που αυτή τη φορά περισώθηκε απ’ τα χέρια του όμορφου και χαμένου κοριτσιού.

*******

Για ένα διάστημα πηγαίναμε σ’ ένα δυο μαγαζιά που έπαιζαν κυρίως ηλεκτρονική μουσική ή μάλλον ένα θόρυβο που έμοιαζε περισσότερο με την ηχώ που θα πρέπει να έχουν τα πεδία μάχης. Τα φώτα αναβόσβηναν με φοβερή ταχύτητα, σα να ήθελαν να ξετινάξουν κάθε υπαινιγμό συνέχειας ή νοήματος. Οι χτύποι αντικαθιστούσαν τις μελωδίες, λες και το ηχείο ήταν μια επαναληπτική καραμπίνα που απειλούσε να μας σκορπίσει σε χιλιάδες κομμάτια. Ταραγμένα σώματα έδερναν αλύπητα το κενό. Εκεί μέσα ήταν ένα πλήθος που παλλόταν, παίζοντας με την ιδέα άλλοτε της βίας κι άλλοτε μιας σύνθετης και αλληγορικής χορογραφίας. Ένας από μας παρατηρούσε συνεχώς ότι πρέπει να είμαστε οι μοναδικοί θαμώνες που δεν έχουν ισοπεδωθεί από κάποιου είδους ναρκωτικό. Το έλεγε την ώρα που στις φλέβες του, το αλκοόλ κέρδιζε κάθε μάχη με τις τελευταίες σταγόνες αίματος που επέμεναν να κυκλοφορούν στο ιδρωμένο σώμα.

Από ένα σημείο και μετά, οι όποιες αντιρρήσεις μου για την έλλειψη μελωδίας ή στίχων, τελείωναν ανάμεσα σε ταραγμένες κι άτσαλες κινήσεις ή στη θέα μιας γυναίκας που χόρευε μανιασμένα λες και πάλευε ν’ αφήσει για λίγο απ’ έξω, τον ίδιο της τον εαυτό. Ύστερα παραδινόμουν σ’ αυτό το παράλογο χτύπημα, στα στριμωγμένα σώματα που βρίσκονταν σ’ ένα συνεχές πήγαινε έλα, στις τσακισμένες σκέψεις και στο διαρκή θρίαμβο μιας υστερικής σωματοποίησης.

Αρκετά χρόνια μετά από εκείνες τις νύχτες, στα λόγια του Σιοράν βρίσκω ξανά την ίδια ταραχή: «κάθε ύπαρξη είναι ένας κατεστραμμένος ύμνος»

*******


Περπατάω προς τον Υμηττό, την ώρα που τα αυτοκίνητα, ασθμαίνοντας, ανηφορίζουν προς τη συναυλία του Χατζιγιάννη. Από τα ραδιόφωνα ακούγονται η cosmote, χαρούμενες φωνές για χέρια που ανεβαίνουν ψηλά, μάρκες απορρυπαντικών, βρώμικες σερβιέτες, δωροεπιταγές και ο Ρέμος να τραγουδάει Θεοδωράκη.

[Πριν από λίγο ξανάκουσα το «όταν μια άνοιξη» από τη συναυλία στο Essen. Ο ήχος είναι κακός, αλλά μ’ αρέσει το μόνιμο γρατζούνισμα κι οι τρεμάμενες φωνές σ’ αυτή την εκτέλεση (ίσως για τον ίδιο λόγο προτιμώ ν’ ακούω τα τραγούδια του Βαμβακάρη απ’ τον ίδιο). Λες και οι στίχοι του Αναγνωστάκη έβγαλαν γλώσσες και στόματα και από μόνα τους έγιναν σώμα, μελωδία και ανθρώπινη φωνή. Τώρα «έντεχνοι» καλλιτέχνες χαμογελάνε, τραγουδώντας:

«πού να βρω την ψυχή μου,

το τετράφυλλο δάκρυ»]

Αφήνω τις γκρίνιες. Οι γιορτές στον Υμηττό είναι δωρεάν και την επόμενη Δευτέρα (7/7) παίζουν οι Εncardia. Θυμάμαι ένα video από το παλιό βλογ του κ. Ρουσουνέλου. Κάνω μια μικρή ανασκαφή, το βρίσκω και είμαι έτοιμος να πεταχτώ ξανά απ’ την καρέκλα. Οι φωνές, οι μελωδίες και τα όμορφα κορίτσια που χορεύουν. Έτσι θα έπρεπε να είναι οι καλοκαιρινές συναυλίες. Σαν κάτι που σε τσιμπάει και σε σπρώχνει να χορέψεις και να τραγουδήσεις με τους παλιούς σου φίλους. Σαν μια ταραντέλλα.

→ 2 CommentsΚατηγορίες: διάφορα · τα ελάχιστα

χαρτοπετσέτα

Ιούνιος 25, 2008 · 6 Σχόλια

Είσοδος – Έξοδος

Ήταν έτοιμος να πει : «Έρχομαι εκ μέρους του Φουλάνο», όταν είδε τόσο λίγα φιλικά πρόσωπα που, αντί να πάρει κάθισμα, όρθωσε τ’ ανάστημά του, έβαλε το σομπρέρο του και είπε, γυρίζοντας την πλάτη : «Φεύγω εκ μέρους του Φουλάνο».

Jules Renard, Journal

Σύντομες και παράξενες ιστορίες,

Χ.Λ. Μπόρχες – Α.Μ. Κασάρες

Συνάντησα στο δρόμο μια παλιά φιλόλογο, που είχα στο γυμνάσιο. Θυμάμαι της είχα πει μια μέρα, μετά από σχετική ερώτηση, ότι θα γίνω αθλητικογράφος. Εκείνη σα να δυσανασχέτησε και είπε ότι κι αυτό καλό είναι, αλλά οι φιλοδοξίες μου θα έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερες. Εγώ όμως ήθελα απλά να βλέπω τη μπάλα να ανεβοκατεβαίνει στα τσιμέντα της πλατείας ή τα τεράστια γήπεδα της οικουμένης. Αφού δε θα γινόμουν ποδοσφαιριστής ή μπασκετμπολίστας, τουλάχιστον ας πέρναγα τα πρωινά μου συζητώντας για τα τρίποντα του Έντι Τζόνσον ή τις φοβερές ντρίπλες του Καραπιάλη. Τότε δεν κατάλαβα καθόλου το απογοητευμένο ύφος της, ούτε μπόρεσα να συνειδητοποιήσω γιατί δεν ήταν αρκετά ψηλή η φιλοδοξία μου.

Το χειμώνα σ’ ένα πάρτι, ο φίλος Α., δικηγόρος, τσακώθηκε μ’ έναν άλλο καλεσμένο για το Μετρό. Μετά από ώρα κι αφού δε βρέθηκε άκρη για το αν οι συρμοί τελικά αργούν ή όχι, ο άλλος τον ρώτησε, πότε σκοπεύει να ανοίξει το δικό του γραφείο. Ο Α. του απάντησε ότι δεν το σκέφτεται καν. Νιώθει μια χαρά εκεί που εργάζεται. Τότε ο άλλος, λες και επιτέλους τα κατάλαβε όλα, είπε ότι αυτό έπρεπε να το αναφέρει απ’ την αρχή. «Δεν μιλάω με ανθρώπους που δεν έχουν φιλοδοξίες», προσέθεσε.

Πριν ένα και κάτι χρόνο, όταν ξεκινούσα αυτό το βλογ, σκεφτόμουν ότι θα σκαρώνω ποστ γεμάτα ειρωνεία για την πολιτική κατάσταση ή θα κλείνω μέσα σε παραγράφους όλο το θυμό και τις βλαστήμιες που εκτοξεύαμε στα τηλεοπτικά παράθυρα και τους θαμώνες τους. Τώρα, σχεδόν Ιούλιος του 2008, αν κοιτάξω τα στατιστικά θα διαπιστώσω πως το μακράν πιο δημοφιλές ποστ, ήταν αυτό για τον Καρρά (βοήθησε βέβαια ότι το λίνκαρε ο Σραόσας). Αν η φιλοδοξία μου ήταν να γράφω σοβαρά κείμενα, η νοσταλγία για τις ζαλισμένες νύχτες και τις γυναίκες που χάθηκαν στα στενόχωρα μπαρ, αποδεικνύεται πολύ πιο δυνατή.

Κι έπειτα βλέπω ότι παντού, σε κάθε πρόταση, σε κάθε φράση, χρησιμοποιώ τη λέξη σχεδόν. Κι αυτή η επανάληψη είναι ενδεικτική, γιατί έτσι τα βλέπω όλα, έτσι τα πλησιάζω, μ’ ένα σχεδόν στο στόμα, στα χέρια και τα βήματα. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δεν είμαι σοβαρός ή που ακούω συνεχώς ότι δεν έχω φιλοδοξίες. Το σχεδόν που με ταλανίζει στη ζωή και τη γραφή. Προσπαθώ να διώξω το σχεδόν μόνο και μόνο για να μιλήσω σοβαρά για δυο τρία πραγματάκια. Ας πούμε για εκείνο το βράδυ που βούτηξα στα βάτα και πάλευα μεθυσμένος να ξαναβγώ στην επιφάνεια ή για το απόγευμα που την έβλεπα να γράφει σε μια χαρτοπετσέτα το τηλέφωνό της. Να ποιά είναι η φιλοδοξία μου. Να μιλήσω για εκείνη τη χαρτοπετσέτα. Ή έστω να βρω και γω το παράθυρό μου.

→ 6 CommentsΚατηγορίες: ταυτολογίες - για τη νοσταλγία

ξανά στο γύψο

Ιούνιος 21, 2008 · 6 Σχόλια

Αρχές Ιουνίου ακούσαμε την παρακάτω είδηση. Άγνωστοι εισέβαλλαν σε super market του κέντρου και αφού γέμισαν μερικές σακούλες με τρόφιμα, έφυγαν χωρίς να πληρώσουν. Ύστερα μοίρασαν όσα πήραν σε περαστικούς στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, μαζί με ένα κείμενο στο οποίο υπέγραφαν ως οργισμένοι καταναλωτές.

Για το ίδιο θέμα, την περίφημη ακρίβεια, βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος σημείωναν σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις ότι και οι ίδιοι οι καταναλωτές δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Τόνιζαν ότι το κοινό δεν συνασπίζεται σε ενώσεις, ούτε δρα συντονισμένα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Αυτή η απόπειρα αντιστροφής της ευθύνης είναι αν μη τι άλλο πρωτοφανής και εμπνευσμένη. Θυμίζει δε τον Πανούση, που το χειμώνα έλεγε ότι σε λίγο θα μας πείσουν ότι για την καταστροφή του πλανήτη ευθυνόμαστε εμείς επειδή δεν αλλάζουμε λάμπες. Μ’ αυτήν την τακτική οι βουλευτές προσπαθούν να μας πουν ότι για τις εξωφρενικές τιμές φταίμε εμείς που δεν κάνουμε σωστή έρευνα αγοράς ή συχνότερα μποϋκοτάζ. Με λίγα λόγια αν τρέχαμε από super market σε super market ψάχνοντας τη φτηνότερη πορτοκαλάδα, όλα θα ήταν αλλιώς. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι πολιτικοί στην Ελλάδα, αποφεύγοντας να κάνουν το οτιδήποτε, προκρίνουν ως λύση το φιλότιμο και τη φιλανθρωπία. Καλώς ή κακώς όμως, και χωρίς να αποφεύγουμε τις ευθύνες μας, ο ακτιβισμός δε μπορεί να λύσει τα μείζονα προβλήματα.

Βέβαια, το ζαλισμένο κοινό δεν ζητά πολιτικές λύσεις, αλλά ένα ακόμη μπιτόνι πετρέλαιο. Συνεπώς οι πολίτες επιμένουν να ψηφίζουν ξανά και ξανά τους ίδιους απρόθυμους κύριους και να πουλάνε οργή και θυμοσοφία στα δελτία των 8. Άλλωστε, η κοινωνία εξακολουθεί να επιδεικνύει τα εξαιρετικά αντανακλαστικά της κυρίως στα ζητήματα ηθικής που καθημερινά ανακύπτουν. Έτσι, μεγάλη μερίδα του κόσμου εξεγείρεται παρέα με ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς εναντίον των γάμων της Τήλου. Στη χώρα, που μπορείς άνετα να αμφισβητήσεις την τιμιότητα αλλά ποτέ τον ανδρισμό κάποιου, η ιεράρχηση των ειδήσεων γίνεται από τις παρουσιάστριες μεσημεριανών εκπομπών.

Είναι προφανές ότι το κοινό δεν ενδιαφέρεται να μάθει γιατί ακριβαίνουν τα προϊόντα, όπως είναι εμφανές ότι δε σοκάρεται μπροστά σε οποιαδήποτε αποκάλυψη σχετική με μίζες και σκάνδαλα. Πολύ απλά, για κάποιο λόγο, όλα αυτά έπαψαν να μας απασχολούν.

Έτσι βλέπουμε ανθρώπους, κρεμασμένους στην άκρη του TV-control, διψασμένους να βρίσουν ή να αποκαλύψουν τα μυστικά και του τελευταίου ημιδιάσημου καταναλωτή. Το κοινό αποκαλεί αλήτες αυτούς που κάνουν επεισόδια στα πανεπιστήμια και ανυπομονεί να ακούσει σε απευθείας μετάδοση ένα προς ένα το όνομα κάθε «ανώμαλου» που λερώνει τους πανάρχαιους δρόμους της πόλης. Με λίγα λόγια ένας υπόγειος πουριτανισμός που καταγγέλλει και ξεσκίζει προσωπικές στιγμές, εισβάλλει στο δημόσιο διάλογο και καταλαμβάνει κάθε λέξη, κάθε κουβέντα, κάθε πρωτοσέλιδο. Ο διαρκώς αυξανόμενος συντηρητισμός της κοινωνίας όμως, δεν αποδεικνύεται από την εξορία του διαφορετικού, την επιφανειακή ευθιξία των τηλεοπτικών προσώπων ή τον καλπάζοντα κομφορμισμό που μας καπελώνει. Ο ιδιότυπος αυτός γύψος που μας πνίγει, φαίνεται από το γεγονός ότι δε μας ενδιαφέρει πια αν έρχεται ένα αύριο καλύτερο, φτάνει να το υποδεχτούμε με τις τσέπες γεμάτες.

Κάπως έτσι, ο κανιβαλισμός ξεπέρασε κάθε όριο με αφορμή το θάνατο του Σεργιανόπουλου. Αποδείξαμε ότι μπορεί κανείς να βλέπει νούμερα, θεαματικότες και διαφημίσεις ακόμα και στο θάνατο, αρκεί να μη διστάζει να τον πουλήσει. Η κοινωνία της ξεφτίλας δεν μπορεί να βουλώσει το στόμα της ούτε την ώρα που ο ήχος του χώματος υπαινίσσεται το τέλος που κανένας μισθός δε μπορεί να αποτρέψει. Δυστυχώς όμως, θεωρείται ακόμη παράνομο να κλέβει κάποιος πανάκριβα προϊόντα για να τα μοιράσει σε συνταξιούχους (έστω κουβαλώντας τα λάθη και τις ακρότητες της ιδεολογίας του). Αντίθετα οι ανθρωποφάγοι παραθυρόπληκτοι, μπορούν να απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα παραφουσκωμένα πορτοφόλια τους και το τέλος της ντροπής που κοινωνούν στην κοιμισμένη πόλη.

Όταν λοιπόν ο ηθοποιός έλεγε, «βρείτε μου ένα τρόλεϊ να πάω από την Πατησίων στο Άμστερνταμ» (όπως σημείωσε ο Α. Καρπετόπουλος), ασφαλώς δεν υποψιαζόταν ότι με το τρόλεϊ αυτό, θα έπρεπε να είχαμε δραπετεύσει όλοι, εδώ και πολύ καιρό.

κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport.

→ 6 CommentsΚατηγορίες: του λιμανιού

ένα σερβίς στο κέντρο της πόλης

Ιούνιος 17, 2008 · 2 Σχόλια

Το προηγούμενο Σάββατο πίσω απ’ τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας τους είδα μαζεμένους, να μιλάνε και να τρέχουν, σα μια κινητή γιορτή. Περίπου δεκαπέντε άτομα, άντρες και γυναίκες, παρέα φωνακλάδικη και γελαστή, έπαιζαν βόλεϊ. Δυο τρεις γυναίκες δίπλα στο γήπεδο είχαν κουβαλήσει καρέκλες, μπύρες, μπουκάλια νερό, σοκολάτες και φρούτα. Οι υπόλοιποι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, περισσότερο ταλαιπωρούσαν τη μπάλα και απολάμβαναν τη θορυβώδη αποτυχία της κάθε προσπάθειας.

Ήταν Πολωνοί ή Αλβανοί, μετανάστες από μια χώρα κοντινή και άγνωστη. Μαζεμένοι εκεί, στα γήπεδα του δήμου, μοιράζονταν το απόγευμα και ό,τι καλό είχε ο καθένας να προσφέρει στην διψασμένη ομήγυρη. Πρόσωπα χαμογελαστά, τα ίδρωνε το καλοκαίρι για να τα δροσίσει η χειρονομία του διπλανού. Έπειτα από αρκετή ώρα κι αφού σιγουρεύτηκαν ότι κανένα τεράστιο ταλέντο δε θα ξεπεταχτεί από τον αυτοσχέδιο αγώνα τους, κάθισαν όλοι κάτω απ’ το φιλέ και βάλθηκαν να ανταλλάσουν νερά και αστεία. Την ίδια ώρα εμείς φεύγαμε για να κολλήσουμε στην κίνηση λίγα μέτρα πιο πέρα.

Σε παγκάκια και πλατείες, στα λιγοστά πάρκα και στις κούνιες τους βλέπεις να κάθονται παρέες παρέες και να νοσταλγούν το μέλλον που ποτέ δε θα έρθει. Μετανάστες, ταλαιπωρημένοι φτωχοδιάβολοι με μπογιές κι ασβέστη στα παντελόνια, εργάτες που γυρίζουν αργά από τις δουλειές, χαίρονται όσες οάσεις έχουν απομείνει στην πόλη.

Αντίθετα εμείς, θεωρητικά πλουσιότεροι, κοινωνικά καταξιωμένοι και κάτοχοι αυτοκίνητου, ακίνητου και 24 άτοκων δόσεων, κλειδαμπαρώνουμε τις πόρτες και ανοίγουμε την τηλεόραση να κάνει παρέα ο βόμβος του air condition με τους αφόρητους παραθυρόπληκτους. Ντόπιοι και παμπάλαιοι ένοικοι του αστικού τοπίου, γυρίζουμε την πλάτη στους δρόμους και τα στενάκια, λες και τα πεζοδρόμια υπάρχουν μόνο και μόνο για να μπορούμε να διπλοπαρκάρουμε. Πιο ξένοι απ’ τους ξένους, αποφεύγουμε να καθίσουμε μόνοι με φίλους σ’ ένα παγκάκι, εκτός αν πρόκειται να παρακολουθήσουμε κάποιο εντυπωσιακό θέαμα. Ίσως γιατί περισσότερο απ’ όλα τρέμουμε στην ιδέα της επαφής. Δεν αναφέρομαι πάλι στη θλιβερή προτίμησή μας για τον εικονικό κόσμο της οθόνης, ούτε στην ανάγκη να διεκδικήσουμε το δημόσιο χώρο. Δε μιλάω για το έλλειμμα δημοκρατίας ή παιδείας, αλλά για το ενδεχόμενο αυτό που απουσιάζει απ’ τις ζωές μας να είναι τελικά η ανθρωπιά.

Ένας φίλος, που θεώρησε καλή ιδέα να κυκλοφορεί με ποδήλατο στους δρόμους της πόλης, έπεσε μία απ’ τις προηγούμενες μέρες κάπου απέναντι απ’ το Καλλιμάρμαρο. Τον έκλεισε ένας ταξιτζής και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κατέληξε να θαυμάζει από πολύ κοντά το εντυπωσιακό έργο του πρώην δημάρχου, δηλαδή τα περίφημα κάγκελα. Ο οδηγός φυσικά δε σταμάτησε, μάλλον δεν πρόσεξε καν το υποψήφιο θύμα του. Δε σταμάτησε όμως και κανείς άλλος. Μπροστινοί, διπλανοί και διερχόμενοι πεζοί ή επιβάτες περνούσαν ρίχνοντας πότε πότε βιαστικά βλέμματα συμπαράστασης. Οι παρόμοιες περιπτώσεις δεν αποδεικνύουν φυσικά τίποτα οριστικό για την σκληρότητα της κοινωνίας μας. Ίσως όμως να υπαινίσσονται κάτι για την απάθεια και την αδιαφορία που συνεχίζει να εξαπλώνεται ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα διαμερίσματα.

Οι μετανάστες του γηπέδου, ουραγοί στην κατανάλωση ρούχων και μικροσυσκευών, μόνιμοι απόντες από νυχτερινά κέντρα και αστραφτερά εξώφυλλα, δεν μπορούν παρά να είναι μια διαρκής υπενθύμιση ή αλλιώς, μια βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια του τηλεοπτικού πολιτισμού. Καθισμένοι στο κέντρο ένος γηπέδου δείχνουν ξεκάθαρα το δρόμο που χάσαμε. Μια μπάλα που πηγαινοέρχεται πάνω απ’ το φιλέ, τρία μπουκάλια νερό και όλο το κέφι του κόσμου, είναι γι’ αυτούς ο πρώτος χαιρετισμός του καλοκαιριού ή μια άτυπη υπόσχεση που δόθηκε σιωπηλά. Ανάμεσα στις πάσες, τις μανσέτες και τα μπουγελώματα, συμφώνησαν το αύριο, να τους βρει όλους μαζί γύρω από ένα τραπέζι σε κάποια αυλή ή έστω σε μια ασφυκτική κουζίνα ενός ημιυπόγειου στην Κυψέλη.

Μ’ αρέσει να πιστεύω ότι οι άνθρωποι αυτοί, μέσα στα ζόρια, τα χρέη και την απόσταση, συνωμοτούσαν μυστικά υπέρ της συντροφιάς. Το απόγευμά τους ήταν ένα τραγούδι, μια μικρή υπεράσπιση της παρέας. Τα ξεχασμένα λόγια τους ακούγονταν σα βάλσαμο. Εκείνη την ώρα, όλοι τους ήταν έτοιμοι να σηκώσουν μαζί το βάρος του χρόνου, ήταν έτοιμοι να τρέξουν να βοηθήσουν τον ποδηλάτη που παρέμενε ξαπλωμένος στη λεωφόρο ή ακόμη και να σταθούν εκεί στη μέση του γηπέδου και να ψιθυρίσουν ιστορίες για τις πατρίδες τους. Κι επειδή μ’ αρέσει να υπερβάλλω θα σας πω ότι η παρέα εκείνου του Σαββάτου, που δεν ξέρω τελικά αν την είδα ή απλά τη φαντάστηκα, μιλούσε ξεκάθαρα για όλους εμάς. Μιλούσε για τους φίλους, τις βόλτες και τη λυτρωτική πιθανότητα της συνύπαρξης. Μιλούσε για τον κόσμο που δεν έχει παραιτηθεί, αλλά διψασμένος, ψάχνει ακόμη τον τρόπο να ζήσει.

Κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport

→ 2 CommentsΚατηγορίες: του λιμανιού

4. ο σταθμός

Ιούνιος 10, 2008 · 9 Σχόλια

(ακολουθεί υπερβολικά μεγάλο σεντόνι. το ξέρω το παράκανα)

Το ρολόι του σταθμού έδειχνε 5:23. Την ίδια αυστηρή απάντηση της είχε δώσει ο υπάλληλος του ΟΣΕ στο γκισέ πριν κάποιες ώρες. «Άφιξη 5:23 κυρία μου, ευχαριστούμε πολύ».Αυτό το και 23 αν και θα περίμενε κανείς να την καθησυχάσει με την συνέπεια και τη σιγουριά που ακτινοβολούσε, είχε το ακριβώς ανάποδο αποτέλεσμα. Το κοφτό και άμεσο 5:23 της δημιουργούσε μια αλλόκοτη αίσθηση αμηχανίας ή μάλλον μια έντονη νευρικότητα.

Το τρένο πάντως είπα ήδη πως έφτασε την προκαθορισμένη ώρα, χωρίς να χάσει ή να κερδίσει δευτερόλεπτο. Σήκωσε με δυσκολία τις δύο βαλίτσες της, κατέβηκε από το βαγόνι και στάθηκε στην άκρη. Προσπάθησε να καθίσει όσο πιο πίσω μπορούσε ώστε να διακρίνεται εύκολα από όποιον έφτανε στην αποβάθρα. Κοίταξε λίγο μήπως ξεχωρίσει κάποια γνωστή φυσιογνωμία μέσα στο πλήθος, αλλά με τόσο κόσμο ήταν αδύνατον. Δεν ανησύχησε όμως. Το μήνυμα το έλεγε ξεκάθαρα. Πεντέμιση, το αργότερο παρά τέταρτο θα έρχονταν να την πάρουν από το σταθμό.

Παρατηρούσε τους ανθρώπους που αποβιβάζονταν και αυτούς που τους υποδέχονταν. Αγκαλιές, φιλιά, εγκάρδιοι χαιρετισμοί. Σκεφτόταν τη δική της υποδοχή. Ανυπομονούσε να έρθουν. Είχε πολύ καιρό να τους δει. Η σημερινή γιορτή θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία. Θα ήταν όλοι μαζεμένοι στο παλιό σπίτι στο χωριό. Κανείς δε θα ήθελε να αρνηθεί αυτή την απρόσμενη πρόσκληση. Μετά από τόσα χρόνια θα μαζεύονταν όλοι γύρω απ’ το μεγάλο τραπέζι της αυλής κάτω απ’ τη γέρικη μουριά. Εκεί, κάτω απ’ τον ίσκιο της, θα έτρωγαν και θα συζητούσαν ξανά όλοι μαζί, όπως τότε.

Η ώρα ήταν πέντε και μισή. Κανείς δεν είχε έρθει ακόμη. Της φάνηκε λογικό. Ποιος θα περίμενε τέτοια συνέπεια από το τρένο; Άλλωστε το μήνυμα έλεγε πέντε και μισή, το πολύ παρά τέταρτο θα έρχονταν. Τώρα αναρωτιόταν ποιόν θα έβαζαν να κάνει τη διαδρομή από το χωριό μέχρι το σταθμό και πίσω. Αν θυμάται καλά πρέπει να ήταν περίπου 40 λεπτά απόσταση. Το πιο πιθανό είναι να ερχόταν ο θείος Τ. Πάντα πρόθυμος και γελαστός. Τρελαινόταν να σε εξυπηρετήσει και έτρεχε για όλους. Τα τελευταία χρόνια είχαν χάσει επαφή καθώς αυτός τώρα είχε τρεχάματα με την αρρώστια της γυναίκας του. Μια ύπουλη ασθένεια, που απαιτούσε συνεχή φροντίδα και ατελείωτα πήγαινε έλα στα νοσοκομεία. Όσοι τον είχαν δει πρόσφατα έλεγαν πως άσπρισε απότομα, ενώ και εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό γέλιο του είχε μάλλον ατονήσει.

Αν δεν ερχόταν αυτός, μάλλον θα έστελναν τον μικρό, τον Σ. Ανιψιός της και πολύ καλό παιδί. Φοιτητής ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, ήταν το καμάρι της οικογένειας. Ευγενικός και συνεπής, πάντα άκουγε με προσοχή τα λόγια των μεγαλύτερων που στα οικογενειακά τραπέζια δεν έπαυαν να τον ζαλίζουν με άπειρες απορίες σχετικά με υπαρκτούς και φανταστικούς πόνους. Πρόσφατα πήρε το δίπλωμα οδήγησης, άρα ίσως να έρθει αυτός, αν ο θείος Κ. είναι κουρασμένος.

Βέβαια, σκέφτηκε, δεν θα είναι έκπληξη αν τελικά εμφανιστεί η Μ. Παιδική φίλη της απ’ το χωριό, που παντρεύτηκε τον ξάδερφό της το Χ. Στα νεανικά τους χρόνια, ήταν συνέχεια μαζί, κάτι παραπάνω από φίλες, μάλλον αδερφές. Συνομίληκες, μαζί πέρναγαν τα καλοκαίρια στην επαρχία. Έφταναν κι οι δύο σκασμένες απ’ τα διαβάσματα του χειμώνα και ξέδιναν παρέα στη ζεστή καλοκαιρινή επαρχία. Μαζί βγήκαν τα πρώτα ραντεβού, μαζί πήγαιναν ατελείωτες βόλτες στο ποτάμι δίπλα στο χωριό, μαζί έκλεψαν –πρώτη και τελευταία φορά τέτοιο πράγμα- τέσσερα ολόκληρα παγωτά απ’ το περίπτερο του κυρ Μανόλη. Ακόμη μαζί, και αυτό το είχε ξεχάσει όλα αυτά τα χρόνια, είχαν σχεδιάσει μια Κυριακή του Αυγούστου να φύγουν. Έπεφτε μια απ’ τις γνωστές θερινές καταιγίδες, οι γονείς φώναζαν όλη την ημέρα, οι διακοπές τελείωναν, το σχολείο επέστρεφε απειλητικά κι εκείνες σκασμένες και μελαγχολικές κάθονταν στο πεζούλι κάτω απ’ το υπόστεγο του παρατημένου σχολείου και κοίταζαν ανόρεχτα το νερό που έπεφτε. Το καλοκαίρι ακόμη και όταν έβρεχε ήταν υπέροχο. Το καλοκαίρι που περνούσαν μαζί ήταν υπέροχο. Έτσι, ξαφνικά και αναπόφευκτα, μέσα σ’ ένα λεπτό, μέσα σ’ ένα βλέμμα το αποφάσισαν. Θα έφευγαν μαζί. Η χαρά τους όμως κράτησε ελάχιστα. Τόσο, όσο έκανε να εμφανιστεί από τη γωνία ο παππούς της Μ. και τείνοντας απειλητικά τη μαγκούρα να τις κυνηγήσει μέχρι το σπίτι, όπου και τα άκουσαν κανονικά για την ενδεχόμενη πνευμονία που θα εισέπρατταν εκείνο το βροχερό μεσημέρι.

Πάντως, σκεφτόταν, ίσως το πιο πιθανό, είναι να τρέξει να την παραλάβει ο Π. Ο αγαπημένος της ξάδερφος, ο πιο κοντινός της άνθρωπος όλα αυτά τα χρόνια. Αυτός που τη βοήθησε όταν έχασε τους γονείς της, αυτός που της στάθηκε ψυχολογικά και οικονομικά. Πόσες μέρες και νύχτες δεν είχαν περάσει μαζί. Σε μπαρ, στο σπίτι, σε μικρά γλέντια και συγκεντρώσεις. Για ατέλειωτες ώρες κουβέντα για τα πολιτικά, τα γκομενικά, το οτιδήποτε. Αλλά και να μη μιλούσαν, πάλι μια ματιά ήταν αρκετή να συνεννοηθούν. Κάθε φορά που κάτι συνέβαινε, κάθε φορά που υπήρχε πρόβλημα σ’ εκείνον θα τηλεφωνούσε. Και κάθε φορά αυτός θα έτρεχε, ποτέ δε θα την απογοήτευε. Μόνο που τον σκεφτόταν, χαμογελούσε.

Εκείνη την ώρα σα να ξύπνησε απότομα από ένα λήθαργο, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο πίσω της. Η ώρα ήταν έξι και μισή. Μ’ αυτά και μ’ αυτά αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. 6 και μισή είπε δυνατά. Άρχισε να ανησυχεί. Μήπως την ξέχασαν; Αποκλείεται. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. 5:30, 6 παρά το αργότερο θα ήταν εκεί. Τώρα όμως στεκόταν μόνη στο σταθμό. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Ούτε επιβάτης να περιμένει, ούτε υπάλληλος μέσα στο παλιό πέτρινο κτίριο. Απόλυτη ησυχία. Αυτή ακίνητη μέσα στο μαύρο παλτό της, για λίγο νόμισε πως μπορούσε να ακούσει την ανάσα της. Κοίταξε δεξιά αριστερά. Δεν υπήρχε κάποιο τηλέφωνο εκεί και το κινητό της από ώρα ήταν άδειο από μπαταρία. Η ανησυχία άρχισε να γίνεται εκνευρισμός.

Γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη;

Ξαφνικά η αναμονή και η ερημιά έμοιαζαν ανυπόφορες. Η απίστευτη σιγή του σταθμού ήταν εξωπραγματική, βγαλμένη από κάποιο μακρινό φόβο. Λύγισε για λίγο τα γόνατα, σκέφτηκε να καθίσει κάτω, να ξεκουραστεί για λίγο. Πέρασαν άλλα πέντε λεπτά. Στάθηκε πάλι στα πόδια της. Δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται έτσι από μια ελάχιστη αργοπορία. Δεν είναι δυνατόν έτσι απότομα να καταρρέει λόγω μιας μικρής ασυνεννοησίας. Πάλευε να κρατήσει το κορμί της στητό, το κεφάλι ψηλά σα να μην τρέχει τίποτα, σα να μην περιμένει κανένα. Το μήνυμα, σκέφτηκε, το μήνυμα, πώς μπορεί να το ξέχασαν;

«Γιατί δεν είναι εδώ ο θείος Τ.;» μονολόγησε. Τον έψαχνε με το βλέμμα ανάμεσα στα παγκάκια του σταθμού κι ας ήξερε πως δεν ήταν εκεί. Άλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι ο θείος Τ. εδώ και καιρό δεν είναι πια αυτός που ήταν. Δεν γελάει δυνατά και ξάστερα, όπως παλιά, παρά έχει μια μόνιμη θλίψη στα μάτια. Τα ξενύχτια στα νοσοκομεία, τα φακελάκια στους γιατρούς και η συνεχής ανάγκη να περιποιείται τη θεία τον είχαν καταβάλλει. Η ίδια με τα χρόνια παραξένεψε. Δεν ήθελε ξένη γυναίκα να τη φυλάει, δεν άφηνε κανέναν άλλο εκτός από το θείο να την βλέπει με τη νυχτικιά ή γυμνή, τσακωνόταν για το παραμικρό με τους γιατρούς, έδιωχνε τις νοσοκόμες. Ο Τ. είχε γίνει ένα αμίλητο και στεγνό ανθρωπάκι, που περιφερόταν στους κρύους διαδρόμους ψάχνοντας νέα για την άρρωστη ή εκλιπαρώντας για κάποια δευτερόλεπτα ηρεμίας. Οι πόνοι της θείας κάθε μέρα όμως δυνάμωναν. Αυτός τα είχε χαμένα. Τον ανάγκασε να την πάρει από το νοσοκομείο και να αφοσιωθεί στη φροντίδα της στο σπίτι τους. Εκεί, έπειτα από μήνες στο ίδιο δωμάτιο, που είχε ποτιστεί από τη μυρωδιά φαρμάκων και την κλεισούρα, ο Τ. άρχισε να τα χάνει. Τα μπουκαλάκια, οι ενέσεις, οι πάπιες, τα σφαλισμένα πατζούρια, το μόνιμο σκοτάδι πείραξαν το μυαλό του. Μια μέρα τον άκουσαν να ουρλιάζει απειλώντας θεούς και δαίμονες. Ύστερα, το ίδιο βράδυ κιόλας, την έκλεισε σε μια κλινική κι από τότε το μόνο που τους συνδέει είναι μια επιταγή που κάθε μήνα ανανεώνει το δικαίωμά της να πεθάνει σ’ ένα κρεβάτι με καθαρά σεντόνια εκεί. Ο ίδιος λέει ότι όλα αυτά είναι ψέματα. Λέει ότι η θεία είναι ακόμη στο κρεβάτι που ξάπλωναν μαζί τόσα χρόνια κι ακόμη τη φροντίζει όσο μπορεί. Αυτοί όμως όσο κι αν δε μιλάνε, ξέρουνε.

Κοίταξε πάλι το ρολόι. 7 παρά δέκα. Ούτε ο θείος ούτε κι ο Σ. Τον Σ. όμως, ποτέ δεν το περίμενε στ’ αλήθεια. Ο Σ. ήταν ένας μικρός απατεώνας. Δεν το ήξερε κανείς, αλλά εδώ και έξι μήνες είχε παρατήσει τη σχολή. Κάποιες φήμες λένε πως πηγαινοέρχεται στα σύνορα κάνοντας ύποπτες δοσοληψίες κι άλλοι ψιθυρίζουν πως το παιδί απλά τρελάθηκε. Λένε πως τον είδαν να κοιμάται μαζί με αδέσποτα σκυλιά κι άλλοι πως ένα βράδυ χτυπούσε με μανία μια Ρουμάνα πίσω από το σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν ένας φευγάτος, βλάστημος διάολος που παρενοχλούσε τους γονείς του στέλνοντάς τους πότε επιστολές αυτοκτονίας και πότε ψεύτικες κάρτες από τη Βραζιλία. Βέβαια μετά απ’ όλα αυτά δε θα εμφανιζόταν σ’ αυτή τη συγκέντρωση.

Καθόλου σίγουρη δεν ήταν πως θα εμφανιζόταν κι η παιδική της φίλη η Μ. Γι’ αυτήν το σχέδιο εκείνης της Κυριακής φαίνεται ότι δεν ήταν μια απλή φευγαλέα έκλαμψη, ένα παιχνίδι δύο κοριτσιών. Η φυγή την κυνηγούσε και δεν μπορούσε να σταματήσει να πιστεύει ότι υπάρχει μια στενή φυλακή και ένα κελί χτισμένο ειδικά για εκείνη. Αυτά φυσικά δεν τα είπε ποτέ στον άντρα της. Πίστεψε ότι αυτό το φόβο, την υπερβολική ανησυχία θα τα εξαφανίσει η αγάπη του. Αργότερα, πίστεψε ότι το παιδί θα δείξει και σ’ αυτή ότι υπάρχουν αγκαλιές που δεν σε λιώνουν με τη δύναμή και την απαίτησή τους. Έκανε λάθος, έκανε συνεχόμενα λάθη. Η ασφυξία μέρα τη μέρα μεγάλωνε. Ασφυξία, είπαν οι γιατροί, ήταν η αιτία θανάτου για το ενός έτους παιδί της. Το πλάκωσε στον ύπνο της, ήταν εξαντλημένη και δεν μπόρεσε να ξυπνήσει, είπαν οι αστυνομικοί και οι δικηγόροι. Ο άντρας της το δέχτηκε αναντίρρητα και μεγαλόψυχα, δεν είχε λόγο να την αμφισβητήσει. Αυτή όμως, που ήξερε καλύτερα, αυτή μπορούσε να φανταστεί το σφίξιμο των χειλιών, το πλάκωμα, το κλάμα και την οργή. Αυτή μπορούσε να φανταστεί τη Μ. να ζητάει συγχώρεση από το παιδί της πριν αρχίσει να ρίχνει το βάρος μιας ζωής κι ενός κόσμου ολόκληρου πάνω στο μικρό του σώμα.

Ούτε αυτή βέβαια θα ερχόταν. Ούτε στο τραπέζι, ούτε στο σταθμό να την παραλάβει. Δε θα τολμούσε να εμφανιστεί μπροστά στον παππού που κάνοντας κύκλους μες στην αυλή μπορούσε μόνο να ψελλίσει «φόνισσα, αλλοίμονο. Φόνισσα»

Ήταν 7. Δεν μπορεί. δεν θα έρθει κανείς, σκέφτηκε. Και το μήνυμα, το μήνυμα που έλεγε ότι θα την έπαιρναν από το σταθμό; Όλα είναι μια φάρσα λοιπόν, ένα κακόγουστο αστείο. Η μόνη της ελπίδα ήταν πια ο Π. Ο αγαπημένος της Π. Ο φίλος κι αδελφός. Ο Π. Ο Π. που φυσικά δε θα ερχόταν. Έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει ο Π. Γιατί, όπως ήδη κατάλαβες, δεν υπάρχει Π. Γιατί οι γονείς της είναι ζωντανοί, αυτή δε συζητάει με κανέναν τα δικά της, ούτε φυσικά έχει κάποιον να παίρνει τηλέφωνο οποιαδήποτε ώρα θελήσει. Στην πραγματικότητα η ατζέντα της είναι γεμάτη από τηλέφωνα νεκρών συγγενών και αντιπαθητικών συναδέλφων. Το μήνυμα δεν ήταν καν ένα αστείο ή κάποια μασκαρεμένη κακεντρέχεια. Όλα ήταν ψέματα. Το μήνυμα, το τραπέζι, η μουριά, το χωριό. Η θείος Τ., η παιδική φίλη Μ., ο Σ. ή ο Π. Ανύπαρκτα πρόσωπα, πλάσματα της φαντασίας της. Η αναμονή ήταν μια δοκιμασία στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό της. Όταν μπήκε στο τρένο το πρωί δεν ήξερε που θα πάει. Δεν είχε καμία πρόσκληση. Όταν κατέβηκε σ’ αυτόν τον τυχαίο σταθμό, σ’ αυτό το ετοιμόρροπο πέτρινο κτίριο δεν περίμενε κανέναν. Έπαιζε θέατρο συνεχώς, έδινε μια παράσταση χωρίς θεατές. Με άλλα λόγια δημιούργησε και έζησε μία ήρεμη απελπισία δίχως αποδέκτες ή προοπτική.

7:23. Έφτασε το επόμενο τρένο. Χωρίς να πάρει τις βαλίτσες της, που έτσι κι αλλιώς ήταν άδειες, ανέβηκε στο βαγόνι που ήταν σταματημένο μπροστά της και ακολούθησε τον κόσμο στην ατέλειωτη ροή του. Κάθισε, απελπισμένη κι ήρεμη, και κοίταξε το τοπίο που έτρεχε παράλληλα με τις ράγες.

Στη φωτό η Hilary Swank παρακολουθεί, μες στην ερημιά του σταθμού ή του studio, τη σκιά της που μάταια προσπαθεί να ξεφύγει απ’ τον εαυτό της.

→ 9 CommentsΚατηγορίες: lost in hollywood · παρένθεση

η γιορτή αργεί πολύ ν’ αρχίσει

Ιούνιος 9, 2008 · Δίχως Σχόλια

Γυρνώντας τις νύχτες στους δρόμους της πόλης, αρχίζω να φοβάμαι ότι σε λίγο καιρό, όταν λέμε διασκέδαση, θα αναφερόμαστε αποκλειστικά στα τσιφτετέλια των τηλεοπτικών εκπομπών. Καφετέριες, ταβερνεία και κυριλέ restaurant, κάνουν ότι μπορούν για να απομακρύνουν οριστικά τους θαμώνες. Ποτά που κοστίζουν όσο ολόκληρο το μπουκάλι, κάκιστη εξυπηρέτηση και επαναλαμβανόμενες άθλιες play list περιγράφουν αρκετά καλά το μεγαλύτερο ποσοστό των μαγαζιών που διεκδικούν κομμάτια του ελεύθερου χρόνου μας. Δε θα είμαι υπερβολικός αν πω ότι ο τρόπος που διασκεδάζουμε κινδυνεύει να μεταλλαχτεί σε ένα ατελείωτο, πληκτικό και στριμώκωλο σκυλάδικο. Το γεγονός όμως ότι γεμίσαμε κακόγουστα και πανάκριβα μαγαζάκια δε δείχνει να ανησυχεί το κοινό, το οποίο μάλλον εύκολα βολεύεται με την αδιάκοπη πασαρέλα και την ακατανόητη επίδειξη κοινωνικού status. Δεν είναι λίγα τα Σαββατόβραδα που οι εξοδούχοι μοιάζουν εξόριστοι σε χώρους που η πόζα και η απληστία έχουν σκοτώσει από καιρό.

Η παραίτηση από το ξέσπασμα και τη γιορτή για χάρη ενός άοσμου και άγευστου στυλ δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η πρόχειρη αντιμετώπιση του γλεντιού, η περιφρόνηση της συντροφιάς και της μουσικής βγάζει μάτι ακόμη και στις διάφορες εκδρομές μακριά απ’ την πόλη. Πέρσι τον Ιούλη ταξίδεψα στην Αστυπάλαια. Στο καφενείο που μ’ έβρισκαν όλες σχεδόν οι νύχτες, μόνιμη και αποκλειστική συνοδεία απ’ τα ηχεία είχαμε τους γνωστούς, απ’ τις τηλεοπτικές εκπομπές, νησιώτες Γιαννούλη και Βαζαίο. Τα τελευταία καλοκαίρια, στα λιγοστά πανηγύρια που πήγα σε χωριά της Αρκαδίας, το κλαρίνο είχα την εντύπωση πως πασχίζει να αλαφρύνει όσο είναι δυνατόν. Εκεί, τα τραγούδια της Θώδη έδιναν και έπαιρναν.

Ακόμη λοιπόν και εκεί που το τοπίο, το κόκκινο κρασί και η ρακή, αποζητούν απεγνωσμένα το αυθεντικό, εμείς με ευκολία το ανταλλάσσουμε με προϊόντα τηλεοπτικής αισθητικής. Μάλλον είναι και τα μόνα που καταλαβαίνουμε, άλλωστε. Πώς αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός ότι έβλεπα γενειοφόρους, θαλασσοδαρμένους ψαράδες και σιωπηλούς βοσκούς να εκφράζουν την προτίμησή τους στα παραπάνω άσματα; Η αγωνία, το άγριο μεθύσι, η μελαγχολία της παρέας πάνε περίπατο για χάρη του εύκολου γέλιου και της χοντροκομμένη πλάκας. Τραγουδάκια δίχως την παραμικρή ικανότητα να συνομιλήσουν με το τοπίο ή τις βαθύτερες πίκρες κάθε ανθρώπου, παίρνουν πρώτη θέση στα κατ’ όνομα μόνο γλέντια μας και αδυνατούν να μας παρασύρουν στον επώδυνο όσο και λυτρωτικό χορό.

Ίσως γιατί κανείς δε θέλει να βγει πραγματικά, να χορέψει και να γυρίσει μεθυσμένος σπίτι, όχι βέβαια από το ποτό-μπόμπα που ήπιε, αλλά από την ίδια τη μαγεία της βραδιάς. Βέβαια, αυτό που θέλει το κοινό αυτές τις μέρες, είναι να καταναλώσει φεστιβαλικές εκδηλώσεις. Τον υπόλοιπο χρόνο απλώς συρρέει μαζικά στα σημεία που οι οδηγοί πόλης αναφέρουν ως επιβαλλόμενους προορισμούς. Κανείς δε φαίνεται να ψάχνει για διέξοδο, αντίθετα μας είναι αρκετό να είμαστε παρόντες σε άλλη μια θεατρική παράσταση ή σε άλλο ένα «ψαγμένο» μπαράκι.

Κάπως έτσι, ξαφνιάστηκα όταν άκουσα ένα απόγευμα σε μαγαζί της Ναυαρίνου στα Εξάρχεια εκείνη τη μουσική. Συνηθισμένος στις γνωστές επιτυχίες που παίζονται στο ραδιόφωνο μόνο και μόνο για να γίνουν κάποτε ringtone, δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω το κανονάκι και το κλαρίνο. Ύστερα μια σύντομη κουβέντα για τον Kazim Koyuncu, μου θύμισε την τελευταία ταινία του Φατίχ Ακίν. Στο έργο του, «Η άκρη του ουρανού» ακούγαμε πάλι τέτοια μουσική και παρακολουθούσαμε τον πρωταγωνιστή καθώς οδηγούσε στους δρόμους του Πόντου. Όλο το τοπίο ήταν γνώριμο και αξέχαστο, όπως η διαδρομή για το χωριό σου. Το κανονάκι και η θάλασσα στο πλάι, ήταν εκείνη τη στιγμή μια απλή υπενθύμιση ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί και τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.

Κάποτε είναι καλό να τελειώνει η ώρα της μιζέριας και της γκρίνιας. Οι δρόμοι κι οι πλατείες καλώς ή κακώς ανήκουν ακόμη στους ήσυχους πολίτες του καναπέ, δηλαδή σε όλους εμάς. Με άλλα λόγια τα παγκάκια της γειτονιάς, οι παιδικές χαρές και τα σκαλάκια των σπιτιών είναι ο χώρος μας και βρίσκονται εκεί για να στήνουμε εμείς αυτοσχέδιες γιορτές. Με τις μουσικές να ξεχειλίζουν από τα ανοιχτά παράθυρα και την παρέα να περιφρονεί τα ρολόγια, είναι ώρα να διεκδικήσουμε κάτι από το παλιό, ανάρμοστο και απελευθερωτικό γλέντι. Κι αν η αποτυχία τέτοιων εγχειρημάτων μοιάζει σίγουρη, τουλάχιστον μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να γνωρίσουμε αυτούς, που χρόνια τώρα μένουν σιωπηλοί στο διπλανό διαμέρισμα.

υγ. κειμενάκι γραμμένο για το πειραιώτικο passtoport

→ No CommentsΚατηγορίες: του λιμανιού

3. το μαχαίρι

Ιούνιος 6, 2008 · 7 Σχόλια

Περίμενε ακόμη στο μαγαζί. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 4. Δηλαδή είχε ήδη καθυστερήσει δύο ώρες. Κοίταζε συνεχώς μια την πόρτα, που έχασκε μισάνοιχτη, μια τους αργοκίνητους λεπτοδείκτες. Το μεσημέρι ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση. Μοναδικοί πελάτες μερικοί γείτονες που έμεναν από τσιγάρα ή κάποιος διψασμένος περαστικός που σταματούσε για αναψυκτικό. Ο Ιούλιος έσταζε από τα air condition και τον ιδρώτα και εκείνη ήταν κολλημένη μέσα στο στενόμακρο χώρο, πνιγμένη από πατατάκια και περιοδικά ποικίλης ύλης.

Της είχε πει δύο το αργότερο θα είναι εκεί. Θα πήγαινε πρωί πρωί στην τράπεζα και μετά θα καθόταν λίγο σπίτι, ίσως να έριχνε μια ματιά στο φως της τουαλέτας που είχε χαλάσει, θα έπαιρνε απ’ το σχολείο το παιδί, θα το άφηνε στη μάνα του και θα ερχόταν στο μαγαζί. Της είχε υποσχεθεί το αργότερο 2 θα είναι εκεί. Τώρα αυτή έλιωνε μαζί με το πεζοδρόμιο ανίκανη να αντιμετωπίσει το ασφυκτικό μεσημέρι.

Σηκώθηκε. Δεν άντεχε άλλο. Άρχιζε να κόβει βόλτες μέσα έξω στο κατάστημα. Η μπλούζα είχε κολλήσει πάνω της. Άνοιξε μια μπύρα και την κατέβασε σχεδόν μονορούφι. Αυτό ήταν. 4:30 πήγε. Πήρε τα κλειδιά που ήταν ακουμπισμένα όπως πάντα δίπλα στην ταμειακή μηχανή, τράβηξε την πόρτα πίσω της, και έφυγε. Περπατούσε γρήγορα. Με τεράστιες, πρωτοφανείς για τα μέτρα της, δρασκελιές πέρασε μπροστά από το κλειστό μανάβικο, το περίπτερο του Γιώργου, την πλατεία που λιάζονταν τα αδέσποτα, το video club που ήταν ακόμη κλειστό λόγω ανακαίνισης και το άδειο καφενείο. Δε σταμάτησε στο φανάρι, ούτε άκουσε τις βλαστήμιες του ταξιτζή που αναγκάστηκε να φρενάρει εντελώς απροσδόκητα για να μη τη χτυπήσει, έστριψε στο φούρνο και έφτασε στη γνώριμη πολυκατοικία.

Με ένα συνδυασμό εξαντλητικού θυμού και ανατριχιαστικής ηρεμίας άνοιξε την εξώπορτα. Δεν μπορούσε να περιμένει το ασανσέρ και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Ο ιδρώτας τώρα πλημμύριζε το πρόσωπο, χωνόταν ανάμεσα στα πόδια και σχημάτιζε μικρούς λεκέδες στο παντελόνι.

μου είχε πει, δύο το αργότερο. Είναι ήδη 4:30. Δεν αντέχω άλλο αυτό το κωλομεσημέρι. Αυτή η ζέστη με τρελαίνει. Δε μ’ αρέσει μεσημέρια να κάθομαι εκεί μέσα. -δε γίνεται αλλιώς, της είχε πει- Και του απάντησα χίλιες φορές, τότε να βάλουμε ένα κλιματιστικό. Αυτός εκεί κολλημένος, το θεωρεί περιττό. Περιττό είναι απ’ ότι φαίνεται να μιλάω. Περιττό να λέω ότι χρειάζομαι κλιματιστικό. Περιττό είναι να ζεσταίνομαι.

Πρώτος όροφος. Τρέμουν τα πόδια της. Ακούει φωνές απ’ το διαμέρισμα της κυρίας Κ. Τσακώνεται φαίνεται με τον άντρα της. Αυτή η κάψα θα μας διαλύσει όλους, σκέφτεται. Ακούει την κυρία Κ. να εκτοξεύει βρισιές, ποτήρια και χολή στον απέναντι ξένο, που κάποτε, μπορεί και να ήταν ο σύντροφός της. Πνιγμένες φωνές κι ύστερα βήματα βιαστικά στο πάτωμα. Αυτός δεν μιλάει καθόλου. Ποτέ δεν μιλάει, άμα τον πετύχεις στο διάδρομο απλά σου γνέφει. Συνεχίζει να ανεβαίνει.

Σκαλοπάτια βρώμικα, πατημασιές και χώματα στις άκρες. Αρχίζει και κουράζεται. Κόβεται η ανάσα. Σήμερα άργησε πάρα πολύ. Δε μπορεί να περιμένει όλη μέρα εκεί μέσα. Την ενοχλούν τα κουτάκια, οι τσίχλες, η μαλακία που έχει βάλει στην πόρτα και κάθε τόσο χτυπάει τάχα να καταλάβεις ότι κάποιος μπήκε. Η μαυρίλα των εφημερίδων στα χέρια της, η γαμημένη η κυρία Κατερίνα με το κωλοπεριοδικάκι της. Μια φορά την εβδομάδα έρχεται να αγοράσει το πρόγραμμα της τηλεόρασης με εξώφυλλο κάποιον άθλιο, χαμογελαστό ηθοποιό. Την επόμενη φορά δε θα της το δώσει, θα τη διώξει. Θα την πετάξει έξω κι αυτήν και το αδιάφορο περιφρονητικό της ύφος.

Δεύτερος όροφος. Τα παιδιά λυσσάνε, γέλια, στριγκλιές, σπρωξίματα. Κανείς δεν κοιμάται στην πολυκατοικία. Σφίγγει τα δόντια. Το αίμα της βράζει. Τα παιδιά που παίζουν. Το δικό της στο σπίτι της μάνας του. Να δεις που θα το άφησε εκεί και θα γύρισε να δει τηλεόραση. Κάθεται με τις ώρες σιωπηλός και χαζεύει τα πόδια μιας πλαστικής παρουσιάστριας. Λαχταράει να χωθεί ανάμεσα στα σκέλια της. Τον βλέπει να κοιτάζει σαν έφηβος που ψήνεται στον πυρετό μπροστά σε αφίσες περιοδικών. Δεν έχει καν το θάρρος να της πει μια κουβέντα, να παραδεχτεί τη δίψα του. Μόνο κάθεται εκεί και ακούει για το καινούριο cd μιας ημίγυμνης καριόλας.

Τρίτος όροφος. Έφτασε. Ανοίγει την πόρτα. Ησυχία. Μόνο η τηλεόραση ξεχασμένη να παίζει κάποιο τηλεπαιχνίδι. Εκεί, όλοι περνάνε καλά. Πηγαίνει στην κουζίνα. Κοιτάζει τα ντουλάπια, το καινούριο ψυγείο. Πιάνει την ποδιά της, ύστερα σιγά παίρνει τα καθαρά και τα τακτοποιεί στη θέση τους. Ξεχνιέται για λίγο μόνο κι έπειτα θυμάται ότι αυτός είναι εκεί. Ξαπλωμένος. Κοιμήθηκε και την ξέχασε. Ακουμπάει και το τελευταίο ποτήρι στο ράφι και πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρα. Κρατάει ακόμη ένα μαχαίρι. Αγνοεί κι η ίδια αν πρόκειται για αφηρημάδα ή για μια αόριστη υπόσχεση.

Μπαίνει στο δωμάτιο και τον βλέπει ξαπλωμένο να βαριανασαίνει. Δίπλα του κοιμάται το παιδί. Δεν το πήγε τελικά στη γιαγιά του. Πλησιάζει στο κρεβάτι. Αρχίζει να ονειρεύεται το δευτερόλεπτο εκείνο που το μαχαίρι θα κόβει μέχρι μέσα το λαιμό του. Φαντάζεται την πληγή που θα ανοίγει το μαχαίρι, που τόσα χρόνια ακουμπισμένο στο τραπέζι της κουζίνας χρησιμοποιούσαν για να κόβουν ψωμί. Κάθε βράδυ, κάθε μέρα το ίδιο αυτό αντικείμενο σημαντικό μέρος της ζωής και της ευτυχίας τους. Τώρα θα χαράξει ένα τέλος στο στήθος του άντρα της.

Έσφιξε στα χέρια της το μαχαίρι, το έφερε κοντά στο λαιμό του και έμεινε ακίνητη. Ο ιδρώτας έκανε τα δάχτυλα να γλιστράνε. Κοίταξε τον άντρα της που αγκάλιαζε, σα να σκεπάζει, το παιδί τους. Δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Σχεδόν ακούμπησε το μαχαίρι στην καρωτίδα του. Δε μπορούσε να τον σκοτώσει. Κράτησε την ανάσα για δύο δευτερόλεπτα και αμέσως, με μια αστραπιαία κίνηση, έσπρωξε το μαχαίρι, με όση δύναμη είχε, στο στομάχι της. Ύστερα ξάπλωσε δίπλα τους ήσυχα και παρόλο που ο πόνος και το κάψιμο γίνoνταν όλο και πιο αφόρητα μέσα της, δεν έβγαλε άχνα. Έτσι πεθαίνει λοιπόν κανείς. Γρήγορα κι επώδυνα, χωρίς να σ’ αγκαλιάζουν γλυκές μνήμες ή αιθέριες μουσικές. Έμεινε εκεί να κρατάει σφιχτά με το ένα χέρι το μαχαίρι και με το άλλο το στόμα της. Δεν ήθελε να φωνάξει, να κλάψει ή να προσπαθήσει να σωθεί. Δε θα διόρθωνε το λάθος της (κι όταν λέει λάθος αναρωτιέται κι η ίδια αν τελικά το λάθος ήταν η απροσδόκητη και αιματηρή παρόρμηση ή όλη η ζωή της). Περίμενε απλά ακίνητη να τελειώσουν όλα, σα να ήταν ο θάνατος αυτός κάτι αναπόφευκτο κι οριστικό.

Αυτός δεν κατάλαβε τίποτα. Μόνο όταν, χωρίς να το θέλει, ακούμπησε πάνω στο σεντόνι που είχε πια μουσκέψει. Το παιδί ξύπνησε απ’ τις φωνές του.

Υγ. στις φωτό η Nurgül Yesilçay ρίχνει μια ματιά σε κάθε παράλογο ή αναμενόμενο τέλος και ήρεμα αντιλαμβάνεται και τα δύο.

→ 7 CommentsΚατηγορίες: lost in hollywood · παρένθεση

νυχτερινά στιγμιότυπα

Ιούνιος 2, 2008 · 7 Σχόλια

Για καιρό, στις διάφορες βραδινές εξόδους παρατηρούσαμε την αντίδρασή τους. Φτάνοντας στην μπάρα, έσκυβα προς τον barman ή τη barwoman και έλεγα κοφτά, ένα ουίσκι. Τότε, εισέπραττα τη λογική, βέβαια, ερώτηση: τί ουίσκι θέλετε; Εμείς πάλι ψάχναμε ακριβώς το αντίθετο. Ήθελα μια φορά να μην ακούσω τίποτα, να μη μου ζητηθεί καμιά εξήγηση. Ήθελα ο απέναντι να μη δώσει σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Να πιούμε θέλουμε άνθρωπέ μου, όχι να κάνουμε τους γευσιγνώστες. Αν είχαμε συγκεκριμένες, ιδιαίτερες προτιμήσεις δε θα ερχόμαστε μεσάνυχτα σε τέτοιου είδους καταφύγια και καταγώγια. Για την ακρίβεια, έψαχνα εκείνο το συνομωτικό ύφος του συμπότη που καταλαβαίνει ότι αυτό που έχει σημασία είναι να μην αδειάζει ποτέ το ποτήρι. Αρκούσε ένα βλέμμα κατανόησης κι ένα ξέχειλο ποτήρι για να είμαστε όλοι ευτυχισμένοι. Γιατί φυσικά στις δύο και τρεις τη νύχτα δεν αναζητούσα σωστή εξυπηρέτηση ή εξεζητημένες γεύσεις. Ότι μας ενδιέφερε ήταν η κατρακύλα, το γλυκό και αφόρητο παραμιλητό του αλκοόλ.

Μετά από κάποιο καιρό είχαμε σχεδόν αποδεχτεί το γεγονός ότι κανείς δε θα υποψιαζόταν τη σιωπηλή μας παράκληση. Θα ήμαστε καταδικασμένοι να επιλέγουμε μάρκες και ετικέτες μέχρι το τελευταίο ποτήρι του μεθυσιού. Θα έπρεπε να διαλέγουμε το ένα ή το άλλο, ενώ κι εμείς και όλο το μαγαζί ξέραμε καλά ότι τα καθαρά ποτά υπήρχαν μόνο στις σελίδες των οδηγών πόλης.

Πρέπει να ήταν πέρσι το Πάσχα όταν στο επαρχιακό μαγαζί η δεκαοχτάχρονη barwoman έδωσε τη λύση, αφού πλέον είχαμε σχεδόν πειστεί ότι η αναζήτηση μας θα συνέχιζε άδοξα για χρόνια. Όταν λοιπόν ζήτησα ένα ποτό, η εν λόγω κοπέλα γύρισε αμέσως και χωρίς δισταγμό άρπαξε το μπουκάλι που βρισκόταν κάτω δεξιά της και μου γέμισε το ποτήρι. Αυτό που πραγματικά μας αποτελείωσε ήταν ότι το ουίσκι που επέλεξε χωρίς δεύτερες σκέψεις ή περιττές ερωτήσεις ήταν το περίφημο VAT69, το οποίο και θεωρούσα ότι είχε πια χαθεί οριστικά στα ασπρόμαυρα στιγμιότυπα παλιών ελληνικών ταινιών. Αφού τσουγκρίσαμε λοιπόν με το Βουτσά και τον Ηλιόπουλο, ήπια ήσυχα το πιο γλυκό ουίσκι, περιμένοντας στο σκαμπό μου την Καραγιάννη να χορέψει μαζί μας.

………………………………………………………………………………………………………………

Παραμονές δεκαπενταύγουστου και στο ίδιο κολαστήριο που συντελέστηκε το παραπάνω θαύμα, πιάσαμε κουβέντα με μια παλιά σερβιτόρα. Αυτή κυκλοφορούσε αιωνίως με τα μαλλιά πιασμένα, από κει και το προσωνύμιο κορδελάκι. Όταν αρχίσαμε τα σφηνάκια, αυτό το κατά τα άλλα γλυκό κορίτσι, φανέρωσε πραγματικά υπεράνθρωπες και θαυμαστές δυνάμεις. Πίνοντας ποτά, σφηνάκια μαζί μας και μερικά ακόμη με φίλους της απ’ το μαγαζί, συνέχιζε να χορεύει ατάραχη και ακούραστη. Πρέπει να είχε ξεπεράσει κατά πολύ τα δεκαπέντε σφηνάκια τεκίλα και έμοιαζε φρέσκια και νηφάλια. Όταν ξημέρωνε εγώ έψαχνα το στομάχι μου σε κοντινά χωράφια και παρακείμενα πεζοδρόμια και οι άλλοι παραπατούσαν, παλεύοντας να ψελλίσουν υποτιθέμενα νεότερα για το πλαστικό συκώτι, ανακάλυψη απαραίτητη που όπου να ‘ναι θα πλημμύριζε την αγορά και θα μας έκανε πραγματικά ευτυχισμένους. Εκείνη πάλι έκανε μια εντυπωσιακά ήρεμη έξοδο από το μαγαζί και αφού καληνύχτισε πρέπει να πήγε σπίτι να διαβάσει «καθημερινή». Τόσο σοβαρή και σίγουρη φαινόταν.

Από εκείνο το καλοκαίρι (πάνε πολλά χρόνια από τότε) δεν την ξαναείδαμε. Δεν το συζητάμε μεταξύ μας, αλλά όλοι μοιραζόμαστε την ίδια ανησυχία, ότι η νύχτα εκείνη απέβη για το κορίτσι μοιραία. Τόσο αλκοόλ, τόση μανία κι εκείνη να χορεύει αργά με μια χαλαρότητα που τρομάζει. Νομίζω πως κάπου κάπου ακόμη τη σκεφτόμαστε να γυρνάει σπίτι και, μη μπορώντας να χωνέψει τόση νύχτα και τόσο οινόπνευμα μαζεμένο, να τελειώνει στο μέσο μιας απόκοσμης βουβαμάρας. Φοβόμαστε ίσως να πούμε ότι εκείνη η μυστήρια νηφαλιότητα δε μπορεί παρά να ήταν ένα ξεκάθαρο σημάδι τέλους, ένα προσωρινό και απαράδεκτο πάγωμα του χρόνου. Το τίμημα για μια τέτοια παραβίαση της φυσιολογικής λειτουργίας του σώματος δε μπορεί παρά να είναι βαρύ. Η εξαφάνισή της λοιπόν αναμφίβολα ισούται με ένα θάνατο πρόωρο, όσο και αναπόφευκτο, που θα πρέπει να τη συνάντησε λίγο αργότερα, την ώρα που ξάπλωνε αδιάφορα πάνω στα καθαρά σεντόνια, με τη μορφή μιας ξαφνικής ασφυξίας ή ενός επίμονου πόνου ακριβώς στο κέντρο του θώρακα. Αυτό το άδικο και παντελώς απίθανο τέλος φανταστήκαμε γι’ αυτήν, που αψήφησε τη βέβαιη ζάλη και τον αδίστακτο πάτο του ποτηριού.

………………………………………………………………………………………………………………

Τον ίδιο πάνω κάτω καιρό, λίγο πριν τους καύσωνες ή τις επιθέσεις των κουνουπιών συνήθιζαν να χτυπάνε κάτι περίεργες βραδιές. Νύχτες που κυλάνε μακριά από μπαρ και ωραίες ταινίες, όταν απ’ τη ζέστη ιδρώνουν ακόμη και τα σεντόνια, νύχτες που πέφτουν βαριές πάνω στους ώμους μας, σαν ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες αναμονής, σε παλιό νοσοκομείο. Οι κόκκινες νύχτες για να παραφράσω λίγο τη Χόλυ Γκολάιτλυ. Είναι τότε που ο εαυτός μας, που βρίσκει μόνιμο καταφύγιο στην παρέα και μπορεί να κοιτάζει μια γυναίκα να κοιμάται για ώρες, ο ίδιος αυτός εαυτός αρνείται να αντικρύσει τον οποιονδήποτε και παλεύει με τις ασφυκτικές παρουσίες των γύρω του. Το πιο καταπιεστικό πράγμα είναι η αγάπη των άλλων, θα πει ο Πεσσόα. Αυτή η μέγγενη, η ζωή σου όπως την ονειρεύτηκαν οι άλλοι, τις κόκκινες νύχτες τρυπώνει ύπουλα ανάμεσα στα τραγούδια που ακούς μόνος στο δωμάτιο. Το κρεβάτι κάθε δευτερόλεπτο είναι στενό ή τεράστιο, νιώθεις να χάνεσαι. Το σπίτι το ίδιο είναι ένας φούρνος, μια φυλακή που λιώνει και όμως παραμένει στέρεη μπροστά σου.

Αυτή η μιζέρια και η, μάλλον αναπόφευκτη κάποιες στιγμές, ματαίωση όσο ισχυρή κι αν είναι, αδυνατεί βέβαια να αποκρύψει ότι από χθες ήρθε το καλοκαίρι. Το μαρτυράνε άλλωστε οι ώμοι που σα να κοκκινίσανε ξανά ή η αλμύρα στα μαλλιά της. Το μαρτυράνε οι υπέροχοι χαιρετισμοί και τα καλωσορίσματα. Δύο Ιουνίου. Σαν παγωμένη μπύρα και σαν υπαίθρια γιορτή ήρθε και πάλι η εποχή των φιλιών.

Ψωμί, τυρί και σταφύλια

- και να τα τρώω με τα δάχτυλα.

Και, στο τέλος, κρύο νερό

- νεράκι του Θεού.

Ηλίας Πετρόπουλος (Παρίσι, 21-5-1994)

→ 7 CommentsΚατηγορίες: διάφορα · τα ελάχιστα

2. ο δρόμος

Μάιος 29, 2008 · 5 Σχόλια

Την κοιτάζω σχολαστικά και δύσπιστα. Αυτή τη γυναίκα που λείπει απ’ το σπίτι εδώ και μήνες. Μ’ ένα μικρό αμαξάκι τριγυρνάει στους επαρχιακούς δρόμους και τις ατελείωτες λεωφόρους. Μερικοί λένε πως την είδαν στη λίμνη της Καστοριάς, στο δέλτα του Έβρου να χαζεύει τα πουλιά, στη μεγάλη ευθεία της Τρίπολης να τρέχει σαν παλαβή τα μεσημέρια, σε εγκαταλελειμμένους σταθμούς τρένων στην Αρκαδία, σε κάποιο σπίτι στη Λουιζιάνα, στο αεροπλάνο για τη Λισαβόνα, σε ένα καραβάκι στα κανάλια του Άμστερνταμ και πάει λέγοντας. Εσύ βέβαια να μην πιστέψεις τίποτα.

Αυτή χαμογελάει σα να άκουσε μόλις το καλύτερο νέο του κόσμου. Φοράει ένα χιλιοφθαρμένο τζιν και το κόκκινο κοντομάνικο που κόλλαγε πάνω της, όταν ακόμα ήταν στη σχολή. Χαμένη για μήνες από την οικογένεια, τους φίλους, τον προϊστάμενο, απολαμβάνει το σάστισμά μου. Λέει πως πρέπει να φτάσει με κάποιο τρόπο στην Καβάλα. Εκεί έχει αφήσει το αυτοκίνητό της. Το παράτησε στην άκρη του δρόμου ξαφνικά, όταν σε μια καντίνα στο πλάι της εθνικής γνώρισε εκείνο τον περιπλανώμενο μηχανόβιο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα έβαλε τη μηχανή ανάμεσα στα πόδια της και τον ακολούθησε για μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα. Έπειτα τον παράτησε σ’ ένα παρακμιακό εστιατόριο της εθνικής οδού, την ώρα που αυτός πήγε μέσα να κατουρήσει. Όταν βγήκε πάλι έξω, αυτή και ο σάκος της έλειπαν. Δεν την πολυέψαξε, το είχε ήδη καταλάβει.

Τη ρωτάω τί έχει σκοπό να κάνει τώρα. Έχω σκοπό να μην έχω σκοπό, μου απαντάει και πάλι μου χαμογελάει πλατιά. «Κουράστηκα φίλε μου. Θα πάω να κάνω την αγρότισσα στην Ημαθία, να στάζει χώμα απ’ τα νύχια μου. Ή θα πάω στα ποτάμια της νότιας Αμερικής ή ίσως σε ένα κοινόβιο στο Βερολίνο. Στη χειρότερη θα αφήσω στην άκρη ενός δρόμου τα ελληνικά μου και θα περιμένω να με σκοτώσουν όπως τις Βουλγάρες στα επαρχιακά σκυλάδικά». Είναι αδύνατο να καταλάβεις, αν κοροϊδεύει ή όχι. «Έχω σκοπό να βγω στο δρόμο και να καταπιώ τις λεωφόρους. Να πατάω μόνο γκάζι και να κάνω έρωτα με τα χιλιόμετρα. Να γνωρίζω συνέχεια στριφνούς και μοναχικούς ανθρώπους, έρημα χωριά, παγωμένα καφενεία, άθλιες στροφές, άγνωστες λέξεις. Έχω σκοπό να μην έχω κανένα σκοπό. Ακούω τον παλιόφιλο τον Springsteen να μου τραγουδάει:

Someday girl I don’t know when

We’re gonna get to that place

Where we really wanna go and we’ll walk in the sun

But till then tramps like us baby

We were born to run.

Κατάλαβες τί σου λέω; Ανήκουμε σε μια άλλη φυλή. Χωρίς σπίτι ή τόπο, αλλά με χιλιάδες σπίτια και τόπους. Είμαστε νομάδες κι οδοιπόροι αγόρι μου. Μας χτυπάει ο αέρας στο πρόσωπο και ανοίγουμε τα χέρια να χωρέσουμε το τοπίο. Είμαστε η πέτρα που σκάει στον τοίχο. Θα διαλυθούμε γελώντας. Δεν είμαστε γεννημένοι δολοφόνοι, αλλά γεννημένοι δραπέτες. Καθημερινοί προδότες της μονιμότητας, ανίκανοι να απαντήσουν στην αδιάκοπη απαίτηση για αποκατάσταση».

Την κοίταζα και δε μιλούσα. Τη φανταζόμουνα τσιγγάνα σε καταυλισμό. Με τρυπημένα χέρια να κοιμάται μέσα στις λάσπες ή να πίνει μπύρες παρέα με τους χτίστες που μόνοι στα άδεια νησιά του χειμώνα, φτιάχνουν εξοχικά και βίλες για τους καλοκαιρινούς τουρίστες. Δεν είχα τίποτα να πω ή να της θυμίσω. Το σπίτι της, η οικογένεια, οι φίλοι, η δουλειά. Ποιόν να πείσεις και γιατί; Μήπως άλλωστε είναι ανθρώπινη όλη αυτή η ευθύνη; Όλο αυτό το πλέγμα κανόνων και υποχρεώσεων, επιλογών και σχέσεων δεν είναι άραγε μια παράλογη σύμβαση που τρέξαμε να υπογράψουμε μπας και φάμε πόρτα από την κυρίαρχη φυλή; Δεν ξέρω καν τί είναι φυσιολογικό.

Μια γυναίκα, όμορφη σαν κι αυτή, νέα και δυνατή σαν κι αυτή, χαμένη σε χιλιομετρικές αποστάσεις, άγνωστες πόλεις, ζόρικες γνωριμίες. Όποιο μέλλον κι αν φανταστείς, θα τη βρεις ξένη, μες στο ξένο τοπίο κι όμως τώρα με κοιτάει και γελάει. Γελάει μέσα σε ένα ευγενικό χάος, μια στιγμιαία περιπλάνηση, ένα συνεχόμενο τέλος. Τρελή και υπέροχη, με εκατομμύρια φόβους και καμιά εκτίμηση στην ασφάλεια, έτοιμη για κάθε είδους έρωτα και κάθε αλλόκοτη επιθυμία. Φευγάτη, ονειροπαρμένη, αλαφροΐσκιωτη. Σκληρή μ’ αυτούς που άφησε πίσω, ανίκανη να δει τις παλιές ρίζες, αλλά με ένα βλέμμα σκέτη καταστροφή, να σου καίει τα σωθικά. Τώρα με δυσκολία στέκεται ακόμη εδώ. Ζαλίζεται με την άσφαλτο που βράζει, τον ανοιχτό δρόμο, είναι ήδη εκεί και γεύεται αχόρταγα τη συντριβή. Η μουσική υπαινίσσεται κάτι από τη γεύση που πρέπει να έχει το στόμα της: they dont make them like you anymore.

Ετοιμάζεται να φυγει. Χαμογελάει ξανά. «Πού θα πας;» της λέω. «Δεν έχω ιδέα. Ίσως ψάξω για κάποιο ξεχασμένο χωριό της Ηπείρου. Ή ίσως προσπαθήσω να βρω εκείνον τον υπαίθριο μανάβη που είχα γνωρίσει να αναζητά την πελατεία του ανάμεσα στους περαστικούς ταξιδιώτες. Σα να πεθύμησα να φάω κεράσια. Κάπου τώρα δεν είναι η εποχή τους; Να ορίστε. Βρήκα σκοπό λοιπόν. Από σήμερα θα ζω μόνο γι’ αυτό. Θα ζω μόνο και μόνο για να βρω μερικά υπέροχα κεράσια και να τα καταβροχθίσω». Έπειτα είπε κάτι σαν αντίο και έμεινα να βλέπω εκείνη τη μικρή παλλόμενη φλεβίτσα στο λαιμό της να απομακρύνεται.

στη φωτό η Rosario Dawson έτοιμη να μοιραστεί τα κεράσια της, αρκεί να της το ζητήσεις.

→ 5 CommentsΚατηγορίες: lost in hollywood · παρένθεση

1. η νύχτα

Μάιος 26, 2008 · 2 Σχόλια

Μήνες κι άλλοι μήνες στο ίδιο κλειστό διαμέρισμα. Τα παντζούρια μονίμως κλειδωμένα και μια μικρή λάμπα στην άλλη άκρη του δωματίου για μοναδικό φως. Στο σαλόνι, ανάκατα πάνω στο ξεφτισμένο χαλί, περιοδικά, φωτογραφίες από προηγούμενους χειμώνες, άδειες θήκες cd και προχτεσινά ποτήρια. Βδομάδες τώρα, ξύπναγε το πρωί, πήγαινε δουλειά, επέστρεφε και όλα έμεναν αμετακίνητα. Οι μουσικές του δωματίου, αλλόκοτα κολλημένες στο spanish key του Miles Davis. Κάθε απόγευμα μπαίνοντας στο διαμέρισμα, πάταγε απλά το play και νόμιζε πως εκείνο το ηχείο όχι μόνο βομβάρδιζε το χώρο με νότες, αλλά άνοιγε κιόλας το μπουκάλι και πάσχιζε να χορτάσει κάθε χιλιοστό του λαιμού της με ένα πικρό ουίσκι. Καθισμένη στον καναπέ ή βολτάροντας στην κρεβατοκάμαρα και πίσω, πάντα με το ποτήρι στο χέρι, κούναγε αργά ολόκληρο το σώμα και με κλειστά τα μάτια αγκάλιαζε αόρατα χέρια ή μύριζε όλα τα αρώματα της νύχτας.

Πίστευε ότι όπου να ’ναι θα άνοιγε την πόρτα του δωματίου και θα εισέβαλλε σ’ εκείνο το παλιό μπαρ της Νέας Ορλεάνης. Η ορχήστρα θα πάλευε με το μεθύσι και το χάραμα και ένας νωχελικός χορός θα άρχιζε ακριβώς την ώρα που όλοι σταματούν να μιλάνε. Ή έκλεινε για ώρα τα μάτια και καθόταν ακίνητη. Όταν πια τα άνοιγε περπατούσε βιαστικά στο νυχτερινό Παρίσι του Λ. Μαλ, ψάχνοντας τον αγαπημένο της, που περίμενε φυλακισμένος σ’ ένα ασανσέρ στο μέσο κάποιου απροσδιόριστου ορόφου.

Πίσω στην πραγματικότητα, στο δεύτερο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας κάπου στο κέντρο, η ζέστη πότιζε τους τοίχους. Ο συνδυασμός του πιοτού με τη αφόρητη υγρασία μπορούσε να αχρηστεύσει κάθε άλλη διάθεση. Δυνάμωσε κι άλλο τη μουσική και χάιδεψε το κεφάλι της με ένα παγάκι. Αμέσως, λες και η δροσιά χτύπησε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του εγκεφάλου που αντιστοιχεί στο κέντρο λήψεως αποφάσεων, τον πήρε τηλέφωνο. «έλα εδώ. Σε περιμένω». Είπε και το έκλεισε ενώ η φωνή του ίσα που πρόλαβε να ακουστεί την ώρα που άρχιζε τις ερωτήσεις.

Όταν άκουσε το κουδούνι είχε προλάβει να αδειάσει τη μποτίλια και το μόνο που έκανε, ήταν να αναρωτηθεί αν αυτός θα σκέφτηκε να φέρει κάτι να πιούν. Για ένα απροσδιόριστο λόγο δεν άνοιξε κατευθείαν, παρά πήγε κάτω μέχρι την πόρτα της εισόδου. Μόλις άνοιξε, αυτός σάστισε. Είχε κατέβει μισόγυμνη. Του έδωσε ένα ήρεμο φιλί κάπου ανάμεσα στο λαιμό και το μάγουλο και έψαξε στα χέρια του για την πολυπόθητη συνέχεια. Τίποτα. Η αδυναμία του να προλάβει την επιθυμία της θα τους άφηνε ακόμη μια φορά στεγνούς. Του έδωσε άλλο ένα φιλί σα να τον συγχωρεί κι άρχισε αργά να ανεβαίνει τις σκάλες.

«Με κοροϊδεύεις; Τί είναι αυτά που κάνεις;» είπε εκείνος αν και ήξερε πως οι λογικές απορίες κι οι ακόμη πιο σωτήριες ενστάσεις του, σχετικά με τη νύχτα που ερχόταν, σε λίγο θα εξαφανίζονταν εντυπωσιακά. «Νομίζεις ότι θα με παίρνεις τηλέφωνο όποτε σου γουστάρει; Έχουμε πει κάποια πράγματα ή όχι;» είπε λες και τα λόγια αυτά θα μπορούσαν ποτέ να έχουν την ελάχιστη σημασία.

Εκείνη συνέχισε να προχωράει την ώρα που το κορμί, το πρόσωπο, τα μαλλιά, τα πόδια της θριάμβευαν, αφού αυτός υποτασσόταν φυσιολογικά στο αναπόφευκτο. Την ώρα που έκλεινε η πόρτα πίσω τους η Etta James πρέπει να έλεγε «and well make love while its burning». Η νύχτα, η απαράμιλλη κάψα του Ιούνη, το ουίσκι, οι μουσικές - υπόγειες και εξουθενωτικές- χόρευαν γύρω από τα σώματα που υπέκυπταν δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο στη γνωστή πάλη.

Εκείνη το ήξερε καλά, ήδη απ’ την ώρα που τον φιλούσε, ή μάλλον απ’ τη στιγμή ακόμη που πατούσε τα νούμερα στο τηλέφωνο. Η νύχτα αυτή, η καλοκαιρινή και αφόρητη, ζητούσε επίμονα αίμα. Οι επιλογές ήταν μετρημένες, όπως ακριβώς όταν οι ήρωες στις ασπρόμαυρες ταινίες συντρίβονταν από τα παλιά καλά διλήμματα. Θα έριχνε τον εαυτό της στις σκάλες, να μετρήσει αργά τα σπασμένα κόκαλα και τα χιλιάδες γυαλιά που θα σκόρπιζαν μέχρι κάτω. Ειδάλλως έπρεπε εκείνος να έρθει και να πατήσει πάνω στις παλιές αποφάσεις και το σκοτωμένο παρελθόν.

Παρόλο τον μελοδραματισμό της, τίποτα απ’ τα δύο δεν ισοδυναμούσε με θάνατο και τίποτα απ’ τα δύο δεν τον έδιωχνε οριστικά. Όλα ήταν μια αργόσυρτη μελωδία, ένας ήχος που ξεπήδησε απ’ τον αμερικάνικο νότο ή τις ευρωπαϊκές λεωφόρους, μια σταγόνα bourbon που απέμεινε να στάζει στο χαλί. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη νύχτα ήταν ένα αλλοπρόσαλλο πανηγύρι ή μια ακόμη λάθος απάντηση, ένας ζαλισμένος χορός ή το τελευταίο αντίο ενός ακροβάτη. Εκείνη ήταν ζωντανή κι έψαχνε ακόμη εκείνο το μπαρ ή εκείνο τον άντρα. Καλώς ή κακώς, τίποτα απ’ τα δύο δε θα έβρισκε απόψε.

Στη φωτογραφία η Halle Berry από παλιότερη φωτογράφηση στο Esquire, μουρμουρίζει παρέα με την Etta