χαρά

// κειμενάκι γραμμένο για το project χαρά που η ομάδα [nomades artcore] πραγματοποίησε στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου //

Μοιάζει με έκρηξη. Το παιδί που παίρνει φόρα και πηδάει απ’ το βράχο στη θάλασσα κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του τα λυγισμένα γόνατα. Μπόμπα. Σηκώνεται ένα νερένιο μανιτάρι, ακούγεται ένας γδούπος, ένα τεράστιο ανθρώπινο βότσαλο στη θάλασσα και το νερό φτάνει ψηλά και καταβρέχει τους υπόλοιπους. Χαρά. Έχει καύσωνα, ήσουν κολλημένος στην κίνηση, ιδροκοπάς, φτάνεις, η άμμος καίει, πετάς τη μπλούζα όπως όπως και βουτάς τρέχοντας. Χαρά. Τέλειωσες τη δουλειά, το πουκάμισο σε στενεύει, η τσάντα είναι βαριά, κάθισες στο τραπεζάκι στον πεζόδρομο, ήρθε η παγωμένη μπύρα. Χαρά. Ξεκλειδώνεις, γυρνάς σπίτι μετά από κάμποσες ώρες, ο σκύλος έχει κολλήσει τη μούρη του στην πόρτα. Κουνιέται η ουρά του πέρα δώθε, κουνιέται και το σώμα του ολόκληρο. Πηδάει πάνω σου, λυγίζει τα πόδια του, κάνει κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό του. Ο σκύλος ξέρει να σου πει τί θα πει χαρά. Χαρά. Το παγωτό καϊμάκι, τα σταφύλια, το παγωμένο νερό, ένα σαρδάμ μπροστά στους φίλους, ο μεσημεριανός ύπνος σε αυλή, τα γεμιστά, οι λαχανοντολμάδες, τα εισιτήρια για το ταξίδι εκδόθηκαν, μεθύσι καθημερινή απόγευμα, συναυλία και όλοι χορεύουν, αυτοσχέδια ερμηνεία άπαιχτου ακόμη μιούζικαλ στο σαλόνι, ο Μπομπ Ρος και συ στον καναπέ νυσταγμένος, τα χαστουκόψαρα, τα κείμενα κάποιας ouming, ονειρεύεσαι στον ξύπνιο, κάποιος που λέει με φοβερό τρόπο ανέκδοτα, μια αιώρα, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα παιδί κάνει μια απίθανη ερώτηση, ο ήλιος τον Μάιο, τον Σεπτέμβριο, το Φεβρουάριο. Χαρά. Πέτυχες τη Χαρά τη χορεύτρια στο δρόμο. Διάβασες τους Πτυχιούχους. Άκουσες ένα οποιοδήποτε τραγούδι τη στιγμή ακριβώς που το χρειαζόσουν. Ήσουν στο μαιευτήριο, στα γενέθλια, στην αίθουσα αναμονής και όλα πήγαν καλά. Την παρατήρησες τη στιγμή που περνούσε, έπιασε με τη χούφτα της το βασιλικό και τον κούνησε ελαφρά. Γυρνάς πατημένος στην εθνική για να προλάβεις, μετανιώνεις την ίδια στιγμή που τρέχεις, αλλά τρέχεις, φτάνεις, προλαβαίνεις και ιδού μια αγκαλιά που μετανιώνεις ακόμη περισσότερο που έτρεχες, αλλά εσύ νιώθεις μόνο χαρά. Ατόφια χαρά. Σου έκαναν ένα δώρο. Έκανες ένα δώρο. Ήταν ένα μπλουζάκι που πάνω έχει μια ατάκα που θα την καταλάβει μόνο η παρέα. Γελάς και τη φοράς σαν πολύτιμο λάφυρο και σαν πανοπλία. Μπήκε η κωλόμπαλα, μιάμιση ώρα παρακαλάς, μπήκε. Χαρά. Γαλακτομπούρεκο. Κεράσια. Ουίσκι. Τάβλι στο χωριό. Πανηγύρι σε άσχετο χωριό, τρως μέχρι σκασμού και πίνεις και στο τέλος είσαι ο τελευταίος στο χορό. Σε σέρνουν. Σε σέρνουν σ’ αυτό το μέρος που είναι άβολα και βολικά, γνώριμα και νοσταλγικά, που είναι εδώ και τώρα και να δεις πως το λένε, το λένε χαρά. Χαρά. Είπε ναι με τη μία, είπε έρχομαι, είπε φίλα με, είπε και τι δεν είπε, μίλαγε διαρκώς. Χαρά. Το παγωμένο ποτάμι στη Φλώρινα, η παλιά πόλη στην Ξάνθη, το πλοίο βγαίνει από το λιμάνι του Πειραιά. Επιτέλους ξαπλώνεις, επιτέλους τους βλέπεις, επιτέλους φωνάζεις, επιτέλους ξεκινάς. Είναι 22 Δεκεμβρίου τα μπαρ της Αθήνας είναι όλα γεμάτα, φωνάζετε και δεν χορταίνεστε. Είναι Αύγουστος και τα αστέρια στο νησί είναι πιο καθαρά απ’ το δρόμο. Περπατάτε αργά, το αλάτι στα μαλλιά, κοιτάτε πάνω και βλέπετε παντού. Που και που κάποιος λέει ένα μισοπετυχημένο αστείο. Περπατάτε αργά. Δεν βιάζεστε. Χαρά.

DSC_0127

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες, Uncategorized

με βήμα κανονικό

Είναι σχεδόν αδύνατο να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου, πόσο μάλλον να μην βυθιστείς σε μια γενική πικρή διάθεση, αν συνδυαστεί η επιστροφή σου με διάβασμα των σχολίων των θιασωτών της λιτότητας (και πλέον της εξόντωσης) των άλλων. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα, δεν υπάρχει Κυριακή, δεν υπάρχουν ναζί, δεν υπάρχει τίποτα παρά μόνο ένας λογαριασμός και η συναίνεση στην περιφρόνηση.

Είναι βέβαια άδικο να κρίνεις τον κόσμο μέσα από την οθόνη που παίζει ειδήσεις, φορολογικά νέα, νεοναζί, αδιαφορία και ακραίο συντηρητισμό. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο εστιάζοντας μόνο στον περιρρέοντα ρατσισμό, στα κυριακάτικα αφεντικά, στον κυνισμό των αρθρογράφων της καθημερινής, στη βλακεία των μπάτσων που κυνηγάνε ελεύθερους κατασκηνωτές.

Είναι εξίσου άδικο να κρίνεις τον κόσμο με κριτήριο την σκιά του αρμυρικιού, του κέδρου και της καρυδιάς. Δεν μπορείς να εστιάσεις μόνο στον ψίθυρο του κύματος, στα αλμυρά χείλη, στο παγωμένο αλκοόλ και το κυκλαδίτικο τοπίο. Δεν μπορείς να αντιληφθείς τον κόσμο έχοντας κυρίως στο μυαλό τη νυχτερινή ησυχία στον Χρούσο κάτω από τα εκατομμύρια αστέρια ή το είδος της ηδονής που νιώθεις όταν τρως και πίνεις και είσαι ξυπόλυτος με τα πόδια χωμένα στην άμμο.

Αλλά βέβαια τώρα τελευταία δεν έχει και πολλά να καταλάβεις. Καλά τα λέει ο σραόσα: Ο ηθικισμός είναι απροκάλυπτα πλέον πολιτικό όπλο. Πάει πέρα από την καταπίεση της επιθυμίας, προς την κατεύθυνση της συστηματικής και εντατικής κατασκευής ενοχής για κάθε μορφή ετερότητας ή δημιουργικής αυτοέκφρασης που θα προκαλούσε οποιαδήποτε ανατάραξη στο εργοτάξιο του κόσμου-φυλακή στο οποίο ζούμε: η μισανθρωπία στην υπηρεσία της εξουσίας.

*

Προς στιγμή τις προάλλες νόμιζα πως άλλαξα πίστα, πως κατέκτησα ένα κάποιο επίπεδο ηρεμίας ή και διαύγειας. Φυσικά τίποτα τέτοιο δεν ισχύει, απλά είχα ξεβγαλθεί στο δροσερό νερό και είχα συνηθίσει σε μια δροσιά που συναντά κανείς σε ορισμένα παραθαλάσσια μέρη ή σε ορεινά χωριά. Το πρώτο βράδυ ξαπλώσαμε στη σκηνή (αμέριμνοι και παράνομοι) και ξαφνικά, αφού τα αθηναϊκά μάτια που βλέπουν μόνο μέχρι  τα δυο τρία μέτρα έψαξαν για τσιμέντο μάταια, συνειδητοποίησα ότι από πάνω υπήρχε μόνο ουρανός. Να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Να δούμε το μέγεθος των πραγμάτων, αμπελοφιλοσόφησα για 30 περίπου δευτερόλεπτα. Μετά κοιμήθηκα σα σκύλος. Ευτυχισμένο κουλουράκι.

διαύγεια

διαύγεια

*

Μ’ αρέσουν τα διηγήματα της Κιτσοπούλου, μ’ αρέσουν αρκετά μάλιστα. Απλά κάθε φορά που τα διαβάζω σαν αυτόματη αντίδραση, σκέφτομαι από μέσα μου ότι ναι ρε παιδί μου, αλλά κάπως υπερβολικά είναι όλα αυτά. Κάπως τραβηγμένα. Ο Παντζαράς της ιστορίας δέρνει, τα γαμάει όλα, αθάνατη ελληνική επαρχία. Αλλά εγώ σκέφτομαι την ίδια κιόλας στιγμή, εντάξει αλλά για πότε μιλάμε; Πότε έπεφτε ξύλο μέσα στα σπίτια και τα διαμερίσματα; Πότε ζούσαν οι άνθρωποι αυτά τα δράματα;

Δεν περνάνε δυο μέρες από την επιστροφή και στη βόλτα του σκύλου ακούω φωνές. Από τη μια πολυκατοικία ακούγεται ένα σπαραχτικό «Νίκο, Νίκο μη σε παρακαλώ» κι ύστερα σιωπή. Από την απέναντι ο τύπος που έχει βγει στο μπαλκόνι μας βλέπει που κοιτάμε αποσβολωμένοι και λέει κάτι του στιλ τη δέρνει πάλι, θα τη σκοτώσει. Πριν προλάβουμε να αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι, ο τύπος από το μπαλκόνι μας δείχνει κάποιον που βγήκε από την πολυκατοικία και απομακρύνεται με κανονικό ρυθμό χωρίς να μας κοιτάξει (ενώ μέχρι λίγα δευτερόλεπτα πριν φωνάζαμε). Αυτός είναι. Αυτός είναι. Κανονικός, με ζελέ και καρό βερμούδα. Κανονικός, απομακρύνεται με κανονικό βήμα. Δεν βιάζεται, ούτε γυρνάει να μας κοιτάξει. Στεκόμαστε ακίνητοι δέκα μέτρα πίσω. Α ρε αθάνατη ελληνική επαρχία,  άντρακλες, λεβέντες, καραμπουζουκλήδες, σούζα η άλλη μπροστά σου, σούζα. Α ρε αθάνατη ελληνική Αθήνα. Απομακρύνεται ο λεβέντης. Βήμα κανονικό. Χωρίσανε πρόσφατα συνεχίζει την ενημέρωση ο τύπος. Κι επειδή χωρίσανε, θα σου δείξει μωρή, θα σου δείξει. Τι σημαίνει χωρίσανε. Ρε λεβέντης ρε. Α ρε αθάνατη ελληνική Ελλάδα. Απομακρύνεται η Ελλάδα με βήμα κανονικό. Τσολιάς ρε, ίσια το κορμί, λεβέντης περπατάει προς τον κεντρικό. Να τον δει να τον χαίρεται η μάνα του έτσι που περπατάει. Με το κεφάλι ψηλά.

Σήμερα, μιάμιση μέρα μετά, προχωράω προς το αυτοκίνητο στη Νίκαια. Μπροστά μου στα σκουπίδια μια γυναίκα, δε θα ‘ταν πάνω από πενήντα. Ψάχνει, ανασκαλεύει. Το ντύσιμό της κανονικό, δεν φανερώνει άνθρωπο πεταμένο από τη ζωή, κουρέλι. Μια χαρά. Αξιοπρεπέστατη. Γυρνάει και με κοιτάει, δεν παίρνει τίποτα. Προσέχω λίγο καλύτερα. Το μάτι της μαυρισμένο. Μπουνιά στο αριστερό μάτι. Χαμήλωσα το βλέμμα ασυναίσθητα, εγωιστικά και καθόλου αξιοπρεπώς. Και φτωχοί και λεβέντες ρε. Και έλληνες. Αθάνατη ελληνική Νίκαια. Περήφανοι, φτωχοί και λεβέντες.

φωτογραφία (10)

εριστικό σχόλιο κάτω από ωραίο ελληνικό ξύλινο παράθυρο

*

Κατά τ’ άλλα, τα γνωστά. Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Μην γκρινιάζετε, δουλέψτε, σκάψτε, σκάστε.

*

Σκόρπιες σκέψεις κλασσικά για τη συνέχεια του νεοελληνικού κράτους. Το Μαπούτσε περιγράφει την Αργεντινή, τη χούντα της, την ιστορία και τους ήρωές της. Και μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την λεβέντισσα ελλάδα. Για τις περιουσίες που αποκτήθηκαν επί κατοχής, για τους ταγματασφαλίτες, τους βασανιστές και την εκκλησία. Η περίφημη συζήτηση για την Αργεντινή (θέλουμε να γίνουμε/δε θέλουμε να γίνουμε) είναι εκτός τόπου και χρόνου. Με την Αργεντινή δε μας χωρίζει ένας ωκεανός και μερικές χώρες. Είμαστε δύο κόλλες χαρτί και ανάμεσά μας κάποιος έβαλε απλά ένα καρμπόν. Και είτε σε λένε Βιντέλα είτε Μάλλιο γράφεις με το ίδιο μελάνι, το ίδιο συνέχεια κείμενο, την ίδια ιστορία. Την ιστορία του φασισμού.

*

Ο ήρωας του καλοκαιριού όμως δεν ήταν ο Μουνής, όσο ενδιαφέρον και να παρουσίαζε η περίπτωσή του. Ούτε η Μαπούτσε. Ο ήρωας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε, ο Περαστικός του Ταϊμπό. Κι αυτός περισσότερο απ’ όλους συνετέλεσε στη διαύγεια που πρόσκαιρα απέδωσα στην παραλία, την άμμο και το τσίπουρο. Ο Σαν Βισέντε δε γκρίνιαζε, μόνο ζούσε. Όλο το καλοκαίρι, ο Σαν Βισέντε έτρεχε ανάμεσα στις φλόγες του Φεργκιουσον ή στη Γάζα, μπορεί και στα δύο ταυτόχρονα. Έτρεχε και στεκόταν με το πιστόλι στο χέρι μπροστά στο τραμ που οδηγούσε ο απεργοσπάστης. Βοηθούσε τους υφαντουργούς να οργανωθούν, διαφωνούσε για τις περίφημες συνθήκες (αν και επέμενε φοβερά στο θέμα της οργάνωσης και ήταν πρώτος στη δουλειά, είτε πρόκειτο να γράψει στη γραφομηχανή είτε να σκουπίσει τα γραφεία), πίστευε και στην επιθυμία, στο εδώ και τώρα, στον αγώνα σήμερα. Εξηγούσε στο νεαρό σύντροφό του, ότι δεν μπορεί να ανήκει στην ιδιοκτησία σου μια γυναίκα, ούτε αν την πληρώνεις. Ο Σαν Βισέντε ζούσε ανάμεσα στους εργάτες και τους περιθωριακούς, δεν υποτιμούσε κανέναν, ούτε και φοβόταν να πει ότι φοβάται. Ο Σαν Βισέντε όταν του έλεγαν ότι ο καιρός δεν είναι κατάλληλος ή ότι έπρεπε να προσέχει ή ότι τα αφεντικά τον έχουν στον μάτι, απαντούσε ότι την επανάσταση την κουβαλούσε μέσα του και την παίρνει μαζί του όπου πάει, είναι σαν αποσκευή. Και στη λεβέντισσα Ελλάδα και στο Μεξικό και στην Ισπανία. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα, αλλά ότι ίσως δεν θα άφηνε τη συγκεκριμένη ανάγνωσή της (που κυριαρχεί) να τον καθορίζει.

«Γιατί μπήκατε παράνομα στη χώρα;»

«Επειδή δεν πιστεύω στην παρανομία. Και μιας και το έφερε η κουβέντα, δεν πιστεύω ούτε στα σύνορα. Ανάμεσα σε Μεξικό και Γουατεμάλα δεν υπάρχει καμία διαφορά. Δεν έχει διαφορά το ένα δέντρο από το άλλο μέσα στη ζούγκλα. Ούτε και τα δέντρα αναγνωρίζουν σύνορα»

*

Με άλλα λόγια, και οι δύο περπατάνε κανονικά, με βήμα κανονικό. Και ο Νίκος και ο Σαν Βισέντε. Μόνο που ο Σαν Βισέντε γυρνάει κάθε λίγο και μας κοιτάζει. Και συνεχίζει παντού, σε όλο τον κόσμο, να περπατάει κανονικά. Κι ας τον κυνηγάνε όλοι οι Νίκοι του πλανήτη. Έχει την ωραιότερη αποσκευή και την παίρνει μαζί του όπου πάει.

7 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ο άνθρωπος κουρέλι

Τις προάλλες ήταν μια δύσκολη μέρα. Μια πληρωμή που άργησε κάπως, με έφερε ενώπιον διλημμάτων. Τι να πληρώσει κανείς και τι να αφήσει. Τίποτα το πρωτότυπο ή το υπερβολικά δύσκολο. Λίγο όμως η ζέστη, λίγο η δυσκοιλιότητα του ΔΣΑ, λίγο η ανελαστικότητα της φορθνετ, λίγο το ότι πρέπει να προλάβεις τα πάντα, μην έχοντας κουράγιο ή χρήματα ούτε για τα μισά, ε σκας. Και κάπως έτσι γίνεσαι Χουλκ κι ας μην υπάρχει ακτίνα γάμμα τριγύρω σου.

Βέβαια, συνηθίσαμε τόσο καιρό τώρα. Έτσι, λίγες ανάσες, δυο γουλιές καφέ, μια πιο συνολική θέαση του κόσμου, η απειλή μιας κρίσης πανικού, τα βάζεις όλα μαζί στο μπλέντερ και σιγά σιγά ηρεμείς. Άλλωστε με την περίφημη κρίση, αν κάτι έχω μάθει είναι η διαχείριση. Διαχείριση ληξιπρόθεσμων οφειλών. Διαχείριση εξόδων. Διαχείριση επιθυμιών. Μετά από τέσσερα χρόνια τουλάχιστον έγινα εξπέρ σ’ αυτό. Να αφήνω ένα λογαριασμό να λήξει για να πληρωθεί ένας άλλος χωρίς να αγχώνομαι. Να μετακινώ τα ίδια λεφτά γύρω γύρω κλείνοντας τρύπες ή μεταφέροντας το χρηματοδοτικό κενό από το ένα σημείο στο άλλο. Να μην ανοίγω καν το φάκελο. Αυτή η διαχείριση όμως δεν δημιουργεί ηρεμία ή νοικοκυριό. Δημιουργεί μόνο αγχωμένους δρομείς, δρομείς που μονίμως τρέχουν και αγωνίζονται σε έναν αγώνα χωρίς τέρμα, κίνητρο ή σκοπό.

Βλέπω τους φίλους που κάνουν πάνω κάτω το ίδιο πράγμα. Επιλέγουν πόσες μέρες θα μείνουν χωρίς ιντερνετ. Αν θα χρωστάνε στην τράπεζα ή αν δε θα βγουν για δυο και τρεις βδομάδες καθόλου. Αν θα περιοριστούν στον καφέ ή αν θα βάλουν βενζίνη. Για την εφορία δεν το συζητάμε καν. Πρόκειται για μια δημιουργική λογιστική μόνο που σε αυτή την περίπτωση υπάρχει πραγματικό διακύβευμα, ανάγκη και συνέπειες.

Έχουμε κάνει το ζόρι τρόπο ζωής και μόνιμο σύντροφο. Φυσικά η αξιοπρέπειά μας δεν κρίνεται από το αν ζοριζόμαστε ή γκρινιάζουμε για τα λεφτά. Οι ίδιοι φίλοι, που ασφυκτιούν από τα ποσά, που μέχρι και το ATMαδυνατεί να δώσει, αγωνίζονται, τρέχουν σε συλλογικότητες και οργανώσεις, ψάχνουν τρόπους και αρνούνται να δεχτούν εκβιαστικές ή υποτιμητικές προτάσεις. Αλλά η πίεση που ασκεί ο οικονομικός παράγοντας είναι πλέον αφόρητη. Δεν ζούμε για να διαχειριζόμαστε τη δυσφορία ή τη δυσπραγία μας. Δεν ζούμε για να κάνουμε οικονομία. Η προκοπή δε θα έρθει από τον ακρωτηριασμό και την ψυχική εξουθένωση. Η ζωή δεν μπορεί να σε τραβάει διαρκώς σε ένα όριο, απαιτώντας να ανταπεξέλθεις χωρίς να έχεις απαιτήσεις, να συμμορφωθείς δηλαδή ή να βουλιάξεις.

Με άλλα λόγια, όσο και να ψάχνουμε εναλλακτικές λύσεις, όσο και να εφευρίσκουμε καθημερινές πρακτικές, όσο και να επιμένουμε να συμμετέχουμε σε άλλα μοντέλα παράπλευρης πραγματικότητας, η πίεση μεγαλώνει. Η στέρηση της δυνατότητας ενός ταξιδιού, η αγωνία να μην αρρωστήσεις, η διαχείριση του μπάτζετ για το βιβλιοπωλείο, η αναζήτηση δανεικών χτυπάνε στον πυρήνα της ζωής, την ίδια την προσωπική αξιοπρέπεια.

Εντωμεταξύ, την ίδια ώρα που παλεύεις με τα ραβασάκια των εταιρειών και τις επιθυμίες σου, η ήττα γενικεύεται. Πριν προλάβεις να ξεϊδρώσεις από το εισιτήριο του 1,40 χωρίς a/c, με χαρακτηριστική καθυστέρηση και τρομολαγνικά από μικροφώνου σχόλια, θα δεις τι συμβαίνει έξω από τον μικρό εαυτό. Την ίδια ώρα που κατεβαίνεις σε μια μικρή αλλά αξιοπρεπή πορεία, το νομοσχέδιο για τις φυλακές τύπου Γ’ έχει ήδη περάσει. Μέχρι να βγάλεις ένα κείμενο ή να κάνεις ντους γυρνώντας από τη δουλειά, το Λιβάδι της Ηρακλειάς είναι ήδη sunbeachresortwhatever. Μέχρι να χωνέψεις το μέγεθος της αντιδραστικότητας των από πάνω, ο τόπος έχει μετατραπεί σε ολιγαρχία, τσιμεντένιο πεδίο μπράβων και τουριστικής δραστηριότητας.

Στην τηλεόραση η αριστερά παίζει σε απευθείας μετάδοση με τις εντυπώσεις της έννοιας «νομιμότητα». Η απίστευτη σημερινή ήττα έχει πολλές ρίζες, οι περισσότερες μάλλον βρίσκονται στα προηγούμενα χρόνια, τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Αλλά λίγα πράγματα πρέπει να είναι πιο εκνευριστικά από την λεκτική επαναστατικότητα (να μην τολμήσει η κυβέρνηση, η κυβέρνηση πέφτει, δεν πρόκειται να περάσει αυτό κλπ κλπ) που είναι σκέτες λέξεις κι ούτε καν πρόκες, αλλά τηλεοπτικά και κοινοβουλευτικά σχήματα. Στην τηλεόραση η αριστερά ζει στον κόσμο της αναμονής για τις εκλογές. Τίποτα δεν είναι αρκετά σημαντικό ή ακόμη χειρότερα όσο σημαντικό κι αν είναι, δεν ξέρουμε τί να κάνουμε για να απαντήσουμε σ’ αυτό πέρα από δελτία τύπου, ερωτήσεις και συμβολικές διαμαρτυρίες. Δεν λέω πως ξέρω εγώ ή άλλος τον τρόπο. Λέω πως η αριστερά εξακολουθεί να απολογείται, λες και δίνει εξετάσεις νομιμότητας, σ’ ένα ξεκάθαρα και απόλυτα αυταρχικό καθεστώς. Η αριστερά λες και απλά μπορεί να περιγράψει την κρισιμότητα της κατάστασης αλλά τίποτα περισσότερο απ’ αυτό. Αλλά η φράση που αγαπώ και επανέρχεται στο μυαλό μου λέει :«Ό,τι απωθείται από την επιφάνεια επιστρέφει εκδικητικά στο εσωτερικό και τοκίζεται μέχρι την ημέρα της πτώχευσης».

730734316Κάπως έτσι, πληρούνται οι όροι για αυτό που παρατηρούμε καθημερινά. Μας βλέπω στο Μετρό, στις τράπεζες, στα σούπερ μάρκετ, στη στάση των λεωφορείων. Αγέλαστοι, αφηρημένοι, πανικόβλητοι, με μια οργή που μοιάζει με αγκύλωση. Άνθρωποι πολλαπλώς ηττημένοι. Ασφαλώς υπάρχουν χειρότερα δράματα αυτή τη στιγμή στον κόσμο, αλλά δεν μπορώ παρά να σταθώ στην εικόνα του ηλικιωμένου ανθρώπου που αφήνει αμήχανα μερικά από τα πράγματά που είχε επιλέξει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ. Η φτώχεια δεν έχει αξιοπρέπεια όταν επιβάλλεται σαν φυσική καταστροφή την οποία πρέπει υπομονετικά να αποδεχτούμε.

Είμαστε άνθρωποι κουρέλια. Όχι γιατί τα παρατήσαμε, όχι γιατί δεν περνάμε ποτέ καλά και βουλιάζουμε στη μιζέρια. Όχι γιατί δεν γίνεται δήθεν τίποτα και παίζει το φασισταριό ανενόχλητο. Αλλά γιατί η ημέρα περνάει με υπολογισμούς και ιδέες για το τι ακόμη μπορούμε να κόψουμε. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί το νομοσχέδιο για τις φυλακές περνάει έτσι και δεν πρόκειται για μια προσβολή προς τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά για την προσεχή πραγματικότητα κάποιων κρατουμένων. Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί μια σιδερένια πυγμή διαλύει όλα όσα έχουν σημασία. Απ’ τον Σμαραγδή μέχρι τους αιγιαλούς, απ’ την κατάσταση στα νοσοκομεία μέχρι τις κομμένες συντάξεις. Απ’ τα μονίμως εκβιαστικά διλήμματα του να πρέπει να δεχτείς να κάνεις τη μία ή την άλλη δουλειά ανασφάλιστος, κακοπληρωμένος, parttime, απλήρωτος μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών. Απ’ τις καταθλίψεις της επιστροφής στο πατρικό μέχρι τον Δαραβίγκα και τον Ταμήλο.

Είμαστε άνθρωποι κουρέλια γιατί όσο κι αν αντισταθήκαμε κι όσο κι αν συνεχίζουμε να αντιστεκόμαστε, όλα αυτά, συμβαίνουν τώρα, την ώρα της δικής μας ζωής.

Αρκετά χρόνια πριν, είχα διαβάσει ένα στίχο της Δημουλά και μου είχε φανεί ωραίος. «Να αντέχεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις». Σήμερα αυτή η φράση μου φαίνεται ό,τι πιο άθλιο και κομφορμιστικό μπορώ να ακούσω. Το ζήτημα είναι το αντίθετο της αντοχής. Το ζήτημα είναι να μην αντέξουμε την κοινωνική και προσωπική κατάσταση έκτακτης (αλλά μόνιμης) ανάγκης. Το ζήτημα εντέλει είναι ότι καλύτερα μια κατάρρευση ή μια απίθανη οργή παρά ένα συνεχές λαχανιασμένο τρέξιμο πίσω από ένα αβίωτο κόσμο.

8 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ιούλιος

Η γυμνή πλάτη. Στην παραλία, στο κρεβάτι, στην άκρη μιας μπάρας. Η γυμνή πλάτη του Ιουλίου είναι ένα μαύρο μπλουζάκι, τα όχι τελείως λεπτά τιραντάκια, μια τεράστια καμπύλη σαν κόλπος της Αμοργού και ύστερα η ατέλειωτη διαδρομή, μικρά βραχάκια – η σπονδυλική στήλη – από το πίσω μέρος του λαιμού μέχρι το χάος.

*

Η μυρωδιά του βενζινάδικου ντάλα μεσημέρι κάπου στη Μεσσηνία. Αφόρητη ζέστη, άρρωστη μυρωδιά, απαίσια κι εθιστική. Κολλάει το χέρι σου στο μαύρο του αμαξιού στο κατεβασμένο παράθυρο. Ο σκύλος φτερνίζεται απ’ το πίσω κάθισμα χωρίς διακοπή όσο είμαστε εκεί.

*

Η καυτή άσφαλτος. Είσαι στην παραλία και θες να περάσεις απέναντι το δρόμο να φέρεις παγωτά. Αλλά είσαι αλλοπαρμένος, κόκκινος στους ώμους και το σβέρκο, ξεχνάς ότι πρέπει να έχεις μαζί σου λεφτά ή να φοράς παπούτσια. Ξεχνάς τους βασικούς κανόνες του πολιτισμού του χειμώνα και ξεκινάς για τα παγωτά ξυπόλητος και με άδειες τις βρεγμένες τσέπες του μαγιό. Τα πόδια σου τσουρουφλίζονται στην άσφαλτο, γυρνάς άπραγος, τρέχεις πάνω στην ζεματιστή άμμο να φτάσεις στην πετσέτα. Ενοχλείς του πάντες γιατί πηδάς πάνω σε όποια πετσέτα είναι πιο κοντινή. Κλωτσάς βιβλία, πατάς απλωμένα χέρια, χαλάς την ησυχία. Παίρνεις λεφτά, αλλά σοφός μαζοχιστής αρνείσαι τη βοήθεια της σαγιονάρας. Θα πας ξυπόλητος ξανά.

*

Με κλειστά τα μάτια ξαπλώνεις ανάσκελα για ώρα κι αιωρείσαι στο νερένιο κενό. Ξαφνικά αναρωτιέσαι που σε έφτασε το ρεύμα πιο κοντά ή πιο μακριά, κοιτάς δεξιά αριστερά και το βλέμμα σου έχει κάποιο φίλτρο, βλέπεις με ενσωματωμένο ινσταγκραμ, είναι όλα σιέλ ή απλά καμένα γαλάζια. Δεν έχεις ίνσταγκραμ είναι απλά μια παλιά φωτογραφία που έχει χαλάσει το χρώμα της. Πίσω στο χωριό, στη μια πλευρά του τραπεζιού κάποιος έχει μπροστά του δύο σακούλες και καθαρίζει φασολάκια. Στην άλλη πλευρά κάποιος χτυπάει και ακούει το καρπούζι. Ο χτύπος είναι σαν αλλόκοτη μουσική, σαν την πιο ουσιώδη επικοινωνία. Το καρπούζι δεν τρομάζει από την απειλή του μαχαιριού και λέει απαλά, μην με χτυπάς. Φάτε με.

*

Το πιο κλασσικό κοκτέιλ, αυτό που δοκιμάσαμε πριν απ’ όλα, που το ήπιαμε σχεδόν δωρεάν σε μια πλατεία έτοιμη να βουλιάξει απ’ τη ζέστη. Η μίξη της ξηρασίας των 40 βαθμών κελσίου και της ζαλάδας από τη μπύρα. Κάποια στιγμή σταματάει ο ιδρώτας, θες μόνο να λιώσεις, να ξεμείνεις με μια μισή πρόταση στην άκρη ενός παγκακιού ή μιας καρέκλας. Δεν υπάρχουν μυστικά να πεις, τα άγχη εξατμίζονται, η εικόνα που παρουσιάζεις στην περαστική που περνάει εξουθενωμένη αλλά το ίδιο όμορφη δεν έχει σημασία, τα λόγια βγαίνουν με το ζόρι και το παραμικρό δροσερό αεράκι γιορτάζεται σαν εθνική επιτυχία. Ωπ, νάτο. Το νιώθεις; Έτσι κράτα το λίγο, μείνε λίγο. Επικλήσεις σε έναν αόρατο ρυθμιστή του τοπικού μικροκλίματος. Νομίζω πως η μπύρα μας ζεσταίνει περισσότερο. Μα είναι παγωμένη. Κάποιες ώρες αργότερα ο ράθυμος πονοκέφαλος. Αργεί χαρακτηριστικά να σε αποχαιρετίσει κι όμως νιώθεις πως μαζί φέρνει και μια αδιανόητη διαύγεια. Εκεί που ανοίγεις την πόρτα σπίτι, κουρέλι κανονικό πια, πιστεύεις ξαφνικά ότι μπορείς να πάρεις τις πιο σοβαρές και οριακές αποφάσεις της ζωής σου. Ποτίστε με μπύρα στα τσιμέντα των Εξαρχείων κι ύστερα φέρτε μου να συμπληρώσω μηχανογραφικά, επιστολές παραίτησης, ερωτικά γράμματα. Φέρτε μου το χάρτη να δείξω αργά και υπολογισμένα εκείνο το νησί.

*

Βέβαια ο ντάλα ήλιος δεν αντέχεται. Αλλά μερικές φορές αυτό ακριβώς το στοιχείο του αφόρητου μοιάζει παρηγορητικό, σχεδόν φιλικό. Να περπατάς σ’ ένα χωμάτινο δρόμο ή να φλέγεσαι στην Σταδίου και να μην υπάρχει πουθενά σκιά. Να περιμένεις στα μάρμαρα του Πανεπιστημίου. Να κατηφορίζεις το δρομάκι για τη θάλασσα στο Σούνιο. Να μην σε πειράζει που πίνεις και ιδρωκοπάς στην Ηπίτου ή στο Μεταξουργείο. Με τα ρούχα της δουλειάς, η ρίγα της ζώνης του αυτοκινήτου στο πουκάμισο σαν την εμφάνιση του Περού, αλλά εσείς μιλάτε και περιγράφετε τις ίδιες και τις ίδιες γυναίκες. Ναι αλλά τα πόδια της. Ναι οκ, αλλά πραγματικά δεν ξέρω πώς να μιλήσω για τα πόδια της. Και παρεμπιπτόντως έχεις δει τα πόδια της; Τα πόδια της λέω, δεν μ’ ακούς.

*

Τίποτα δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν τελειώνει, όλα κυλάνε αιώνια στις φλέβες και τα φτύνεις τελικά απ’ το στόμα σαν ενοχλητικά κουκούτσια. Όλα μοιάζουν ταυτόχρονα σαν να τα έχουμε χάσει εξαρχής και σαν να περιμένουν στη γωνία να τα βρούμε.

***

[ Θα ήθελα να ήμουν τόσο καχύποπτος, τόσο μισός, τόσο εντοιχισμένος στο άθλιο παρόν αυτού του τόπου και να ήταν τέσσερις Ιουλίου του 2014. Θα ήθελα κάποιος να μου πει ότι μετά την καυτή άσφαλτο στο μαγαζί απέναντι έχει τα παγωτά, κάποιος να μου πει ότι έχει κι άλλες μπύρες παγωμένες κι άλλα φίλτρα ματιών και μυρωδιές βενζίνης και γυμνές πλάτες. Κι επειδή το λέει ήδη ο Ιούλιος, μπορώ απλά να τον ακούσω. Κι ας ζούμε πια μέσα στο κακό και την βαναυσότητα του φασισμού που ντρέπεται απλά να ανακοινώσει το όνομά του. Εδώ έχει και μάχες και Ιούλιο. Μπορούμε να πίνουμε ταυτόχρονα από δύο ποτήρια. Δεν μας τρομάζει το μεθύσι. ]

2 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

διαφημίσεις | εσύ κι ο γρύλος σου

Σ’ αυτή τη χώρα, ως γνωστόν, ελάχιστοι εργάζονται ακούραστα και φιλότιμα 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα. Πόσο μάλλον χθες που ήταν και αργία. Χθες ο μοναδικός που εργαζόταν πυρετωδώς μπορεί να ήταν ο ακάματος πρωθυπουργός μας, ο οποίος προσπαθούσε να χωρέσει σε μία κυβέρνηση, ικανές δόσεις ακροδεξιάς, υστερίας και «μεταρρυθμιστικής ισχύος». Ο μοναδικός; Όχι δα. Κάπου σε ένα δωμάτιο, κάποιοι ανέβαζαν κείμενα και φωτογραφίες κάνοντας δεκάδες λάθη, λάθη επί λαθών και όχι λάθη πάντα λάθη.

the cricket soundwave 2

Το αποτέλεσμα είναι εκτός από νέα κυβέρνηση, σήμερα να διαθέτομεν και νέο σάιτ ( thecricket.gr ). Με την ιδέα να πούμε ιστορίες, να συλλέξουμε μαρτυρίες και – όσο μπορούμε – να κάνουμε και ρεπορτάζ. Ξεκινάμε λοιπόν και έχουμε μεγάλη ποικιλία σε (ευχάριστα πάντα) θέματα. ( χημικά στο Αιγαίο , η ιστορία του Ρασίντ, μια τιτάνια έρευνα για τα παιδιά τις ταυτότητες και το διαδίκτυο, φωτογραφικά αφιερώματα , μια αφήγηση για τις μέρες στο νοσοκομείο της Νίκαιας και ένα σωρό άλλα που υπόσχομαι ότι θα σας ανοίξουν την καρδιά).

Με την ίδια πάντα σοβαρότητα και συνέπεια, με την ίδια βραδύτητα και αναποφασιστικότητα θα συνεχίσουμε και στο προσεχές μέλλον. Εύχομαι να απολαύσουμε όλοι το νέο site όσο θα απολαύσουμε τον αργύρη ντινόπουλο και τον ανδρέα λοβέρδο. Περαστικά μας και με τις υγείες μας. Καλές αναγνώσεις.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

τζαμ

Tο Σάββατο μετά την παράσταση ΜΟΝΟ του Μίχου στο Εμπρός, βρέθηκα πρώτη φορά σ’ αυτό που λένε τζαμ.

jam_1

αυτό που λένε jam

Φεύγοντας έκανα μερικές σκέψεις πρωτόγονες και πιθανότατα απελπιστικά κοινές, αφού η σχέση μου με το χορό συνοψίζεται στο μεθυσμένο χοροπηδητό και στα πανηγύρια της Αρκαδίας.

[όποιος θέλει να μάθει τί εστί contact improvisation ή jam ας κοιτάξει τα λινκς, γιατί αν το εξηγήσω εγώ δε θα καταλάβετε τίποτε]

Σκόρπια:

Ακριβώς όπως στη μπάλα, η ομορφιά βασικά βρίσκεται στο να την κλοτσάς εσύ, να τρέχεις πάνω κάτω εσύ, στο συλλογικό παιχνίδι στο οποίο συμμετέχεις εσύ. Όσο απομακρύνεσαι απ’ το κέντρο του παιχνιδιού, τόσο η ομορφιά μετατρέπεται σε κάτι άλλο, θέαμα, πώρωση, εφημερίδες, πρόεδροι, υποκατάστατο της χαράς. Από την μαγική αίσθηση του κοινού στη συνάντηση απλώς ενός κοινού ξεσπάσματος (ή σε κάποιες περιπτώσεις ενός μίσους. Οι οπαδοί σήμερα είναι περισσότερο αντιολυμπιακοί ή αντιπαναθηναϊκοί παρά κάτι άλλο). Η απόσταση μεγαλώνει ως εξής: απ’ το τάκλιν εντός γηπέδου, στην κερκίδα να δεις φίλους ή διπλανούς αγνώστους, στην οθόνη να δεις άγνωστους, στην οθόνη να δεις διάσημους. Ως γνωστόν η διασημότητα έχει διάφορες ιδιότητες, μία απ’ τις οποίες είναι να αυξάνει αδιάκοπα την απόσταση και να μετατρέπει το παιχνίδι εντέλει σε μουντιάλ του 2014, το οποίο για πρώτη φορά τόσο ισχυρά θέτει το δίλημμα της μη παρακολούθησης. Τουλάχιστον ας φάει η *εθνική ομάδα* τρεις τέσσερις πεντάρες για να χαρούν τα αντιακροδεξιά και ποδοσφαιρικά αισθήματά μας. Η απόσταση που δημιουργεί το παιχνίδι των υπερπλούσιων διάσημων, αναπόφευκτα λοιπόν οδηγεί στη στιγμή που η κορύφωση της καριέρας του έτσι κι αλλιώς αντιπαθή Κριστιάνο Ρονάλντο πάει μαζί με το γκλομπ του βραζιλιάνου μπάτσου. Στην εποχή που οι αντιθέσεις ζωντανεύουν μπροστά μας με τερατώδη συνέπεια, η γιορτή του ποδοσφαίρου (των άλλων) συγκρούεται αληθινά με το παιδί της φαβέλας.

Ξέφυγα.

*

Με τον ίδιο περίπου τρόπο, παρακολουθώντας το τζαμ αναρωτήθηκα τί είναι σήμερα άραγε πραγματικά ανατρεπτικό. Μια παράσταση με εμφανώς διαχωρισμένο το κοινό και τον καλλιτέχνη, στην οποία το κείμενο μιλάει για προβλήματα της εποχής και παρακινεί ή επιχειρεί να ξυπνήσει συνειδήσεις, συλλαβίζοντας τη λέξη ανατροπή; Ή μια παράσταση που δεν μιλάει, δεν κυριολεκτεί, αλλά καταργεί την (όποια) εξουσία του καλλιτέχνη, που βάζει το θεατή να παίξει, να χορέψει, να βρεθεί δίπλα στο μουσικό, να παίξει μουσική, να συνδιαμορφώσει;

(Εδώ ο αντίλογος είναι γνωστός, μα καμιά εξουσία δεν ανατρέπεται στ’ αλήθεια. Ακόμη και σε κάτι πραγματικά ανατρεπτικό, όπως ας πούμε το τζαμ, οι θεατές που ανεβαίνουν να χορέψουν δεν είναι όλοι, αλλά κάποιοι άλλοι χορευτές, πρώην και νυν μαθητές χορού κλπ. Ο αληθινά άσχετος, ο αληθινά σοκαρισμένος απ’ την κατάργηση της τάφρου θεατής δεν θα σηκωθεί. Μπορεί να φταίει βέβαια ο θεατής, δεν ξέρω).

*

Όλα τα παραπάνω τα σκέφτομαι, όχι γιατί ξαφνικά αποφάσισα να γίνω δημοσιογράφος του καλλιτεχνικού, ούτε γιατί έχω καμιά γνώση – προφανώς -, αλλά γιατί μου κόλλησαν με ένα άλλο θέμα που συζητιέται πολύ. Η κριτική, απ’ τα αριστερά στα αυτοδιαχειριζόμενα και συνεργατικά εγχειρήματα. Για να ξεμπερδεύουμε, φυσικά, γινόμαστε μάρτυρες, ειδικά στο έδαφος της κρίσης, μιας θεοποίησης κάθε κατάστασης που αυτοαποκαλείται αυτοδιαχειριζόμενη ή συνεργατική. Φυσικά πάνω απ’ τις μισές αυτές περιπτώσεις, απλώς ονομάζονται έτσι χωρίς να είναι ή στην καλύτερη περίπτωση έχουν κάποια λίγα τέτοια στοιχεία.

Αλλά το θέμα μας είναι (κυρίως) άλλο. Η κριτική απ’ τα αριστερά, που νομίζω ότι βλέπω όλο και πιο συχνά, λέει ότι τέτοιου είδους εγχειρήματα κάνουν μια τρύπα στο νερό, είναι μπαλώματα, δεν αμφισβητούν το «σύστημα» στο σύνολό του, δημιουργούν αυταπάτες κλπ κλπ.

Η δημιουργία τέτοιων δομών και οργανώσεων, με τις χοντρές αντιφάσεις τους, τις δυσλειτουργίες και τα όριά τους (;), δημιουργεί εξορισμού ένα ρήγμα, μια διακοπή στο κυρίαρχο φαντασιακό, του αδιάκοπου ανταγωνισμού και της υπερπολύτιμης ατομικότητας. Ακόμη κι αν αποτυγχάνουν παταγωδώς, ακόμη κι αν εκεί μέσα αναπαράγουν τις νοοτροπίες και τις πρακτικές του παλιού (του σημερινού δηλαδή) κόσμου, τελικά κερδίζουν γιατί υπαινίσσονται ότι κανένας δρόμος δεν είναι μονόδρομος και ότι η ζωή δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι μόνο έτσι και όχι αλλιώς. Υπολογίζω ότι ένα αποτυχημένο εγχείρημα αυτό – οργάνωσης και αυτοδιαχείρισης είναι προτιμότερο από ένα εκατομμύριο ακριβή, συμπαγή και αψεγάδιαστα δελτία τύπου όλων των αριστερών κομμάτων. Ή υπολογίζω ότι ένα αποτυχημένο συνεργατικό πείραμα είναι πολυτιμότερο από πεντακόσιες χιλιάδες φοβερές και τρομερές κριτικές του υπάρχοντος μοντέλου.

*

Με άλλα λόγια, η διακοπή της κανονικότητας που συντελείται κάθε φορά που γίνεται μια συνέλευση, κάθε φορά που καταργείται η ιεραρχία στην λήψη μιας απόφασης, κάθε φορά που ένας άνθρωπος υποψιάζεται ότι ο κόσμος μπορεί να ερμηνευτεί ή να βιωθεί διαφορετικά, σημαίνει μια ανυπολόγιστη νίκη.

Για να επιστρέψω στο χορό του Σαββάτου, κάθε φορά που κάποιος σηκωνόταν από την θέση του στο θέατρο, για να βγάλει τα παπούτσια του και να ανέβει στη σκηνή, γινόμαστε μάρτυρες μια μικρής αλλά σπουδαίας νίκης. Ακριβώς όπως η πραγματική μπάλα παίζεται στις φαβέλες και τις αμμουδιές, όπως ο χορός χορεύεται από αυτόν που είδε τον χορευτή και θεώρησε ότι αμέσως μετά η θέση του βρίσκεται πάνω στα ίδια σανίδια, εγκαταλείποντας για λίγο τον ατσαλάκωτο και περίκλειστο εαυτούλη του, όπως ο κόσμος ομορφαίνει κάθε φορά που ένας τύπος μεγαλωμένος από το ελληνικό σχολείο και την ελληνική τηλεόραση δοκιμάζει να ακούσει και να μιλήσει σε μια συνέλευση, εγκαταλείποντας προσωρινά τον ψηφοφόρο εαυτό του που πουλάει κάθε τέσσερα χρόνια την πολιτική του ταυτότητα.

Άλλωστε αν αποδεχτούμε ότι τα αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα είναι καταδικασμένα να αποτύχουν στον καπιταλισμό, θα πρέπει ίσως πρώτα να αποδεχτούμε ότι εξίσου, αν όχι διπλά καταδικασμένα στην αποτυχία είναι τα κόμματα που φωνάζουν ανατροπή κοπιάροντας τη λειτουργία, τους κανόνες και τη δομή των κομμάτων που κυβερνούν (ή πλιατσικολογούν) χρόνια τώρα.

*

Όπως και να έχει, ο καπιταλισμός προς το παρόν δεν κινδυνεύει στα σοβαρά, οπότε μπορώ να κάνω χωρίς άγχος για το πόσο ανατρεπτικός είμαι, μια πρόταση. Θα πρότεινα λίγο contact improvisationγια την τελευταία ώρα κάθε σχολικής μέρα και για το πρώτο μισάωρο κάθε συνέλευσης.

*

Ο Ευγένιος, ναι πάλι ο Ευγένιος, έγραφε:

Στέκομαι, λοιπόν, εδώ, για λίγο, στη μεγαλοπρεπή απαλοιφή αυτού του δείκτη της σωματικότητας σε όφελος της δυτικοφερμένης αντίληψης ενός σώματος ταυτισμένου με τη μονάδα. Το σώμα σέβεται τώρα την αλλεργική και μυγιάγγιχτη ακεραιότητα που τόσο ένοχα τιμά η κοινωνία στα πανηγύρια των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Διότι όσο πιο αυστηρά μας εκπαιδεύουν στο να είμαστε ακέραιοι αριθμοί, τόσο λιγότερο ανεχόμαστε τον οίκτο για κείνους στους οποίους η ακεραιότητα χρωστάει το ένα από τα δύο χέρια ή και τα δύο.

Εξάλλου, το σώμα ήταν ανέκαθεν το θέατρο του πολέμου μεταξύ αυτών των φοβερών δυνάμεων, της αγάπης και του θυμού, κι έτσι επιτρέπεται να πούμε πως, από τη στιγμή που απαλλοτριώθηκε παύοντας να αποτελεί έδαφος ψυχικής αντήχησης, από τη στιγμή που έγινε αντικείμενο μελέτης, αποκωδικοποίησης, κατακερματισμού, χημικής βελτίωσης και εντέλει κάτι ψηφιακό, κάτι αιθέριο ή αστρικό, εκμηδενίστηκε και το θεμέλιο της συναισθηματικής μας ζωής. Καθώς είναι αδύνατον να μπεις με το σώμα σου στο Διαδίκτυο, το σώμα διώχτηκε από τη σκηνή του ρεαλισμού και λησμονήθηκε. Αστεγο αρχικά, στερημένο στη συνέχεια από την αύρα του, τη σκιά του, τη φωνή του και την κρυφή αλλά ζωηρή του δόνηση όταν ίδρωνε για να πετύχει την αποδοχή, θεωρήθηκε στο τέλος περιττό σαν το βάρος των παχύσαρκων. Το απέσυραν διακριτικά μοιρολογώντας το με τις απειράριθμες τεχνικές λιποαναρρόφησης και ορμονοθεραπείες. Εν ολίγοις, είναι ακριβώς η στιγμή που το σώμα, ως απολεσθέν αντικείμενο, θεοποιείται τοποθετημένο στο κέντρο ενός πανοραμικού πλειστηριασμού. Και ιδού ποιο ήταν εξαρχής το μυστικό της κρεατίνης.

Ετσι, το λεγόμενο υγιές σώμα δεν είναι πλέον ένα Μαντείο αγγιγμάτων και ψηλαφήσεων, αλλά παρίσταται στις συνδιαλλαγές κατακόρυφα σαν συμβολικό πλέγμα καλά τακτοποιημένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εν ολίγοις θωρακίσεων, αμυντικών μηχανισμών, πρόωρων θανάτων της ανιμιστικής τους διαίσθησης. Δεν έχεις καν το δικαίωμα να χτυπήσεις κάποιον φιλικά στην πλάτη, πόσο μάλλον να τον χαστουκίσεις εάν γίνει ασυγχώρητα επιθετικός. Κρίμα, αφού ο τσακωμός ήταν ό,τι πλησιέστερο προς τις απεγνωσμένες εκφορτίσεις της λίμπιντο, όταν ο έρωτας εξακολουθούσε να ισοδυναμεί με αναμονή κάτω από κλειστά παραθυρόφυλλα. Τώρα, το ίδιο το σώμα είναι κλειστό παραθυρόφυλλο κι εμείς κοιτάζουμε από τις γρίλιες. 

*

Εν ολίγοις, για αυτό το καλοκαίρι, να παίζουμε μπάλα, να χορεύουμε, να τσουγγρίζουμε ποτήρια ζαλισμένοι άρα λιγότερο μακρινοί, και να αποτυγχάνουμε κάνοντας συνεργατικά πειράματα.

jam_2

διασχίζουμε συλλογικά τις αποστάσεις, ακουμπάμε τον απέναντι, σκοτώνουμε όμως και τον νεοχίπι/εναλλακτικό χίψτερ μέσα μας, τριβόμαστε στα σανίδια, οργανώνοντας τη συντριβή της ακροδεξιάς και πάει λέγοντας.

7 σχόλια

Filed under Uncategorized

μικροπολιτική ΙΙ

σκόρπια και ασυνάρτητα:

*

Η δημάρ (αν υπάρχει ακόμη την ώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις) αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα ανάλογο κάπως με του σύριζα. Όταν βρισκόταν στην κυβέρνηση δεχόταν πίεση από τα αριστερά, απ’ τη στιγμή που έφυγε δεχόταν πίεση από τα δεξιά. Βέβαια καμία δεν ήταν πραγματική κοινωνική πίεση. Ήταν πίεση δημοσκοπική, μιντιακή και σοσιαλμιντιακή. Με τη δημάρ ασχολούνταν αρθρογράφοι, πανεπιστημιακοί, παραθυρόπληκτοι σχολιαστές προσπαθώντας να την πείσουν να στηρίξει το όποιο κυβερνητικό σχήμα. Άλλωστε απ’ το 2010 και μετά η μεγαλύτερη αρετή που αναγνωρίζεται στη χώρα είναι η «σταθερότητα ή αλλιώς κυβερνησιμότητα». Απ’ την άλλη με τη δημάρ ασχολούμαστε όλοι εμείς, ο όχλος του διαδικτύου, που αναγνωρίζαμε στους ψαριανούς του κόμματος αυτό που εντόπιζε από πάντα το κοινό του καφενείου.

Το γεγονός ότι οι πιέσεις που δεχόταν η δημάρ ήταν πάντα εικονικές έχει να κάνει τόσο με τα στελέχη της, όσο και με την ανύπαρκτη σχέση με την κοινωνία. Η δημάρ δεν ήταν κόμμα, δεν ήταν συλλογικότητα. Η μοίρα τέτοιων σχηματισμών είναι απλά να αναδύονται κάποια στιγμή ώστε να επιτελούν ένα διπλό ρόλο. Να μπορούν να στηρίξουν το οποιοδήποτε κυβερνητικό σχήμα (ανεξαρτήτως δεξιού-αριστερού) και να μπορούν να στηρίξουν την επιθυμία ορισμένων να συμμετέχουν στη διαχείριση της εξουσίας και του κρατικού χρήματος. Γι’ αυτό και όσο κι αν φτάσουν ποτέ (6, 8 ή 1,5 %) δεν θα είναι κόμμα. Ακόμη κι αν γίνουν κεντροαριστερά ή κεντροδεξιά. Θα μικραίνουν ή θα μεγαλώνουν πρόσκαιρα και κατευθείαν τα στελέχη τους θα φεύγουν και θα προσκολλώνται στο όποιο κυβερνητικό σχήμα. Θα πηγαίνουν μονίμως προς το πασόκ ή τη νδ (ή το σύριζα), θα θέλουν μονίμως να συμμετέχουν, να στηρίζουν. Αυτή η στήριξη όμως δεν έχει να κάνει με μια κουλτούρα που αναγνωρίζει την ανάγκη για κυβερνήσεις συνεργασίας, αλλά για μια απλή συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Γι’ αυτό και δεν αντέχουν το χαμηλό ποσοστό. Πρέπει να αποχωρήσουν για να πάνε στην ελιά. Πρέπει να παραιτηθεί ο αρχηγός απευθείας. Γιατί κακώς έφυγαν απ’ την κυβέρνηση τότε με την Ερτ όπως μας λέει το νέο αστέρι της κεντροαριστεράς και της υπευθυνότητας. Ανεξαρτήτως που άλλα συμφώνησαν και άλλα έκανε η κυβέρνηση. Αυτοί έπρεπε να παραμείνουν και να συνυπογράφουν. Ως δύναμη ευθύνης. (Και αυτοί οι άνθρωποι – τα υποστυλώματα του δένδια και του γεωργιάδη –  επικαλούνται τον Παπαγιαννάκη του συνασπισμού του 3%. Έλεος).

Απ’ αυτή την άποψη η Ανταρσύα με το πολύ μικρότερο συνήθως ποσοστό είναι άπειρες φορές περισσότερο κανονικό κόμμα. Με ρίζες στην κοινωνία και πραγματικά μέλη. Που πιστεύουν σε κάποιες ιδέες (συμφωνείς ή όχι, αδιάφορο). Γι’ αυτό στηρίζουν ένα εγχείρημα, γι’ αυτό συμμετέχουν σε μια συλλογικότητα. Όχι μπας και πάρει ο σύριζα την κυβέρνηση για να στηρίξουν με αντάλλαγμα ένα καλό μοίρασμα των διορισμών και των πόστων στα παράθυρα. Το λέω αυτό γιατί το μικρό ποσοστό της Ανταρσύα είναι λόγος αυτοκριτικής ή διερώτησης, αλλά όχι λόγος διάλυσης ή μιντιακού ξεμαλλιάσματος. Γιατί το κόμμα Ανταρσύα έχει λόγο ύπαρξης ισχυρό ακόμη κι αν δεν έφτασε ποτέ στο 5, 6,6 ή στο 8. Αντιθέτως το 6,6 του ποταμιού ή το όποιο της δημάρ ήταν πάντα ένα ποσοστό που έλεγε «είμαι υπεύθυνος, είμαι διαφορετικός, στηρίζω, η φιλοδοξία μου εκτοξεύεται».

*

Όπως και η δημάρ, ο σύριζα πιέζεται μιντιακά από δεξιά και σοσιαλμιντιακά από αριστερά. Το κίνημα δεν ασχολείται μαζί του παρά μόνο για χιούμορ και πολιτικό σχολιασμό μετά μπύρας. Τα πιο λυσσασμένα (με την καλή έννοια) παιδιά του κινήματος βλέπουν τα πόδια τους να λυγίζουν μπροστά στις πύλες των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Δεν μπορούν να πιέζουν ώστε να βγει μια αριστερή (με τις όποιες χοντρές αντιφάσεις) κυβέρνηση. Το επείγον του βασανισμού των συνανθρώπων τους, τους καίει ολοκληρωτικά.

Η δυσκολία να μιληθεί (απ’ όλους) μια γλώσσα που δεν διαχειρίζεται τον κόσμο αλλά εν δυνάμει τον απελευθερώνει, δείχνει κατά την άποψη μου την τεράστια απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη θέληση μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου και την αδυναμία να πράξει το οτιδήποτε. Το αποτέλεσμα είναι να βλέπουμε είτε σπασμωδικές κινήσεις, είτε αοριστολογίες περί ενός εκλογικού αποτελέσματος που θα διαπραγματευθεί στην ευρώπη καλύτερα και μπλα μπλα μπλα.

*

Στην αγαπημένη μου φωτογραφία από το Δεκέμβρη του 2008, μια κοπέλα κρατάει ένα πλακάτ με τη φωτογραφία της Κούνεβα ( ο σκληρός και η φωτογραφία προς το παρόν γμτ αγνοούνται). Είχα τραβήξει ένα σωρό με φωτιές και με κόσμο και με μπάτσους που χτυπάνε ή χτυπιούνται. Αλλά παραμένει αυτή η φωτογραφία να με γυρνάει πιο γρήγορα και πιο ισχυρά από κάθε άλλη σ’ εκείνες τις ημέρες. Γκρίνιαξαν πολλοί για το γεγονός ότι η Κούνεβα εξελέγη ευρωβουλευτής. Τη μια τους έφταιγε που ήταν καθαρίστρια, την άλλη ότι εντάξει «είναι ένα σύμβολο, δεν είναι πχ. οικονομολόγος με 3 μεταπτυχιακά, δεν κάνει για τη δουλειά».

Η Κούνεβα δεν είναι απλώς σύμβολο, είναι ο ανάποδος καθρέφτης μας. Είναι εμείς που δεν σηκώσαμε το κεφάλι στον εργοδότη, εμείς που για την ανάγκη κάναμε και έτσι κι αλλιώς, είναι εμείς που λέμε «400 ευρώ, ε απ’ το τίποτα καλά είναι», είναι εμείς που δεν απεργήσαμε γιατί «άφησαν να εννοηθεί ότι», είναι εμείς που όταν ο συνάδελφος απολύθηκε κολλήσαμε τα μούτρα μας με μεγαλύτερη μανία στην οθόνη του υπολογιστή. Οι άνθρωποι σήμερα μπερδεύουν το πτυχίο με την καλλιέργεια ή την παιδεία. Εντυπωσιάζονται από ένα βιογραφικό με υψηλόβαθμες θέσεις σε ιδιωτικές εταιρείες. Εντυπωσιάζονται από την ατέλειωτη φιλοδοξία και το πόσο πολύ μπορείς να αποδέχεσαι ό,τι λέει ο εργοδότης, νομιμοποιώντας το μέσα σου με ένα σωρό δικαιολογίες (αυτή είναι η πραγματικότητα, το αφεντικό ξέρει, υπομονή κλπ). Εντυπωσιάζονται οι άνθρωποι απ’ τη δέσμευση και το μέγεθος της αφοσίωσής σου στο σφαγείο. Αν αισθάνεσαι άνετα εκεί, αν καταφέρνεις μέσα εκεί να είσαι σούπερ αποδοτικός, τόσο το καλύτερο, κάνεις για όλες τις θέσεις, πολιτικές ή οργανωτικές. Τεχνοκράτης είναι αυτός που του δίνουν ένα μονόδρομο ή ένα αδιέξοδο και του λένε να βαδίσει προς τα εκεί και αυτός χαίρεται γιατί δεν θα χρειαστεί να χάσει χρόνο σκεπτόμενος τί θέλουν, τί μπορούν και τι έχουν ανάγκη οι άνθρωποι γύρω του (κι αυτός μαζί). Απλά θα περπατήσει προς το αδιέξοδο με τα εξσέλ του αγκαλιά.

*

Γιατί συγκινούμαστε με τους Ζαπατίστας; Γιατί ξέροντας λίγα, ελάχιστα ή κάποια πράγματα εξακολουθούμε να τους κοιτάμε με θαυμασμό; Διαβάσαμε όλοι αυτό το κείμενο. Οι άνθρωποι μιλάνε για ζωή και φτιάχνουν ζωή. Μιλάνε μια άλλη γλώσσα απ’ τη γλώσσα της εξουσίας, μια άλλη γλώσσα απ’ αυτή που μιλάμε παντού όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι υπόλοιποι. Οι άνθρωποι επιχειρούν να καθορίσουν το δικό τους πλαίσιο.

Διαβάζω στον Τέκι πριν τις εκλογές (τον μετά δεν τον διαβάζω, μου μαυρίζει την ψυχή):

Στην ουσία ολόκληρη η ευρωπαϊκή αριστερά βρίσκεται σε μια στρατηγική άρνηση που κάνει τα πράγματα εξαιρετικά δυσοίωνα. Ενώ επιφανειακά ασκεί κριτική στο πρότζεκτ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, στη βάση του δεν το αρνείται, προβάλλοντας μια ουτοπική εικόνα μιας άλλης ευρώπης που θα μπορούσε ίσως να. Όμως αυτή η ευρώπη δεν υπάρχει και ούτε υπάρχει αυτή τη στιγμή τρόπος να δημιουργηθεί. Υπάρχει μόνο η ιστορική ευρώπη κι αυτή έχει πάρει έναν σαφή και φιλελέ δεξιό δρόμο που κάθε χρόνο κάνει τα πράγματα χειρότερα για όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού της.

Η θεσμική αριστερά ασφυκτιά. Δεν μπορεί να δει παραπέρα ή δεν δοκιμάζει να δει παραπέρα. Δεν θέλει να μιλήσει για κάτι άλλο πέρα απ’ τη διαχείριση του ήδη υπάρχοντος μάλλον άθλιου πλαισίου (δεν εννοώ μόνο, ούτε καν κυρίως την Ε.Ε., εννοώ το πώς σκεφτόμαστε όταν κοιτάμε τον κόσμο). Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα. Το να μιλάς για παραγωγική ανασυγκρότηση ή για newdeal ή για δραχμή ή για πόλεμο με τα μονοπώλια δεν λέει τίποτα. Στ’ αυτιά μου λέει απλώς: επιστροφή του βασικού μισθού στα 751 € ή σταθερή δουλειά για όλους. Ε και; Μα τώρα είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα, μην υποτιμάμε το δικαίωμα στην επιβίωση. Να μην το υποτιμήσουμε, αλλά με τέτοια προτάγματα δεν μπορεί να συμβεί τίποτα ιδιαίτερα καλό. Αν δεν μιλήσουμε μια άλλη γλώσσα, αν δεν βρούμε ένα άλλο πλαίσιο, η καρδιά μας θα συνεχίσει να χτυπά χλιαρά και υποτονικά.

Παρατηρώ φίλους και γνωστούς να μιλάνε για αναχωρήσεις όταν πιέζονται. Το τάδε νησί, η τάδε επαρχία, η τάδε χώρα του εξωτερικού. Κατά τ’ άλλα βολεύονται (τί βολεύονται δηλαδή, όλο κάτι περισσεύει) σε πλαίσια που είτε κάνουν κριτική στο υπάρχον, είτε το πλευρίζουν, είτε απλά του βάζουν πινελιές αξιοπρέπειας. Κι εγώ μαζί. Κανείς δεν πιστεύει ότι μπορεί να σπάσει ή να δημιουργήσει άλλο πλαίσιο.

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ο Δεκ. 08 έμεινε τόσο στην καρδιά μας. Μίλησε οραματικά, παρότι θα πει κάποιος και θολά. Μίλησε προχωρημένα και κατέλαβε την πόλη εξακολουθητικά, ακόμη και με καταστροφές. Δημιούργησε πλαίσιο συνύπαρξης άλλο απ’ το κανονικό (και καμινικό). Έβαλε μια βόμβα στα θεμέλια, μια αδύναμη βόμβα, πάντως βόμβα, η οποία όμως δεν πυροδοτήθηκε ποτέ, έμεινε έτσι άπραγη κάτω απ’ την Πανεπιστημίου.

*

Το εθνικό ως πρόταγμα στην παρούσα συγκυρία δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτα στους από κάτω. Όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη πατρίδα διαρκώς και αδιαλείπτως μπορεί να κερδίζει ψήφους (και δεν το υποτιμώ καθόλου αυτό), αλλά ταυτόχρονα λιγοστεύει τους δρόμους απ’ τους οποίους μπορεί να περάσει. Δένει τα χέρια του και σπρώχνει τους από κάτω μακριά, σε άλλους που ξέρουν το εθνικό να το χειρίζονται απ’ έξω και ανακατωτά (και βέβαια πάντα εντέλει εις βάρος των από κάτω)

Πολλά από κάτω είπα.

*

moralisΑν και καταλαβαίνω πολύ καλά το συναισθηματισμό της αντίδρασης «ποτέ ξανά στο Βόλο» ή «μαύρος ο Πειραιάς», νομίζω ότι κάπου κάτι χάνουμε. Δεν είναι μαύρος ο Πειραιάς, μαύρη είναι όλη η χώρα. Η στάση μας δεν μπορεί να είναι φεύγω, δεν ξαναπατάω «και τα πουλιά πετάνε πια ανάποδα πάνω απ’ τον πειραιά, γιατί; γιατί δε θέλουν ούτε να τον χέσουν». Εξάλλου το ’36 στην Ισπανία πήγαιναν απ’ όλα τα μέρη της Ευρώπης άνθρωποι για να πολεμήσουν το φασισμό, δεν έφευγαν οι ισπανοί να πάνε κάπου που θα έχει δήμαρχο σύριζα. Αστειεύομαι βέβαια και όλα αυτά δεν τα λέω για να κριτικάρω τους ElectricLitany, που τους εκτιμώ και σε πρώτο άκουσμα η στάση τους μου φάνηκε σωστή. Αλλά η επιλογή του να είσαι αριστερός ή αναρχικός είναι μια συγκεκριμένη επιλογή που δεν επηρεάζεται από ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Ο βόλος δεν είναι ο μπέος. Έχω διαβάσει μερικά εξαιρετικά κείμενα από την κατάληψη ματσάγγου ας πούμε. Έχω δει στον Πειραιά να γίνονται εξαιρετικές κινήσεις τον καιρό της κρίσης. Η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι ότι ονομάζουμε τον πειραιά ή τον βόλο μαύρο και ξεμπερδέψαμε. Ίσως πρέπει να ξανασκεφτούμε ιδέες, πρακτικές, συνέργειες. Ίσως σε κάποια σημεία πρέπει να είμαστε λιγότερο λαϊκιστές και φανφαρόνοι, ίσως αλλού πρέπει να είμαστε λιγότερο κλειστοί και ελιτιστές. Αλλά το να είσαι αναρχικός ή αριστερός σημαίνει ότι μάχεσαι ενάντια στο φασισμό και την εξαθλίωση και το κάνεις με συγκεκριμένους τρόπους γιατί έχεις μια εικόνα κι ένα όνειρο για τη ζωή. Το κάνεις γιατί η ζωή μέσα στις συλλογικότητες είναι ωραία, καλύτερη απ’ το μακελειό του ανταγωνισμού και της ατομικότητας. Το κάνεις γιατί η αλληλεγγύη κάνει την κάθε μέρα πιο ανεκτή, πιο όμορφη, πιο κοντινή σ’ αυτό το άλλο που φαντάζεσαι.

Και κυρίως όλα αυτά τα κλισεδιάρικα τα λέω γιατί, έχοντας και στο μυαλό το περιστατικό του Π. Φαλήρου και ακούγοντας τα όσα συμβαίνουν στη δίκη αυτές τις μέρες, είναι απαραίτητη και έχει ήδη αργήσει μια πιο σοβαρή συνεννόηση για την αυτοπροστασία του κινήματος. (με ότι σημαίνει αυτό, μαχαιρώματα, αυξημένη καταστολή κλπ κλπ).

*

Οι εκλογές κλείνουν με το ρεπορτάζ των ειδήσεων του άλφα, στο οποίο παρουσιάζεται ο άνθρωπος που κέρδισε στο διαγωνισμό του ΟΠΑΠ (ή κάποιου ανάλογου) για το σύνθημα της *εθνικής ομάδας* στο μουντιάλ της ντροπής. Βλέπουμε τον τύπο που κέρδισε να τραγουδά αμήχανα στην κάμερα το σύνθημα. Ο νικητής του διαγωνισμού που θα πάει να δει τα ματς της *εθνικής ομάδας* στην Βραζιλία, κατάγεται απ’ την Κρήτη, είναι ειδικός φρουρός και υπηρετεί στην ομάδα δίας (ή δέλτα, δεν συγκράτησα).

7 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες