Φεβρουαρίου 9, 2010

βγάζοντας τ’ ακουστικά

«Όσο περισσότερο εγκαταλείπει τη μαύρη μουσική, το ροκ υποτάσσεται πλήρως στο θέαμα κι αυτή είναι η εκδίκηση του δυτικού πολιτισμού, η νίκη της κοινωνίας του θεάματος, η επικράτηση της έννοιας της σπατάλης ως βασικού ιδεολογικού μοτίβου.. Η ίδια η σωματική έκφραση υποχωρεί σε όφελος μιας ενδυματολογικής άποψης για τα πράγματα(..) Ήδη τα βίντεο μοιάζουν πιο εκφραστικά απ’ τις εμφανίσεις των συγκροτημάτων»

Χ. Βακαλόπουλος

Σπάνιο αλλά πραγματικό, βρέθηκα δύο συνεχόμενες φορές σε συναυλίες, νηφάλιος. Μπόρεσα έτσι να παρατηρήσω λίγο περισσότερο το κοινό που βρισκόταν στο Φαζ τις δύο τελευταίες Παρασκευές, σε Αγγελάκα και Κων/νο Βήτα αντίστοιχα. Αναπόφευκτα το πρώτο που με χτύπησε όχι και τόσο φιλικά στην πλάτη ήταν η συνειδητοποίηση της ηλικίας των τριγύρω μου. Σε ένα κορίτσι που στάθηκε για λίγο δίπλα μου εμφανώς κουρασμένο απ’ την ορθοστασία, σχεδόν είπα: «σκατά, μεγαλώσαμε». Θα ήμουν όμως υπερβολικός (δε θα ήταν 27, 28 χρονών) και εκτός των άλλων η παρακείμενη άγνωστη δεν φαινόταν να ψάχνει για τέτοιου είδους κουβέντες.

Ειδικά τη βραδιά του Αγγελάκα κοίταζα τον κόσμο και τον φανταζόμουν να πάλλεται στον Λυκαβηττό ή στο εφηβικό δωμάτιο παρέα με την ασφάλεια ή την αμνησία. Τώρα έμοιαζε περισσότερο με τον ίδιο τον τραγουδιστή. Πιο έτοιμος, πιο μελαγχολικός, πιο κουρασμένος και πιο όμορφος. Προς στιγμή μου φάνηκε ότι το κοινό είχε ακολουθήσει τον Αγγελάκα στα άλματα που έκανε τα τελευταία χρόνια.

Η διαφορά, πέραν του αναμενόμενου πολύχρωμου εναλλακτικού πλήθος που βρισκόταν στον Βήτα, φάνηκε περισσότερο εκεί που η μουσική καλούσε τους από κάτω να ακολουθήσουν το ρυθμό της. Ο χορός τους μου έφερνε στο νου τις παλιές συζητήσεις που κάναμε κάποτε για τα είδη της μουσικής. Ροκ και ηλεκτρονική, όλοι μου λένε σαφώς, η μουσική είναι μία. Τα σώματα ίσως κάπου κάπου το διαψεύδουν.

Ο Αγγελάκας, ροκ από τότε που τραγουδούσε για τρένα και ψυχοπορνεία, με τους τελευταίους δίσκους, τα πνευστά και τα βιολιά, στα μάτια μου φαίνεται να επιχειρεί μια βουτιά σ’ ένα αναστημένο παρελθόν. Η εικόνα της μπάντας την Παρασκευή έμοιαζε με κάποια παλιά soul συμμορία (γιατί τι είναι το «από δω και πάνω» αν δεν είναι soul;). Ο ήχος, παρόλο που οι στίχοι παραμένουν τραχείς, ίσως υπερβολικά ειλικρινείς (άρα και ανυπόφορα σκληροί), με τα χρόνια έχει γλυκάνει. Στάζει ταυτόχρονα μέλι και ιδρώτα, όπως ας πούμε ένα κομμάτι του Jerry Lee Lewis ή της Nina Simone. Χωρίς να χάνει τίποτα απ’ το βάθος ή το ζόρι που έτσι κι αλλιώς παραμένει αιωνίως παρόν, μας προτρέπει να στροβιλιστούμε χωρίς να μας νοιάζει αν η μύτη του παπουτσιού έχει αρκετό φρένο. Όπως η μαύρη μουσική ή τα δικά μας παραδοσιακά, πιάνει με ακρίβεια την αντιφατική πραγματικότητα και ζωγραφίζει εξαιρετικά τον Σίσυφο που γελαστός ανηφορίζει ξανά.

Ας πούμε ότι παίρνει το βάρος του κόσμου μέσα του για να το τραγουδήσει και να το μοιραστεί με μερικές δεκάδες ώμους. Οι άνθρωποι που ακούνε αναπόφευκτα αναζητάνε τον άλλο, την επαφή και ίσως απλά δεν ξέρουν τον τρόπο να πουν ότι αυτό που νιώθουν εκείνη τη στιγμή είναι η ίδια αίσθηση που κατακλύζει τις παλάμες κατά τη διάρκεια ενός κυκλωτικού χορού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Α., από παλιά μυημένος στο σύμπαν του Αγγελάκα, μόλις θελήσει να φωνάξει ή να χοροπηδήσει στο άκουσμα του κομματιού, η πρώτη του κίνηση είναι να πιάσει τον ώμο του μπροστινού και εν προκειμένω τον δικό μου.

Αντιθέτως ο Βήτα εξαπολύει τους ήχους του την ώρα που από κάτω το κοινό χορεύει μανιασμένα σε ολοένα πιο μοναχικούς σχηματισμούς. Η μουσική του και οι εξαιρετικά ακριβείς και ταυτόχρονα ποιητικοί στίχοι του, στα μάτια μου μοιάζουν να φέρουν το βάρος του κόσμου εντός τους, ακριβώς όπως και ο ακατάπαυστος, τσακισμένος χορευτής που παλεύει μόνος μπροστά μου. Η ενέργεια πολλαπλασιάζεται, το ξέσπασμα όμως δεν εξωτερικεύεται, ούτε βέβαια μοιράζεται. Μπορεί και να είναι η ιδέα μου αλλά αυτός που χορεύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις φαινόταν πάντα κάπου να χάνεται. Τα δάχτυλά του δε, παραμένουν συνεχώς στον αέρα, χωρίς καν μια ελάχιστη νύξη ότι υπάρχει κάποια απόσταση που ονειρευόμαστε να εκμηδενίσουμε.

Το χάσιμο αυτό, το βύθισμα εντός του άδειου πια εαυτού είναι αίσθηση ασφαλώς γνώριμη, αφού οι μισές κινήσεις που κάνουμε καθημερινά τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Στο μετρό οι μισοί έχουμε τα ακουστικά στη διαπασών και τα μάτια στο κινητό. Δεν χρειάζεται να πούμε βέβαια, ότι το φλερτ & η επαφή έχουν ανάγκη τους ψίθυρους, πόσο μάλλον τα βλέμματα. Με άλλα λόγια, το mp3 player δεν μπορεί να παίξει όλα τα κομμάτια, αφού, κακά τα ψέματα, δύο αυτιά δεν είναι αρκετά.

«Η φυσική γειτνίαση ως γλώσσα αδιάψευστης συνεννόησης, το μπράτσο γύρω από τους ώμους του διπλανού, οι χειραψίες εμπιστοσύνης και τα σπρωξίματα των αγκώνων, όλα απορροφήθηκαν από κάτι που λειτουργεί σαν κώδικας οδικής κυκλοφορίας για σώματα με ονοματεπώνυμο».

Ε. Αρανίτσης

Υγ1. Το απόσπασμα του Βακαλόπουλου το έβαλα για δύο λόγους:

α) για να εξηγήσω κατά κάποιο τρόπο γιατί είναι εξαιρετικός πλέον ο δρόμος του Αγγελάκα

β)  γιατί και στις δύο συναυλίες τα βιντεάκια δε σταμάτησαν καθόλου να παίζουν και δεν κατάλαβα καθόλου το λόγο.

Υγ2. Το απόσπασμα στο τέλος απ’ το μυθικό για μένα κείμενο του Ε.Α.

Φεβρουαρίου 6, 2010

τρία σημεία

Paul Virilio: (..) πρόκειται για ένα παραλήρημα. Αυτό σημαίνει ότι τα πράγματα δεν έχουν πια αξία. Βρισκόμαστε μπροστά στην απουσία μέτρου της αξίας. Ο Warhol δεν αποτιμάται πλέον, είναι «παραληρηματικός». Η υπογραφή του είναι το έμβλημα ενός προϊόντος που συνδέεται με  υπερβολική αξία. Όλα αυτά δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την τέχνη, με τον Cezanne, με τον Braque ή με τον Picasso. Όλα αυτά έχουν να κάνουν μόνο με μια εμπορευματική λογική, με την πιο κοινότοπη έννοια του όρου. Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα χωρίς μέτρο παραλήρημα, που μου θυμίζει μια φράση του μεγάλου Ηράκλειτου: «Πρέπει να σβήσεις την υπερβολή πριν γίνει πυρκαγιά». (..)

Enrico Baj: Η μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη έχει δεχθεί επιθέσεις από πολλές πλευρές και μεγάλους διανοούμενους (..A. Artaud, R. Gaillois, Levi – Strauss, και πιο πρόσφατα Κ. Καστοριάδη, Baudrillard, G. Lipovetsky..). Όλες αυτές οι επιθέσεις, για τους διευθύνοντες του συστήματος της τέχνης, είναι σαν να μην υπήρξαν. Πρόκειται για τη σύγχρονη μορφή της δημοκρατίας που δεν έχει ανάγκη λογοκρισίας, αφού δεν φοβάται τις εναντίον της επιθέσεις, απεναντίας πιστεύει ότι οι κριτικές, οι καταγγελίες, επιβεβαιώνουν είτε το σύστημα της τέχνης είτε εκείνο της πολιτικής, μιας και οι επιθέσεις, με την ίδια τους την ύπαρξη, δείχνουν ότι έχει παραχωρηθεί χώρος σε όλους. Αλλά όμως πρόκειται για ένα χώρο καθαρά εικονικό (..) Οι επιμελητές και οι φιλόφρονες κριτικοί εμφανίζονται διαχωρισμένοι από το κοινό: η τέχνη όπως τα πάντα σήμερα, γίνεται υπόθεση των ειδικών, ενώ οι υπόλοιποι αποκλείονται, μπορούν μόνο να συμμετέχουν σε καθοδηγούμενες επισκέψεις..

***

Enrico Baj: (..) σήμερα, μοιάζει λες και η σύγχυση είναι προορισμένη να διαιωνιστεί, πως τα πάντα πρέπει να διατηρηθούν, να απαριθμηθούν, να απομνημονευτούν.

Paul Virilio: Πράγματι ο Πύργος της Βαβέλ και η Κιβωτός του Νώε συνδέονται απολύτως. Η μοντερνικότητα απεικονίζει τέλεια τη Βαβέλ μέσω της ιδέας του παγκόσμιου μουσείου, δηλαδή του Guggenheim που, ξεκινώντας από το Λας Βέγκας, εκθέτει τα πάντα: μούμιες, πανοπλίες, νομίσματα, κόκκινα έργα, μεσευρωπαϊκά, βάσκικα, εννοιακά, ρούχα του Armani, τερακότες των Ίνκας, κυβισμό, μινιμαλισμό, αλπικό ντιβιζιονισμό, μακντοναλντισμό, κ.ο.κ.

***

Enrico Baj:  Σήμερα με την εμφάνιση της βιομηχανίας της καλλιτεχνικής διασκέδασης που προωθείται από τους διαφημιστές και από τις διάφορες μάρκες, όπως και με την εισβολή στο πεδίο της σύγχρονης τέχνης ανθρώπων της διαφήμισης, βρισκόμαστε σ’ ένα είδος παθητικής ευθανασίας της τέχνης. (..) Ο οικονομικός τρόμος είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός, ο αισθητικός τρόμος είναι το παγκόσμιο μουσείο.

Τρία μικρά αποσπάσματα από το βιβλίο «Enrico BajPaul Virilio / συζήτηση για τον τρόμο στην τέχνη» εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα – πρώτη έκδοση Μιλάνο, 2002)

Στον ολιγοσέλιδο διάλογο είδα σε πολλά σημεία την υπόγεια δυσφορία που πολλές φορές με πλακώνει εντελώς ξαφνικά σε μουσεία και εκθεσιακούς χώρους. Επίσης για μια στιγμή μου φάνηκε πως είδα την περιγραφή ενός κόσμου που σιγά σιγά τελειώνει ή μάλλον για να είμαι πιο ακριβής αλλάζει.

Ιανουαρίου 31, 2010

το βερίκοκο

Την περασμένη εβδομάδα έπεσα στο Κόκκινο σε μία συζήτηση στην οποία η ραδιοφωνική παραγωγός μιλούσε για την επίθεση των ακροδεξιών στην Πανόρμου. Αφού λοιπόν στην εκπομπή περιέγραψαν το γεγονός, αναφέρθηκαν και στον περιβόητο νόμο για τις κουκούλες. Σε εκείνο το σημείο η παραγωγός είπε ότι θα ήθελε πριν καταργηθεί ο συγκεκριμένος νόμος να δικαστούν με βάση αυτόν, οι ακροδεξιοί και συμπλήρωσε χαρακτηριστικά «να δουν τί εστί βερίκοκο».

Κόντεψε να μου φύγει το τιμόνι απ’ τα χέρια στο άκουσμα αυτής της κουβέντας. Επί ένα χρόνο φωνάζουν όλοι απ’ τον σταθμό του Συν κι εμείς μαζί τους, χαρακτηρίζοντας το νόμο για τις κουκούλες άλλοτε απλά απαράδεκτο κι αντιδραστικό κι άλλοτε ξεκάθαρα χουντικό. Συλλαμβάνονται παιδιά στις πορείες είτε τον Δεκέμβρη είτε αργότερα και αμέσως διοργανώνονται άλλες συγκεντρώσεις έξω απ’ τη ΓΑΔΑ (και καλά κάνουν) ή πηγαίνουν βουλευτές να μεσολαβήσουν. Πώς συνδυάζεται όμως η αντίδραση σ’ ένα νόμο ή γενικότερα στην έννοια της νομιμότητας, με την προτροπή για καταδίκη κάποιων άλλων ακριβώς με τον ίδιο νόμο; Έχει σημασία το αν ο νόμος στρέφεται εναντίων φίλων ή ιδεολογικών αντιπάλων; Πρέπει δηλαδή να κρίνεται ο νόμος από το αν μας εξυπηρετεί; Αυτό μέχρι χθες νόμιζα πως ήταν προνόμιο των διαφόρων (κεντρο)δεξιών κυβερνήσεων που πάντα φρόντιζαν να ετοιμάσουν φωτογραφικούς νόμους, όποτε χρειαζόταν. Προφανώς έκανα λάθος. Παρόλα αυτά εξακολουθώ να απορώ πως γίνεται να είσαι περιπτωσιολογικά υπέρ ενός νόμου τόσο ξεκάθαρα αντίθετου σε κάθε αριστερή σκέψη και προοδευτική λογική.

Η επίσημη θεσμική αριστερά στην Ελλάδα δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τον όρο «νομιμότητα» με ενιαίο ή συστηματικό τρόπο.

Την ίδια αμηχανία αισθάνομαι όταν ακούω ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί» να κραυγάζουν για τον διαβόητο πια Κορκονέα ότι πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη, πρέπει δηλαδή «να σαπίσει στη φυλακή», «να τον κλείσουν μέσα για πάντα» κλπ. Προσωπικά έχω τσακωθεί άπειρες φορές, αφού από χρόνια (μετά την παράλληλη ανάγνωση Φουκώ και Σωφρονιστικής) έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου ότι είμαι αντίθετος στην έννοια της φυλάκισης. Αυτό όμως ισχύει για όλους και από τώρα, δεν το φυλάω για την επόμενη κοινωνία. Φυσικά κι έχω τις προσωπικές μου προτιμήσεις που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό υπόβαθρο και τη νοοτροπία. Πάντοτε θα νιώθω πιο κοντά, θα είμαι πιο έτοιμος να συγχωρήσω δηλαδή, ένα έγκλημα ερωτικού πάθους ή το γκαζάκι ενός αριστεριστή, παρά τη σφαίρα του αστυνομικού κατά τη διάρκεια της καταδίωξης ενός ληστή. Αυτό όμως είναι μια προκατάληψη, ένα ωραιότατο στερεότυπο που προσπαθώ, ανεπιτυχώς είναι η αλήθεια, να καταπολεμήσω. Απορώ όμως και πάλι με τη λογική που υπαγορεύει την προτροπή σε εγκλεισμό και δη ισόβιο. Μόνο που το σκέφτομαι, παγώνω. Γνωρίζω καλά πως οι μισοί τουλάχιστον που ζητάνε την τιμωρία του κάθε Κορκονέα, λαμβάνουν υπόψη τους την εδώ και χρόνια ανελέητη κρατική καταστολή / τρομοκρατία που σκάει μονίμως πάνω στα ίδια κεφάλια. Ως εδώ μπορώ να αντιληφθώ μια οργή. Αλλά δεν μπορώ να συνταχθώ με οποιονδήποτε επιμένει να ζητά τιμωρίες και εγκλεισμούς. Η ευκολία δε, με την οποία καταφεύγουμε σ’ αυτή τη σχεδόν μεταφυσική έννοια, νομίζω ότι φανερώνει ότι μάλλον δε μάθαμε τίποτα τόσους αιώνες (ή ότι ο χριστιανισμός μας έμαθε περισσότερα απ’ όσα θέλουμε να πιστεύουμε). Η μανία για αίμα εξακολουθεί να φωτίζει το δρόμο μας. Η συνομιλία με τους αντιφρονούντες παραμένει εν πολλοίς ένα άλυτο πρόβλημα. Αν οι ακροδεξιοί το έλυσαν δείχνοντας γροθιές και μαχαίρια, θα ήθελα η απάντηση της άλλη μεριάς να ακούγεται και να είναι εντελώς διαφορετική. Εκτός αν οι λύσεις περιορίζονται στο δίλημμα, Γκάντι ή Νετσάγεφ.

Η ίδια πάνω κάτω συζήτηση συνεχίζεται επί μήνες με αφορμή πότε τη δίκη Πλέυρη και πότε τους διάφορους ρατσιστές, αντισημίτες κλπ. Σοβαροί άνθρωποι φωνάζουν προς όλες τις κατευθύνσεις πως πρέπει να καταδικαστεί ο ρατσιστικός λόγος ή ότι δεν είναι απλά λόγος, αλλά και προτροπή σε εγκληματικές πράξεις. Άραγε το σύνθημα στον τοίχο «δε σ’ αρέσει το δελτίο ειδήσεων; Κατέβα στον δρόμο και φτιάξε ένα δικό σου» ή το «μόνο βία και οργή» ή ακόμη και το γνωστό «μίσος ταξικό» των κουκουέδων θεωρείται φιλειρηνικό; (αναγνωρίζω βέβαια πως υπάρχει μια αναντιστοιχία στον παραλληλισμό μου, αλλά και πάλι..) Νομίζω ότι υπάρχει μια ευκολία στο να κάνουμε αφιερώματα στην λογοκρισία αυταρχικών καθεστώτων και μια ακόμη μεγαλύτερη ευκολία στο να ζητάμε το κλείσιμο του στόματος των διαφωνούντων. Στην πραγματικότητα δεν έχει σημασία πόσο επικίνδυνοι ή προκλητικοί είναι. Σημασία έχει ότι καταφεύγουμε σε μια ρύθμιση του τί μπορεί να λέγεται, δηλαδή σε έναν καθορισμό συγκεκριμένων ορίων.

Η κατάσταση έχει λοιπόν διπλή ανάγνωση. Απ’ τη μία, έχουμε τη γελοιότητα να καταγγέλλουμε έναν νόμο, εκτός αν πρόκειται με αυτόν να καταδικαστεί ο ιδεολογικός αντίπαλος. Απ’ την άλλη, έχουμε την ευκολία με την οποία δεχόμαστε αντιδραστικές έννοιες όπως η τιμωρία.

Το πρόβλημα λοιπόν είναι ότι τελικά καταλήγουμε να υιοθετούμε την ορολογία και τις ιδέες της δεξιάς, αδυνατώντας να αρθρώσουμε έναν λόγο έξω απ’ τα στενά όρια που παρουσιάζονται ως μοναδικά πιθανά στις σημερινές δοσμένες συνθήκες. Η θεσμική αριστερά ακροβατεί σε ένα πολύ λεπτό σκοινί. Σε κάθε ευκαιρία σύρεται στην τηλεόραση σε δηλώσεις νομιμοφροσύνης. Ταυτόχρονα, πολλοί στους κόλπους της, θυμούνται ότι το σημερινό σύστημα απονομής δικαιοσύνης είναι εξορισμού ικανό να αποδώσει μόνο ένα συγκεκριμένο είδος δικαιοσύνης. Έτσι με μισόλογα προσπαθεί να ανταποκριθεί πότε στην ανακριτική ορμή των μεν, πότε στην δικιά τους βαθιά εμπειρική γνώση.

Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά κηρύσσει πόλεμο στον πόλεμο των αφεντικών. Αυτός ο πόλεμος είναι καταδικασμένος όμως όχι μόνο να χαθεί, αλλά και να ισχυροποιήσει τον υποτιθέμενο εχθρό.

Τα οξύμωρα πάνε κι έρχονται και όμως δεν καταφέρνουν να μας βοηθήσουν να προχωρήσουμε μέσα απ’ τις αναπόφευκτες και επιθυμητές αντιφάσεις. Τιμωρία και λογοκρισία δεν μπορούν λοιπόν ακόμη και σήμερα να βρίσκουν θέση στο λεξιλόγιο μας. Δε θέλουμε κανείς να μάθει τι εστί βερίκοκο.

Ιανουαρίου 26, 2010

Την Πέμπτη στο bar “περιμένοντας τον Godot”, ειδική συνεστίαση στην οποία θα αναζητηθούν απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: είναι η Πλάτωνος πρωτοξαδέλφη της Μπέλλου; αληθεύει ότι η lady Γκαγκα μετά το τρίτο ποτηράκι αναζητά σε παλιές maxcell “το μεσάνυχτα πού να σε βρω” του Καζαντζίδη;

Πλάκα κάνω βεβαίως βεβαίως.

Υπεύθυνοι από το νόμο: Greekgaylolita και ο υποφαινόμενος.

Το party διοργανώνεται φυσικά από το Radiobubble , το οποίο έκλεισε δύο ολόκληρα χρόνια ζωής, μέσα στα οποία έχει ήδη προλάβει να κάνει πράματα και θαύματα.

υγ. η αφίσα του Πάνου, η Romy δικιά μου.

Ιανουαρίου 19, 2010

Αμβούργο – Λεωφ. Συγγρού (ΙΙ)

Ξεκινώντας απ’ το Αμβούργο του soul kitchen και κάνοντας μια νοητή περιπλάνηση στις άλλες ταινίες του Ακίν σκεφτόμουν ότι αυτού που έχει μείνει πεντακάθαρα στο μυαλό μου είναι τα πρόσωπα. Ο Ακίν πετυχαίνει με την αφήγησή του να δημιουργήσει χαρακτήρες στέρεους και εντελώς αληθινούς, αν και οι ήρωές του, μοιάζουν ανά πάσα στιγμή ετοιμόρροποι, έτοιμοι να βουτήξουν στο επόμενο κενό που θα συναντήσουν και ή να πετάξουν ή να χαθούν οριστικά σε μια ακόμη σύγκρουση.

Μια από εκείνες τις μέρες που είχα βυθιστεί σ’ αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν, ξέμεινα στο κέντρο αργά. Όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, πήρα το πρώτο λεωφορείο. Η διαδρομή στις 6 το πρωί της Κυριακής, έχει κάτι το αλλόκοτο. Μια παρακμή και μια γλυκιά κούραση. Ελάχιστοι επιβάτες, δυο τρεις που μοιάζουν να πηγαίνουν για δουλειά και κάποτε ένας δυο ξενύχτηδες που ξέβρασε η ζαλισμένη Κολοκοτρώνη. Έναν απ’ αυτούς τον έχω πετύχει τουλάχιστον πέντε φορές σε μαγαζιά στα πέριξ της συγκεκριμένης οδού. Πάντα με μια τσάντα σους ώμους και σχεδόν πάντα μόνος. Χαιρετάει μερικούς θαμώνες, ανταλλάσσει μερικές σύντομες αλλά εγκάρδιες κουβέντες κι ύστερα πίνει τα ποτά του όρθιος σε μια γωνία, ανοιγοκλείνοντας το στόμα, παρέα με τα αγγλικά των στίχων.

Έξω απ’ την Πάντειο το σαντουιτσάδικο έχει μονίμως κόσμο. Πιο κάτω τα γνωστά πάρε δώσε, τα αυτοκίνητα που προχωράνε αργά στον παράδρομο και οι σύντομες συνομιλίες πίσω απ’ τα μισάνοιχτα παράθυρα. Ένας ταξιτζής, ένα βράδυ, την ώρα που στρίψαμε απ’ τη Συγγρού προς την έξοδο για Νέα Σμύρνη, μου είπε: «να τα, εδώ μαζεύονται τα αγοράκια. Τα βλέπεις εκεί, μεσα στο Renault; Τα αγοράκια» Ενώ σε όλη τη διαδρομή ήταν σιωπηλός ακούγοντας τα γνωστά τηλεφωνήματα των ακροατών στο Σκάι για τα εθνικά θέματα και την οικονομία, όταν μίλησε μου φάνηκε πως διέκρινα μια τρομερή ένταση, αν όχι μίσος στη φωνή του. Δεν έμοιαζε να λέει απλώς μια χοντράδα ή να κοροϊδεύει. Προς στιγμήν φαντάστηκα ότι τα χέρια του που έστριβαν το τιμόνι, θα προτιμούσαν να κράταγαν πέτρες ή λοστό. Τον κοίταξα για λίγο. Θα μπορούσε κανείς να πει απ’ τον τρόπο που συλλάβισε «τα αγοράκια», ότι έβλεπε σ’ αυτά τα πρόσωπα την πηγή του κακού, την παρεκτροπή που εξηγούσε όλες τις συμφορές που εξιστορούσε τόση ώρα το ράδιο. Είναι αυτή η ανωμαλία που μας οδηγούσε στην καταστροφή. Υπερβάλλω, σκέφτηκα. Ύστερα, στο φανάρι, έτριζε τα δόντια του.

Ένα άλλο βράδυ ξεκινούσα για την ανάποδη διαδρομή, προς κέντρο δηλαδή. Βλέπω ταξί, δεν είναι ελεύθερο, αλλά σταματάει έτσι κι αλλιώς μπροστά μου. Απ’ την πίσω πόρτα βγαίνει μια γυναίκα, που αυτομάτως σε κάνει να αναρωτηθείς για το πραγματικό της ύπαρξής της. Είναι προφανές, έρχεται από κάποια βάθη της Ανατολής, τις οροσειρές του Καυκάσου ή κάποιον μύθο που φτιάχτηκε μόνο και μόνο, για να αποκτήσει διάσταση η συγκεκριμένη νύχτα. Καθώς στέκομαι απ’ έξω, αυτή πέφτει πάνω μου. Sorry, μου λέει. Ο ταξιτζής φωνάζει: «ρέστα..». «έχω αργήσει» απαντάει. Μένω ακίνητος ακριβώς στη θέση μου. Αυτή τρέχει προς το μαγαζί που βρίσκεται διαγωνίως δεξιά, πίσω μου. Είναι δώδεκα παρά. «θα μπεις;» ρωτάει η φωνή από μέσα. «Φύγε» του λέω κι ίσα που ακούγομαι.

Το λεωφορείο με αφήνει απ’ την απέναντι μεριά. Περπατάω στην υπόγεια διάβαση και περνάω μπροστά απ’ το μαγαζί που αυτή την περίοδο τραγουδάει το Ρέμος. Είναι η ώρα που κλείνει, αφού υπάρχει πολύς κόσμος ακριβώς απ’ έξω. Άλλοι τρώνε απ’ το παρακείμενο μαγαζάκι κι άλλοι περιμένουν τους παρκαδόρους να τους φέρουν τ’ αμάξια. Συνήθως ενοχλούμαι όταν γυρνάω τέτοια ώρα και πετυχαίνω αυτό το πλήθος. Ξανθά πρόσωπα, γούνες και σφιχτά σακάκια. Τζιπ και astra ανεβασμένα στα πεζοδρόμια. Τα αυτιά και τα φουστάνια γυαλίζουν, οι ατάκες σκοτώνουν. Μια παρακμή που γεμίζει το δρόμο και συγκρίνει την μία πίστα με την άλλη ή την ταχύτητα του κάθε παρακαδόρου. Ανάμεσά τους η άθλια τάξη των μπράβων & των πορτιέρηδων. Κάποτε κάποιος ημιδιάσημος προκαλεί τεντωμένα δάχτυλα και χολερικά σχόλια. Προχωρώντας βιαστικά, σηκώνω το βλέμμα και την βλέπω. Με ένα γουνοειδές παλτό και μπλούζα που καθρεφτίζει τους περαστικούς. Πριν χρόνια, όταν ακόμη ήμουν φοιτητής, συνήθιζα να πιστεύω ότι μια εξαιρετική φυσιογνωμία κρύβεται πίσω απ’ την Δαπίτικη τραγική φιγούρα της, που σερνόταν στα πρώτα τραπέζια του επαρχιακού κυριλέ μπουζουξίδικου. Με πιάνει μια περίεργη αίσθηση οικειότητας και νοσταλγίας. Με βλέπει, περιμένει να την πλησιάσω να την χαιρετήσω. Είναι όμορφη όπως τότε. Ίσως επειδή είμαι λιγάκι πιωμένος θυμάμαι αμέσως μια δυο παλιές στιγμές και τις λέξεις του Γκόρπα :

«παιδί μου μη φτηναίνεις τη ζωή σου

Έλα να παίξουμε στα ζάρια την αγάπη

Αν βρούμε ζάρια αν βρούμε την αγάπη

Αν υπάρχει τελοσπάντων τρυφερότητα

Που μένει κι όταν έχεις φύγει…»

Μες στο επόμενο βήμα συνέρχομαι και την προσπερνάω ατάραχος.

Ιανουαρίου 13, 2010

Αμβούργο – Λεωφ. Συγγρού (Ι)

Λίγο καθυστερημένα, αλλά τελικά είδα τη «Λευκή Κορδέλα». Επηρεασμένος απ’ όσα είχα ακούσει δεξιά κι αριστερά, περίμενα να έρθω αντιμέτωπος με ένα μικρό αριστούργημα. Αυτό που είδα τελικά ήταν μια εξαιρετική αφήγηση, ένα καλοχτισμένο παλιομοδίτικο διήγημα. [Βέβαια αν μιλάμε για διηγήματα, κι επειδή έτυχε για τις γιορτές να παραλάβω ως δώρο το «μπιντέ» του Μ. Χάκκα, η παραπάνω διαπίστωσή μου, έχει τεθεί πλέον σε κάποια αμφισβήτηση.]

Οι προεκτάσεις που βρήκαν οι κριτικοί, για μένα παρέμειναν ερμητικά κλειστοί, όπως ας πούμε το σπίτι της βοηθού του γιατρού. Βλέποντας όμως την ταινία έφτασα σε ορισμένα τραβηγμένα βέβαια συμπεράσματα. Η «λευκή κορδέλα» για κάποιο λόγο μου έφερνε συνέχεια στο νου τον «Κυνόδοντα». Και οι δύο σκηνοθέτες δημιούργησαν εξαιρετική ατμόσφαιρα, και οι δύο οδήγησαν τους ηθοποιούς σε πολύ ωραίες ερμηνείες και οι δύο περιέγραψαν με φοβερή ακρίβεια την αρρώστια. Ο Χάνεκε εικονογραφεί τον άρρωστο κόσμο του κλειστού, συντηρητικού, βίαιου χωριού. Ο Λάνθιμος εξετάζει τον άρρωστο κόσμο του αποκλεισμένου, αποστειρωμένου, βίαιου σπιτιού. Η κοινωνία και η οικογένεια, οργανισμοί έτοιμοι να τιμωρήσουν, να κατασπαράξουν, να σκοτώσουν προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέχεια της μίζερης και βαθιά δυστυχισμένης ύπαρξής τους. Θεσμοί που νομιμοποιούνται από κάποιο νόμο φερμένο να καθορίσει, με το ζόρι και δίχως ιδιαίτερες εξηγήσεις, τις ζωές των ηρώων. Με λίγα λόγια, οι δύο σκηνοθέτες αποδεικνύονται αληθινοί μάστορες στην τέχνη τους. Κατασκευάζουν δύο, από εικαστικής άποψης, κομψοτεχνήματα.

Ταυτόχρονα, όμως και οι δύο μοιάζουν να παρατηρούν τους ανθρώπους ως εντελώς ξένοι, ως απόμακροι τρίτοι. Το δράμα που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια τους και ακριβώς εξαιτίας τους, το αντιμετωπίζουν σαν αποστασιοποιημένοι κοινωνιολόγοι που κρατάνε σημειώσεις για κάποια μελλοντική έρευνα, σαν περίεργοι περαστικοί που επιβραδύνουν για λίγο το βήμα τους ενώπιον του δυστυχήματος. Ο Χάνεκε και ο Λάνθιμος είναι ψυχροί (μέχρι παρεξηγήσεως) παρατηρητές. Για λίγο, περνάει απ’ το υπερβολικό μυαλό μου, ότι σκηνοθετούν από κάπου αλλού κι αυτό το κάπου βρίσκεται σαφώς ψηλότερα. Σα να υπονοείται συνεχώς πως οι καλύτεροι περιγράφουν το δράμα αυτών που γεννήθηκαν για να πέσουν.

Αντιθέτως ο Ακίν στο «soul kitchen», όπως και στις προηγούμενες ταινίες του δεν μπορεί να κρατηθεί μακριά απ’ τους ήρωες του. Ο Τούρκος δεν περιγράφει καταστάσεις ή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά πασχίζει να σχηματίσει τις πιο λεπτές πτυχές των προσώπων. Ακόμη και στην τελευταία ταινία, που είναι κωμωδία, καταφέρνει σε μιάμιση ώρα να φτάσει στα βάθη τριών τουλάχιστον εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων. Οι άνθρωποι στον Ακίν, δεν είναι το εργαλείο που θα εμπεδώσει κάποια περίεργη και φρέσκια αισθητική, δεν αποτελούν τη συνέχεια ενός αλλόκοτου τοπίου. Ο Ακίν φωτίζει τα πρόσωπα, σχεδόν τα αγγίζει με την κάμερα. Πάει παρέα με τους ήρωες ως την τραγική, προσωπική κόλασή τους. Ο σκηνοθέτης τριών εξαιρετικών ταινιών (βαθιά, κοφτά, ανθρώπινα – Μαζί ποτέ – Στην άκρη του ουρανού ) δεν ηθικολογεί, δεν κατακρίνει, δεν αποθεώνει. Κάνει όλη τη διαδρομή απ’ τη θέση του συνοδηγού.

Ο Σελίν βάζει τον  κ. Μπαρνταμού να πει: “Μεγάλο πράγμα ούτε να σ’ εξομολογούν, ούτε να σε σνομπάρουν”

Δείχνει με την ίδια σαφήνεια και αμεσότητα, τον Τούρκο φασίστα/φονταμενταλιστή, τον δολοφόνο, την πόρνη, τον νοσταλγό μιας άλλης άγνωστης ακόμη ζωής, την καταπιεσμένη και την εξεγερμένη γυναίκα, την χαμένη μάνα. Επειδή ακριβώς «τίποτα απ’ τα ανθρώπινα δεν του είναι ξένο» μπορεί και μιλάει για το βάθος του δράματος, για την ατελείωτη ανθρώπινη αγωνία με αισιοδοξία και χιούμορ. Έτσι καταφέρνει να ψελλίσει διάφορα ενδιαφέροντα για τη δύσκολη λέξη πατρίδα, ακροβατώντας πάνω στη νοσταλγία και την καταγωγή. Χρησιμοποιώντας έναν δυσβάσταχτο ώρες ώρες ρεαλισμό, σχολιάζει την ανατολική παραδοσιακή, ασφυκτική, οικογένεια με πολύ μεγαλύτερη ένταση απ’ ότι ο Λάνθιμος.

Ο Ακίν, σε αντίθεση με τον Χάνεκε, δεν χάνεται σε άρρωστα τοπία και βίαιες χειρονομίες, αλλά στα πρόσωπα των ανθρώπων. Οι ταινίες του ενώ δεν παραβλέπουν την αγωνία ή την απώλεια, αποτελούν μια διαρκή κατάφαση. Στην τελευταία σκηνή του «στην άκρη του ουρανού» ο ήρωας καταλήγει σε ένα λιμανάκι στον Πόντο, σηματοδοτώντας τη συγχώρεση, τη νοσταλγία και κυρίως την απόπειρα να προσεγγίσει ο άνθρωπος σήμερα τον αντιφατικό και δύσκολο κόσμο.

[υγ: μια εξαιρετική όσο και λοξή ματιά στο «soul kitchen» επιχειρεί ο Radical Desire. Ο Ακίν χωρίς να μιλάει ευθέως για την πολιτική, συνειδητά ή όχι, πάει και πέφτει στα πιο σημαντικά ζητήματα. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης επιλέγει συνειδητά να «θυσιαστεί» η εργατική τάξη για να συμβεί η φαντασμαγορία, παρόλο που μοιάζει ως προαπαιτούμενη η φυγή των εργατών προκειμένου να καταφτάσει το εναλλακτικό κοινό. Όπως και να’ χει, ο Ακίν θέτει ένα ερώτημα το οποίο η επίσημη αριστερά προτιμά να προσπερνά σφυρίζοντας. (Είναι το ίδιο ερώτημα που θέτει ο μάλλον αντιπαθής M. Moore σε μία από τις ταινίες του, σε σχέση με το γεγονός πως οι πιο πρόθυμοι Αμερικανοί φαντάροι προέρχονται κυρίως απ’ τις κατώτερες τάξεις: γιατί οι κατεξοχήν θιγμένοι απ’ το καθεστώς είναι συνήθως οι πιο φανατικοί υποστηρικτές του;) Ασφαλώς παλιό το ερώτημα, το γιατί δηλαδή οι εργάτες δεν ριζοσπαστικοποιούνται, και όχι χωρίς εξηγήσεις. Αυτό που θέλω να πω όμως, παίρνοντας ας πούμε το παράδειγμα του Αγ. Παντελεήμονα είναι το εξής: εκεί που η επίσημη αριστερά χρειαζόταν να δηλώσει το παρόν με πράξεις και πρωτοβουλίες στοχεύοντας ταυτόχρονα και στις δύο μεριές (ντόπιους & μετανάστες), προτίμησε να περιοριστεί σε δηλώσεις συμπαράστασης, ηθικές κορώνες και αμήχανα σχόλια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τώρα αναζητά την εργατική τάξη μεταξύ λα.ο.ς. και κραυγών για δημοψηφίσματα. Η «αγάπη» για τους θεσμούς, τις επιτροπές και τις ΜΚΟ, κατάφερε να καταργήσει το σπουδαιότερο όπλο της αριστεράς, την αλληλεγγύη.]

Ιανουαρίου 5, 2010

την ώρα που

Στο γνωστό ταβερνείο και κάπου μεταξύ κρασομεζέ και μετσοβόνε, μια φίλη μας πληροφορεί ότι σε νυχτερινό μαγαζί τραγουδάνε μαζί οι: Βίσση, Μαριώ, Μπλε. Πνίγομαι για λίγο κι ύστερα προσπαθώ να επαναλάβω τα ονόματα στη σειρά, πότε δυνατά, πότε από μέσα μου. «Η Μαριώ βγαίνει στις 3 για μισή ώρα και τραγουδάει μαζί με τη Βίσση ρεμπέτικα», συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι δύο καρέκλες στη μέση μιας τεράστιας πίστας κι από πίσω το μπουζούκι. Φαντάζομαι γαρίφαλα, γκαρσόνια, τζιπ, τσιγάρα, χειροκροτήματα, ουίσκια. «Το ουίσκι χρεώνεται 180€ μαζί με δύο κόκα κόλες. Αν θες να πιεις μια παραπάνω να ρευτείς, θα πρέπει να την πληρώσεις έξτρα». Φαντάζομαι τα δευτερόλεπτα περασμένων ετών, που πέτυχα στο ζάπινγκ στην ΕΤ3 τη Μαριώ να μιλάει, να τραγουδάει, να κάθεται. Την ώρα που οι Μπλε ετοιμάζονται να μπουν στο κόλπο, από τη μεριά της ορχήστρας αρχίζει ξανά το τραγούδι. Η ορχήστρα, η πραγματική, που βρίσκεται μπροστά μου, έχει μεγαλώσει. Έχουν προστεθεί δύο θαμώνες, που πήραν καρέκλες και κάθισαν μαζί με τους οργανοπαίχτες. Ακόμη, πάνω ακριβώς απ’ το μπουζούκι στέκεται ένα γυφτάκι. Δεν κάνει τίποτα, δεν ξέρω πως βρέθηκε εκεί, αν ζητούσε κάτι ή όχι. Απλώς στέκεται εκεί, κάπως άκομψα, και παρατηρεί τα δάχτυλα πάνω στις χορδές. Μέσα απ’ τη βαβούρα ακούγεται στην αρχή σαν ψίθυρος κι ύστερα πιο δυνατά, Απόστολος Χατζηχρήστος. Κι έρχεται την κατάλληλη στιγμή, εκεί που το κρασί έχει αρχίσει να εισβάλει στην ενδοχώρα ήσυχα και γλυκά, σαν παλιά αγαπημένη, σαν ξεχασμένος φίλος που τα ξέρει όλα. Την ώρα που Μαριώ, Βίσση και Μπλε χάνονται απ’ το τραπέζι, τα παιδιά απέναντι πιάνουν το τραγούδι

(«Της αγάπης μας τη στάχτη ψάχνω προσπαθώ
μήπως κι έβρω καμιά σπίθα για να ζεσταθώ»)

και δεν έχουν μικρόφωνα – όσοι έχουν κάτι να πουν αποφεύγουν τα μικρόφωνα – κι έτσι το τραγούδι φτάνει σαν υπόγειο μουρμουρητό, σαν ήσυχη παρηγοριά. Σαν φιλί που γεννήθηκε ξέροντας τον ακριβή και μοναδικό προορισμό του.

*****

O Φραγκούλης βγάζει δίσκο αφιερωμένο στον Χατζιδάκι. Η Αλεξίου ραπάρει για την εφηβεία. Φίλοι που ξέρουν ότι δεν μπορώ ακόμη να παραιτηθώ οριστικά από την ελληνική μουσική μου λένε να ακούσω Ελεονώρα Ζουγανέλη, την ίδια δηλαδή που έβλεπα στα βραβεία του MAD να ξελαρυγγιάζεται στη γιορτή του απόλυτου τίποτα, υιοθετώντας όλους τους τρόπους των επόμενων και των προηγούμενων.

Την ίδια ώρα ο Φατίχ Ακίν βάζει «το μπλουζ του παλιοκάραβου» στο Soul Kitchen. Την ίδια ώρα κλέβω τραγουδάκι των Κορε Υδρο που συνομιλεί με τον Κάμινγκς (spring is like a perhaps hand).

*****

Βάζω στα ακουστικά Sammy Davis Jr. και περπατάω προς την τράπεζα. Στην δεκάλεπτη διαδρομή έχω παρασυρθεί εντελώς, δε θέλω να πατήσω το stop, κάνω κύκλο ν’ ακούσω και το επόμενο. Προχωράω στην οδό Βυζαντίου σχεδόν πετώντας πάνω απ’ τα πεζοδρόμια. Αν δεν ήμουν εντελώς κατεστραμμένος απ’ τις κοινωνικές προσποιήσεις που σπουδάζω από γεννησιμιού μου, θα μου επέτρεπα να κάνω μια μικρή πιρουέτα, μια ελάχιστη στροφή γύρω απ’ τον άξονά μου και θα έμπαινα στην πρώτη καφετέρια που θα έβρισκα. Ύστερα, αφού θα ξέσφιγγα λιγάκι την φανταστική μαύρη γραβάτα, θα έπινα μια γουλιά σκέτο ουίσκι. Όμως είναι ήδη δύο παρά είκοσι και πρέπει να προλάβω. Μέσα στην τράπεζα ο Sammy είναι λίγος για να με προφυλάξει απ’ τα χτικιά της δύστροπης πραγματικότητας. Ένας πελάτης βρίζεται με την προϊσταμένη για την αργοπορία στα ταμεία. Μόνο το ένα είναι ανοιχτό, οι άλλοι κάνουν υπολογισμούς και έχει ήδη δημιουργηθεί ουρά δεκαπέντε ατόμων. Ο πελάτης ταυτόχρονα μιλάει στο κινητό και ρίχνει ματιές στο διπλοπαρκαρισμένο, ακριβώς απ’ έξω, αμάξι του. Μια άλλη πελάτισσα λογοφέρνει με την σεκιούριτι γιατί κλείδωσε την πόρτα απ’ τις παρά πέντε. Η (γλυκύτατη κατά τ’ άλλα) ταμίας μονολογεί, σα να τσακώνεται κυρίως με τον εαυτό της. Την ίδια ώρα ο Sammy απ’ τα ακουστικά επιμένει. Λέω στην ταμία με χαμόγελο, σας ευχαριστώ και καλή χρονιά και για μια φορά το εννοώ. Η αναμονή μου επέτρεψε να ακούσω όλο το δίσκο.

*****

Είναι γεγονός πως, την ώρα που ο Μ. Μέσκος έγραφε το 1963, «ο Έρωτάς μας θα ‘ναι το τελευταίο πράγμα εδώ», μιλούσε ταυτόχρονα για το 2009, το 2010, το 2011, το 2012, το 2013 και πάει λέγοντας.

Δεκεμβρίου 23, 2009

χριστουγεννιάτικο

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ έξω απ’ το Grain. Φορούσε λευκό πουκάμισο και ονειρευόταν ένα ποτήρι κονιάκ. Περπατούσε πάνω κάτω στην Ομήρου. Όταν περνούσε έξω απ’ το Γκαίτε, μουρμούριζε το γράμμα του Βέρθερου. Στεκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου παριστάνοντας το εκκρεμές, φτάνοντας τη μία στα κάγκελα και την άλλη στις ρόδες των αυτοκινήτων. Χαμογελούσε σε μερικά κορίτσια και ζητούσε πληροφορίες για εκείνο το bar που ακόμη και τώρα ήταν bar κι όχι κάτι άλλο. Θέλω να πάω εκεί που μπορεί κανείς να είναι μεθυσμένος νωρίς το απόγευμα, είπε. Αγόρασε από έναν περαστικό πωλητή δύο λαχεία και τα χάρισε σ’ έναν άντρα με μαύρο παλτό και καπέλο, ξεκαθαρίζοντας έτσι οριστικά, ότι η τύχη δεν βρίσκεται σ’ αυτό που σου δίνει, αλλά σ’ Αυτή που σου δίνει. Πέρασε με κόκκινο διαγωνίως την Πανεπιστημίου. Στάθηκε για λίγο μπροστά απ’ τις άδειες βιτρίνες του Άττικα και κοίταξε τα κινηματογραφικά πρόσωπα που παρίσταναν τις κούκλες. Ο θίασος έφυγε με όλα τα ρούχα και τώρα χορεύει πιασμένος χέρι χέρι γύρω απ’ τους περαστικούς.

Όταν με ρώτησε τι είδα σήμερα της είπα:

- Στο Μετρό το πρωί, νεαρή αλλοδαπή συνόδευε τη μάνα της. Εκείνη εμφανώς πρώτη φορά στο Μετρό, κρατιόταν γερά, κοιτούσε ανήσυχη την ώρα, τις στάσεις, το σχεδιάγραμμα πάνω απ’ την πόρτα. Η κόρη γελούσε κι έλεγε μην άγχεσαι. Θα πάμε γρήγορα και όπου θέλουμε. Έπειτα της εξηγούσε τη διαδρομή, σαφώς και με ακρίβεια. Στο Μετρό το πρωί είδα μια Αθηναία.

- Στο Μετρό το μεσημέρι, κάθισε δίπλα μου μια γυναίκα με τεράστια γυαλιά, κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό της και μάσκα νοσοκομείου, προφανώς για τη γρίπη. Έτσι όπως είχε κρύψει το πρόσωπό της, μου ήρθε να πάω πάνω από το κεφάλι της και να αρχίσω να βήχω και να ανασαίνω πάνω της. Σαν άλλος Τάιλερ Ντέρντεν που ποτίζει με το αίμα του τον ιδιοκτήτη του υπογείου.

- Στο λεωφορείο το απόγευμα δύο κορίτσια μιλούσαν επί τουλάχιστον είκοσι λεπτά για το ΙΚΑ. Κάτι σαν 6,80 την ώρα αν σου βάζει ΙΚΑ, 7,10 αν όχι. Δεν θυμάμαι καλά τα νούμερα. Θυμάμαι πόσο λάθος έμοιαζε η συζήτηση όμως.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ να κάθεται σταυροπόδι στην Πανεπιστημίου. Πλησίασε τον αυτοσχέδιο βιολιστή στον πεζόδρομο και του είπε μια σύντομη ιστορία για τον άγιο Donizetti. Αμέσως άρχιζε να παίζει. Αυτή πλησίασε ένα νεαρό που καθόταν στο Ζόναρς και αφού του έδωσε το πορτοφόλι της, του είπε να πάει να την κεράσει κάπου, που οι γυναίκες είναι ζωντανές και οι σερβιτόροι ξέρουν ότι άλλο το κονιάκ που ζητάει αυτή κι άλλο αυτό που προσφέρουν στα μνημόσυνα. Μετά μου ψιθύρισε ότι θέλει απόψε να χορέψει, να κρυφτεί, να πηδήξει απ’ το παράθυρο ενός ξενοδοχείου, να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών και να ακούει όλη τη νύχτα το “violin concerto in D major” του Brahms. Ύστερα μου υποσχέθηκε ότι μια βραδιά που θα φοράει αυτή το πουκάμισό μου κι εγώ το παλιό γκρι παλτό θα με πάει εκεί που ακόμη και σήμερα οι ερωτευμένοι ακούνε Enrico Caruso.

Είδα την Anouk Aimée χθες το βράδυ, κοίταζε περίεργα τους θαμώνες του Pop. Μου είχες πει ότι ήταν ωραία εδώ, παραπονέθηκε. Κι όμως κι αυτοί ποζάρουν όπως οι άλλοι στο Σύνταγμα, μπροστά στο δέντρο. Θέλω galaxy μου λέει. Αν ήταν Πέμπτη θα σε πήγαινα στο Godot, αν ήταν Κυριακή θα σε πήγαινα στο Σούνιο, αν ήταν αλήθεια κάτι έστω απ’ όλα θα σε πήγαινα απλά σπίτι, απαντάω. Όταν αναρωτήθηκα μήπως είναι ήδη αργά απάντησε, με το στόμα του Ελύτη, πως εδώ και τώρα είναι Άνοιξη παρά τέταρτο και πως «εντελώς αντίθετα απ’ τον (…) Hervey de Saint-Denys, που ζητούσε να φωτίσει τον ύπνο απ’ τη μεριά του ξύπνιου εαυτού του, επεδίωκα εγώ να συλλαμβάνω την καθημερινή ζωή από τη μεριά του ονείρου». Όταν επέμεινα, μου έδωσε ένα φιλί με γεύση πραγματικής Γυναίκας και είπε πολύ γλυκά, σκάσε επιτέλους και άκου τη μουσική.

υγ. η βόλτα μου ξεκίνησε από εδώ βέβαια.

Δεκεμβρίου 14, 2009

αγκαζέ

Περπατάνε αγκαζέ στο πεζοδρόμιο. Μαύρο γυαλί μάσκα, τσάντα με τεράστια ταμπέλα και όλο το στιλ του κόσμου να ξεχειλίζει από τα φρεσκοπλυμένα μπατζάκια. Μάνα και κόρη, σε έναν απόλυτο συντονισμό ομορφιάς και ζωντάνιας. Ξανθές σελίδες, μηνιαίου περιοδικού, παγωμένες εικόνες από το χθεσινοβραδινό E! Entertainment. Η μία μοιάζει τόσο με την άλλη, που πρέπει να είσαι προσεκτικός αν θες να πεις ποιά είναι η μάνα και ποιά η κόρη.

Περνάνε δίπλα μου, κούκλες σωστές. Δεν μπορώ να αποφασίσω ποια να κοιτάξω. Δεν μπορώ να καταλάβω ποιά κολακεύεται περισσότερο απ’ το σάστισμά μου. Με προσπερνάνε, σχεδόν πετάνε πάνω από το πεζοδρόμιο. Καμιά αβλεψία του δήμου Αθηναίων δεν μπορεί να μουτζουρώσει το τέλειο έργο που ανεβάζουν μόνο για τα μάτια μας. Σχεδόν πατάνε πάνω μου.

Κοντοστέκονται μπροστά σε ένα καθρέφτη. Κάνουν μια χειρονομία, τελειοποιούν μια αφέλεια που προσωρινά ξέφυγε. Κάνουν μια χειρονομία, έξαλλα ειρωνική προς το ηττημένο χρόνο. Τον καταργούν για τόσο, όσο μπορούν δηλαδή, για τώρα. Μέχρι να επιστρέψει με τη μορφή μιας αναπόφευκτης κατάρρευσης ή ενός αμείλικτου ερωτήματος που θα λέει κάτι σαν: «μαντεύεις τί βρίσκεται στο τέλος της Πατριάρχου Ιωακείμ;».

Πιο κάτω, σ’ όλους τους εμπορικούς δρόμους, παρόμοια θεάματα καθρεφτίζονται στις στολισμένες βιτρίνες. Μάνες και κόρες ψάχνουν το, αιωνίως παρόν, μάτι της κάμερας, τον αεικίνητο παπαράτσι και το πολυπόθητο μεσημεριανό παράθυρο.

Αμέτρητες Λάσκαρη και Χρονοπούλου παρελαύνουν στην Μηλιώνη, πριν χαθούν στα βάθη της Ερμού. Η μία παρασύρει την άλλη στον χορό των βαμπίρ, στην αίθουσα που συνωστίζονται τα πεινασμένα ανδρικά βλέμματα.  Πάνε μαζί κομμωτήριο, μοιράζονται στενά μπλουζάκια, γούστα, νιάτα και εσώρουχα. Μοιράζονται την επιθυμία των περαστικών, τον φετινό τραγουδιστή που τα σπάει στη Συγγρού, την παραλιακή και την Κηφισιάς. Μοιράζονται τα πάντα εκτός απ’ την επώδυνη διαφορά τους.

Κι όμως βγάζει μάτι η απουσία ενός Αλεξανδράκη. Εδώ δεν έχουμε δράματα, έρωτες ή εκδίκηση. Μόνο το ίδιο σουτιέν από σιλικόνη και μερικά ματαιωμένα ραντεβού με την αισθητικό. Αναρωτιέμαι ποιά θα γύρει στον ώμο της άλλης την ώρα του πανικού.

Λένε για τις σχέσεις μάνας και γιού και πώς αλλιώς. Στην Ελλάδα ζούμε. Πώς όμως να περιγράψεις αυτό το αγκαζέ περπάτημα; Την παραίτηση από την θηλυκότητα για χάρη μιας υποτιθέμενης σέξυ πόζας; Την άνευ όρων παράδοση στην τηλεοπτική πραγματικότητα; Την εξορία της διαφοράς;

Φτάνω στο Σκουφάκι, που άλλαξε καρέκλες για να νιώθουν πιο άνετα οι «αριστεροί» που πίνουν καφέ στο Κολωνάκι. Το κόλπο πιάνει, κάθομαι χαλαρός. Γύρω μου, μάνες και κόρες, απτόητες, παραγγέλνουν φρέντο και ξορκίζουν το ενδεχόμενο του πάθους, μιας πτώσης ή της αφήγησης που επιμένει να υποστηρίζει ότι οι έρωτες δυσκολεύονται να γεννηθούν παρουσία κάμερας.

Δεκεμβρίου 6, 2009

μερικές ότι να’ ναι σκέψεις

Τα συμβατικά μέσα ενημέρωσης όποτε αναφέρονται στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη, χωρίς να το καταλαβαίνουν, υποδεικνύουν ξεκάθαρα μερικούς απ’ τους λόγους που (υποπτευόμαστε ότι) γεννούν Δεκέμβρηδες.

***

‘Ολη την περασμένη εβδομάδα τα media φτιάχνουν κλίμα. Αυτό το περιμέναμε. (πχ. από την Πέμπτη, στο ένα παράθυρο οι ρεπόρτερ, στο άλλο περσινές φλόγες. Πληροφορίες – από την αστυνομία & το υπουργείο, από πού αλλού; – για εκτεταμένα επεισόδια, ξένους εισβολείς αναρχικούς ή τον «φόβο της αστυνομίας»). Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν να βγάζουν δηλώσεις οι πολιτικοί αρχηγοί, στην ίδια λογική με τις προληπτικές προσαγωγές. «Η μετατροπή του σε «επέτειο καταστροφών», είναι προσβολή στη μνήμη του» λέει πχ. ο ένας. Όσο δικαίωμα έχουν να καθορίζουν τον ορθό τρόπο πένθους για ένα παιδί, οι οποιοιδήποτε αντιεξουσιαστές, άλλο τόσο έχουν και οι επαγγελματίες ερμηνευτές της κοινής γνώμης, οι καλοί μας πολιτικοί. Σε ποιόν ανήκει ένας νεκρός; Στη μάνα του και μόνο, λέω.

***

Το Σάββατο σε δελτίο ειδήσεων (νομίζω στο Mega) το γράφημα δείχνει ένα ποσοστό και από πάνω γράφει: «πιστεύετε ότι μπορεί να συμβεί ένας νέος Δεκέμβρης;». Ο ρεπόρτερ που μιλάει, μεταφράζει, για χάρη μας: «πιστεύετε ότι μπορεί να συμβούν ξανά επεισόδια;».

***

Τρίτη ή Τετάρτη βράδυ πέρσι περπατάω μόνος μου στο κέντρο για ώρα. Συναντώ μια φίλη σε σουβλατζίδικο της Κάνιγγος. Πρέπει να είναι το μοναδικό ανοιχτό. Μέσα είναι οι ιδιοκτήτες και τρεις Γάλλοι από τηλεοπτικό συνεργείο κάποιου γαλλικού καναλιού. Όσο μιλάμε και συζητάμε με τη φίλη, οι δημοσιογράφοι εμφανώς στήνουν αυτί. Τί να καταλάβουν άραγε; Μας ρωτούν στα αγγλικά. Θέλουν να μάθουν τα πάντα με αληθινή απορία. Δεν είναι υποστηρικτές κάποιας θεωρίας περί εξέγερσης. Δεν είναι απολογητές της νομιμότητας. Γυρνάνε συνεχώς στον τόπο που συμβαίνουν όλα, μπας και συλλάβουν κάτι απ’ την ατμόσφαιρα.

***

Τα μέσα επιμένουν: είναι το δεύτερο crash test της κυβέρνησης ο Δεκέμβρης. Η αποσυναρμολόγηση του περσινού συμβάντος έχει ξεκινήσει από δημοσιογράφους, συνεχίζεται από πολιτικούς και είναι βολικός για όλους. Αν αναφέρεσαι στον περσινό Δεκέμβρη και θυμάσαι μόνο τις φλόγες, μάλλον έχασες μια καλή ευκαιρία να προσπαθήσεις να αφουγκραστείς  όσα η κοινωνία δυσκολεύεται πια να θάψει στον αντικατοπτρισμό κάποιας τηλεόρασης. «Ότι απωθείται από την επιφάνεια επιστρέφει εκδικητικά στο εσωτερικό και τοκίζεται μέχρι την ημέρα της πτώχευσης» έλεγε για άλλους λόγους βέβαια ο Ευγένιος Αρανίτσης, ας πούμε ότι ταιριάζει κι εδώ.

***

Τί έμεινε απ’ τον περσινό Δεκέμβρη; Απ’ τις συζητήσεις που πιάνω, βλέπω μια τεράστια απογοήτευση να κατακάθεται πάνω στα κεφάλια μας. Κακώς. Δε θέλω να μιλήσω για τη δυναμική, για τις συζητήσεις, για την κοινή αγωνία. Τα λένε καλύτερα άλλοι: «Οι άνθρωποι αρχίζουν να βγαίνουν από το επίχρυσο κουκούλι τους, να διασταυρώνουν τα βλέμματά τους και να ανακαλύπτουν σ’ αυτά κοινές αγωνίες … Εκείνες τις ημέρες του Αρμαγεδδώνα έβλεπα γύρω μου φιλικά πρόσωπα και ζεστές χειρονομίες που μου είχαν λείψει για πολύ, πολύ καιρό». Ο Μανώλης Μαυροματάκης μετά το τέλος της θεατρικής παράστασης εκείνη την περίοδο έλεγε (στο περίπου κι από μνήμης): «βγείτε στους δρόμους ή μείνετε μέσα δεν έχει σημασία. Κοιτάξτε δίπλα σας, μιλήστε στους φίλους, στην οικογένειά σας, στη σύντροφό σας και το κορίτσι σας». Και ω ναι κάποιοι μιλήσανε, κάποιοι γνωριστήκανε, κάποιοι βγήκαν απ’ το επίχρυσο κουκούλι.

***

Η περίφημη βία του Δεκέμβρη δε συνίσταται κυρίως στις σπασμένες βιτρίνες, τις κατεβασμένες τζαμαρίες και τα διαλυμένα μάρμαρα. Αυτά είναι το θέαμα, το «αίμα», οι ψευδείς εικόνες, η στρέβλωση και ίσως ο χουλιγκανισμός, τα απότοκα του σημερινού τρόπου ζωής. Μπορούμε όμως άραγε να ισχυριστούμε ότι υπήρξε κατά κάποιο τρόπο μια βίαιη επανανοηματοδότηση του δημόσιου χώρου; Ότι συνέβη η μετατροπή, έστω και για όσο λίγο κράτησε η κατάληψη, της πεθαμένης ΕΣΗΕΑ σε ένωση; Ίσως η Πανεπιστημίου να φτιάχτηκε για τα παιδιά που κάθισαν τότε οκλαδόν, η ΕΡΤ να δημιουργήθηκε μόνο για να δείξει ένα πανό που λέει, βγείτε στους δρόμους. Με άλλα λόγια η βία μπορεί και να συνίσταται στο ότι δεν μπορεί η όποια νομιμότητα να ξεπερνάει σε σημασία ένα διαλυμένο κοινωνικό ιστό. Μήπως το κοινωνικό συμβόλαιο αξίζει όσο ένα χρυσόβουλο;

***

Όπως και να έχει, γκρινιάζω ακόμη για τα περσινά μπάχαλα. Μια φίλη, για να με πειράξει μου λέει: «προσπάθησε να βλέπεις τη βία ως μια συνομιλία. Ως ερώτηση και απόκριση. Κάθε ντου με πέτρες είναι η απάντηση σε μια προηγούμενη προσαγωγή, σε ένα χτύπημα με γκλομπ, σε μια βραδιά στο οικογενειακό τραπέζι. Μια διαρκής χειρονομία πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη πλευρά. Έχεις ποτέ παρατηρήσει πόση βία βρίσκεται μέσα στο λεωφορείο μια οποιαδήποτε καθημερινή μεσημέρι; Είδες ποτέ στα μάτια αυτών που συναλλάσσονται στις δύο πλευρές του γκισέ, πώς παραφυλάει το ανάθεμα, πώς τινάζονται οι φλέβες στο λαιμό;». Προσπαθώ να καταλάβω και τους μπάχαλους. Καμιά κοινωνική συμπεριφορά δεν γεννιέται μόνη της, δεν ξεπετιέται στον καθημερινό στίβο από το πουθενά.

***

Την Παρασκευή αναρωτιέμαι γιατί να κατέβω στην πορεία την Κυριακή. «Χρειαζόμαστε ένα σημείο αναφοράς, μια ημερομηνία» μου λέει κάποιος. Η ευρύτερη αριστερά έχει έντονη σχέση με τα βαμπίρ και τη λογική του βρικόλακα. Έχει εθιστεί στο αίμα, στην τραγωδία και στις θυσίες. Γιατί πρέπει πάντα οι ημερομηνίες μας να έχουν σχέση με κάποια ήττα, με κάποιο θάνατο; Έχετε προσέξει ότι οι ημέρες του έθνους είναι σύμβολα νίκης και ανάτασης; Το «όχι» γιορτάζουμε, όχι την εισβολή των Γερμανών. Την έναρξη (έστω σε αυτή τη αυθαίρετη και πειραγμένη ημερομηνία) της επανάστασης, όχι την ναυμαχία του Ναβαρίνο, ας πούμε, αφού εκεί οι ξένοι θα είχαν την πρωτοκαθεδρία. Γιατί δεν διαλέγουμε να συναντηθούμε στους δρόμους μια μέρα που θα συμβολίζει μια νίκη; Άλλωστε εξέγερση με ραντεβού και σε προκαθορισμένη ημερομηνία γίνεται;  Όμως η αριστερά λατρεύει τους νεκρούς (κι όχι απαραίτητα «δικούς της»). Δε θέλω λοιπόν άλλα μνημόσυνα, έλεγα την Παρασκευή. Όμως, λίγο η τρομολαγνεία των καναλιών, λίγο το άρθρο του κ. Καλύβα στο Βήμα της Κυριακής, λίγο το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ καθιερώνει πλέον επισήμως τις προληπτικές διώξεις πολιτών, με έπεισαν πάλι. Ευτυχώς.

*** ****** ***

υγ. και κάτι ακόμη: Ο Μέηλερ έγραφε το 1968 στις Στρατιές της Νύχτας: “η νέα γενιά πίστευε στην τεχνολογία περισσότερο απ’ οποιαδήποτε προηγούμενη, αλλά η γενιά αυτή πίστευε και στο LSD, σε μάγισσες, στις φυλετικές διακρίσεις, στο όργιο και στην επανάσταση. Δεν έτρεφε κανέναν απολύτως σεβασμό στην απρόσβλητη λογική του επόμενου βήματος (…) Ο ριζοσπαστισμός τους βρισκόταν στο μίσος τους για την εξουσία – η εξουσία ήταν η αποκάλυψη του Κακού για τη γενιά αυτή”