Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

άχρηστα κλειδιά

Η νέα γειτονιά μοιάζει ακόμη περίεργη. Το περίπτερο είναι πολύ κάτω. Το ψιλικατζίδικο πολύ πάνω. Το video club χωμένο σε ένα ημιυπόγειο τρία στενά μακριά. Η κάβα, συστεγάζεται με ένα φούρνο, είναι κάπως παράταιρη. Οι γυναίκες στο δρόμο, απροσδιόριστες ακομη. Κοιτώντας μικρά αντικείμενα, που δεν ξέρω αν θέλω πια να βγουν απ’ τις κούτες, μοιάζει να πιάνω στις τσέπες μου κλειδιά από καιρό πεταμένα. Αν ξέρεις πού να ψάξεις, μέσα σε κάθε καινούριο σπίτι, θα βρεις όλα τα προηγούμενα. Για μια ημέρα ή δέκα χρόνια δεν έχει σημασία, έχουμε ήδη αποφασίσει ότι οι συμβατικές μονάδες μέτρησης κάνουν μόνο για τον κόσμο της συναλλαγής.

Η γκαρσονιέρα της οδού Καισαρείας στην Κομοτηνή. Σε λιγότερα από 20τμ χωράνε περισσότερα από 10 άτομα. Μαξιλάρια στο πάτωμα, ρετσίνες στο ποτήρι, τραγικοί έρωτες και αναπάντεχες προδοσίες στο καθημερινό πρόγραμμα. Ο Βασίλης Καρράς μόνιμος κάτοικος σε άθλιες επαναλαμβανόμενες μαζώξεις, που ως αποκλειστικό σκοπό είχαν όχι φυσικά την κοινωνία, αλλά το καθησυχαστικό μεθύσι. Κάποτε σε ένα κοντινό σπίτι, ένας από μας, είχε μαζέψει απ’ τα ΚΤΕΛ, έναν Αμερικάνο που έψαχνε τρόπο να φτάσει στην Κων /πολη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σαστισμένος και άφραγκος ο εν λόγω, μας άκουγε να προσπαθούμε να καταλήξουμε στην πιο θεμιτή μετάφραση: «I wonder if you feel remorse, when you go foreign hands to touch». Κι ύστερα ξημερώματα τρώγοντας κοτόσουπα, κάποιος πρέπει να του ζήτησε, με το έντονο ύφος που επέβαλε η μαλαματίνα, να αποκαλύψει επιτέλους την αλήθεια. «Λέγε ρε, πράκτορας είσαι;»

Τα παγωμένα Χριστούγεννα της Φλώρινας. Το πετρέλαιο έχει τελειώσει. Το αερόθερμο χαλασμένο. Στρώνουμε στη μέση του σαλονιού. Φοράω φανελάκι, κοντομάνικο, πουκάμισο, φλις και από πάνω ρίχνουμε σεντόνι, κουβέρτα, πάπλωμα. Τίποτα. Τη μισή νύχτα βλέπω το χνώτο μου όπως κατευθύνεται προς την οθόνη της σχεδόν χιονισμένης τηλεόρασης. Λόγω του τσιρότου δεν μπορώ να αλλάξω πλευρό. Λίγες ώρες πριν, την ώρα που το μπουζούκι παίζει ότι του βρίσκεται πρόχειρο, ένας απ’ την παρέα μερακλώνει. Απλώνει τα χέρια και μαζεύει τα σκορπισμένα στο τραπέζι λουλούδια. Μου τα πετάει. Νιώθω κάτι συμπαγές να ακουμπάει τον κρόταφό μου κι ύστερα βλέπω τις φάτσες να γυρνάνε από το σκυλάδικο ντέρτι σε γνήσιο τρόμο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Σκύβω και παρατηρώ το λευκό πουκάμισο να γίνεται κόκκινο. Το κέφι μας, έμπλεξε τα γαρίφαλα με τα σπασμένα ποτήρια. «Μα καλά, να πεθάνω σε επαρχιακό σκυλάδικο την ώρα που ο ντόπιος τραγουδιστής λέει την προσωπική, αδισκογράφητη ακόμη επιτυχία του; Πόσο γραφικός μπορώ να γίνω;», σκέφτηκα. Τελικά έζησα, προσμένοντας ένα σαφώς πιο μεγαλειώδες τέλος.

Τα ξένα σπίτια. Για κάποιο περίεργο λόγο ποτέ δεν ένιωσα άνετα να ξυπνάω στο σπίτι της. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως ασυνείδητα να φοβάμαι ενδεχόμενους επισκέπτες ή ίσως απλά να μη μ’ αρέσει η σκέψη ότι βρίσκονται σε λάθος θέση ο καφές, τα βιβλία, οι εφημερίδες, το μπάνιο, το διαδίκτυο και το κυριότερο εγώ ο ίδιος. Επίσης για μια σχετικά μεγάλη περίοδο, είχα παρατηρήσει ότι όποτε ξυπνούσα σε άλλο σπίτι το πρωί δεν έλεγε να σταματήσει να βρέχει. Απ’ την άλλη, σε ένα τέτοιο διαμέρισμα έμαθα πώς το πουκάμισο μπορεί να γίνει σεντόνι και μάλιστα διπλό. Άλλωστε η λέξη μοιράζομαι μπορεί να εννοηθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους.

Στην Πάτμο να βλέπεις τα αυτοκίνητα να μπαίνουν στο γκαράζ του πλοίου. Το σπίτι εκεί ήταν στην κατάλληλη θέση, για να χαζεύεις το λιμάνι και τα καθημερινά δρομολόγια. Τη μέρα φαινόταν η ουρά των αμαξιών και πού και πού κάποια τσάντα στην πλάτη ενός τουρίστα. Τη νύχτα τα φωτάκια στο κατάστρωμα δε μ’ άφηναν να παρατηρήσω τίποτα άλλο. Τη μέρα όλα τα καράβια έμοιαζαν να φτάνουν. Τη νύχτα να φεύγουν. Ένα βράδυ αφού άφησα τους ταξιδιώτες να περιμένουν στη σειρά για να επιβιβαστούν, γύρισα σπίτι. Όταν βγήκα στο μπαλκόνι κι είδα το πλοίο έτοιμο πια για αναχώρηση, θέλησα να γυρίσω πίσω στο λιμάνι. Ήθελα να πω κάτι ακόμη, κάτι που έπρεπε να είχα πει εξαρχής. Περπάτησα γρήγορα, αλλά δεν πρόλαβα. Το πλοίο ταξίδευε ήδη προς Αθήνα. Το σπίτι ήταν στην κατάλληλη απόσταση. Ευτυχώς.

Μετά τα αβγά στην Σ.Τ. προχθές, ο κ. Παπαχελάς γράφει σήμερα το κείμενο με τίτλο «ο κύκλος πρέπει να κλείσει».

Α] Το περιστατικό με την κ. Τριανταφύλλου ακολούθησαν αντιδράσεις και από την αρχή συνδέθηκε με την γενικότερη συζήτηση για τα Εξάρχεια, που τον τελευταίο καιρό κοντεύει να μονοπωλήσει κουβέντες και άρθρα, λες και αποτελεί το σοβαρότερο πρόβλημα της χώρας ή για να είμαι πιο ακριβής των αρθογράφων σοβαρών εφημερίδων. Το πέταγμα των αβγών, σίγουρα αγενές, άκομψο, αντικοινωνικό και δύσοσμο, δεν είναι καμιά πρωτότυπη ή  πανέξυπνη πρακτική. Σίγουρα είναι άθλιο να βρίσκεσαι με ρούχα ομελέτα στο κέντρο της Αθήνας. Ειδικά όταν αυτά συνοδεύονται απ’ την δημοκρατικότατη παρατήρηση ότι για κάποιο περίεργο λόγο θα έπρεπε να μεταφέρεις τα μούτρα σου σε άλλη συνοικία. Έτσι, όπως είναι φυσικό, όλοι διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτήν την φασιστική υπό μία έννοια πράξη.

Βέβαια όταν ρίχνουν γιαούρτια στους Ψωμιάδηδες και Παπαγεωργόπουλους, καφέδες στους Βενιζέλους ή παπούτσια στους Μπους αυτού του κόσμου, τρέχουμε να ανεβάσουμε βιντεάκια στο youtube & να σκάσουμε στα γέλια. Γιατί άραγε; Αυτοί δεν έχουν αξιοπρέπεια, δεν αξίζουν της συμπαράστασής μας; Ή μήπως έχουμε αποφασίσει από πριν ότι καλά έπαθαν; Αν μας φαίνεται λοιπόν φασιστική η λευκή (ή ανάλογη) τρομοκρατία καλώς μας φαίνεται. Όχι όμως να αποφασίζουμε ανάλογα με το πρόσωπο που γιαουρτώθηκε. Άλλωστε τόσα χρόνια δε θυμάμαι πραγματικά πόσα δημοσιεύματα έχω διαβάσει για το πόσο έξυπνη και εναλλακτική και ωραία κλπ είναι η λευκή τρομοκρατία και πώς οι ακτιβιστές καλά κάνουν, γιατί μερικοί τα χρειάζονται. Τώρα τί έγινε; Αλλάξαμε γνώμη;

Η αλλόκοτη ατμόσφαιρα που έχει κατακαθίσει πάνω απ’ τα κεφάλια μας επιβάλλει να δηλώνουμε κάθε φορά πριν ξεκινήσει η κουβέντα αν είμαστε υπέρ ή κατά κάθε ενέργειας. Στην εποχή της ηθικολογίας και στο όνομα μιας ψευτο – συναίνεσης, ζητούνται συνεχείς δηλώσεις αποκήρυξης της βίας ή και αποδείξεις πίστης στη νομιμότητα. Το δόγμα Μπους (ή μαζί μας ή εναντίον μας) παιδικό και παράλογο σε όποιον έχει αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πραγματική κατάσταση, μοιάζει να επικρατεί πλήρως σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Με άλλα λόγια τα αβγά ή το γιαούρτι δεν είναι κάτι τραγικό, ούτε πρωτόγνωρο, έλεος πια. Άλλο ότι δεν  συμφωνούμε ή δεν μας αρέσει η ενέργεια κι άλλο να καταδικάζουμε απερίφραστα λες και το ίδιο είναι ένα γιαούρτι και μια επίθεση με 6 τραυματίες από σφαίρες.

Αυτό που είναι όντως τραγικό, είναι ο λόγος που αιτιολόγησε την πράξη αυτή. Είπαμε, κάποιοι, που θεωρούν εαυτούς αριστερούς, είναι οι πιο αντιδραστικοί τύποι που κυκλοφορούν εκεί έξω. Άλλο ένα παράδειγμα: Στην τουαλέτα μαγαζιού των Εξαρχείων με μαρκαδόρο γράφει κάποιος: «Οι ελεύθεροι άνθρωποι κάνουν ΜΟΝΟ ελεύθερο camping». Η λέξη μόνο με κεφαλαία και υπογράμμιση (και γραμματοσειρά 22 ας πούμε) δείχνει πως αντιλαμβάνονται την ελευθερία ορισμένοι. Όπως την ερμηνεύουν αποκλειστικά οι ίδιοι.  (γι’ αυτό απαντάει σοφά & αφοριστικά άλλος από κάτω: «Οι ελεύθεροι άνθρωποι κάνουν ότι τους γουστάρει»).

Β] Ο κ. Παπαχελάς μιλάει για τη γενιά του Πολυτεχνείου και μεταξύ άλλων γράφει: «Γιατί προφανώς καταλαβαίνουν πως η φοβερή κρίση αξιών, η διαφθορά και η διάλυση του κράτους κάτι έχουν να κάνουν με την έλευση της γενιάς τους στην εξουσία μέσα σε συνθήκες «επανάστασης» αμέσως μετά τη μεταπολίτευση».

Κυκλοφορεί πάρα πολύ η άποψη ότι μπορεί η αριστερά να έχασε τον εμφύλιο αλλά ήταν ο ιδεολογικός νικητής που καταδυνάστευσε τον τόπο και οδήγησε τη χώρα στην σημερινή κατάσταση.

Λιώνουν τα μάτια μου στο φως της τηλεόρασης που λέει και το τραγούδι. Η κρίση αξιών και η διαφθορά έχει άραγε τις βάσεις της στις ιδέες και τους ανθρώπους της ιδιότυπης ελληνικής (και όχι ιδιαίτερα αριστερής) αριστεράς; Άραγε ο Παπαχρήστος (που λέει ο Παπαχελάς ότι θα τον προστάτευε η «μηντιακή ομπρέλα» μετά την τζάμπα αντίσταση στο Φλοράλ τις προάλλες) έχει μεγαλύτερη επιρροή και «ομπρέλα» απ’ τον ίδιο τον Παπαχελά; Ποιος τέλος πάντων φτάνει με ισχυρότερη φωνή στα ελληνικά σπίτια και διαμορφώνει αντιλήψεις, ο Γλεζος και ο Στρατούλης; Ή μήπως από το 90 και μετά ο Χατζηνικολάου, ο Πρετεντέρης, ο Λαζόπουλος, ο Αναστασιάδης κι όλα τα υπόλοιπα τηλεοπτικά αστέρια; Ποιος φταίει περισσότερο για αυτό το «πλουτίστε» ως μοναδικό πρόταγμα που λέει ο Καστοριάδης; Η ανύπαρκτη ελληνική αριστερά ή ο Κωστόπουλος, το ανθρωποφάγο lifestyle και η απαστράπτουσα Αράχοβα του ΠΑΣΟΚ και των υπόλοιπων σοσιαλιστών; Ποιός μετέτρεψε το χρηματιστήριο, τον τζόγο και την παγερή πόζα σε νούμερο ένα χόμπι των Ελλήνων; Ποιος υπονοεί συνεχώς ότι για να υπάρξουμε πρέπει πρώτα να πλουτίσουμε; Κατέλαβε η κυβέρνηση του βουνού τα κανάλια και δεν το έμαθα;

Στο ίδιο άρθρο ο κ. Παπαχελάς αναφέρεται και στα ελληνικά πανεπιστήμια. Άραγε ποιό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του εν λόγω χώρου; Τα επεισόδια που γίνονται δύο φορές το χρόνο και οι καταλήψεις; Προχθές ΠΑΣΠ και ΔΑΠ κρατούσαν «ρόπαλα, λοστούς και πέτρες.. κράνη και ξύλα» κι οδήγησαν στο κλείσιμο της ΑΣΟΕΕ. (Τι συμβαίνει εδώ κύριοι αυριανοί βουλευτές που θα μας λέτε απ’ τα παράθυρα ότι όποιος θέλει να συζητήσει δεν κρύβει το πρόσωπό του; Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα, μόνο τραυματίες.)

Πραγματικά λυπάμαι & εκνευρίζομαι κάθε φορά που σπάει ένα pc σε πανεπιστήμιο, γιατί όταν ήμουν φοιτητής δεν είχα και έτσι κατέληξα αναλφάβητος με την τεχνολογία να παλεύω στα 27 μου να μάθω το πιο θαυμαστό απ’ όλα όσα φέρνει ο νέος κόσμος. Όμως είναι μεγαλύτερο πρόβλημα αυτό απ’ τα τραπεζάκια, τις σημειώσεις και τις έτοιμες ερωτήσεις των παρατάξεων, τους «δικούς μας» καθηγητές, τις χρηματοδοτήσεις, τις εκδρομές με τα παράπλευρα οφέλη και τα περασμένα μαθήματα αρκεί να είσαι του κόμματος; Ή απ’ τις σχέσεις των παρατάξεων με τους χειρότερους και πιο αντιδραστικούς μπράβους και ανθρώπους της νύχτας και των μαγαζιών στην επαρχία; Γι’ αυτά, μάλλον δυσκολευόμαστε να κατηγορήσουμε τα όποια ΕΑΑΚ κι έτσι δεν τα πολυσυζητάμε.

Με όλα αυτά δε θέλω να πω ότι δε φταίει κι η αριστερά. Αντιθέτως, όπου όντως για ένα διάστημα ανέλαβε τα ηνία, πχ. τραγούδι, απέδειξε ότι δεν ξέρει ούτε από πρόοδο, ούτε από δημοκρατία, ούτε πολύ περισσότερο από πρωτοπορία. Κι όλοι όσοι κατηγορούν Γιωργάκη και Κωστάκη για οικογενειοκρατία, θα πρέπει να έχουν στο νου τους, ότι πάμπολλοι «προοδευτικοί» δημοσιογράφοι, τραγουδιστές, σκηνοθέτες κλπ έβαλαν τα παιδάκια τους στο σινάφι με συνοπτικές διαδικασίες. Τέλος, μερικές φορές σκέφτομαι ότι στον Σύριζα αξίζει ο Πρετεντέρης του. Η ανακοίνωση που έβγαλε μετά τα αβγά στη συγγραφέα ήταν για.. αβγά. Τροφοδοτεί την αστυνομοκρατία και λοιπές αηδίες. Σιγά μην μπει ο Χρυσοχοΐδης στα Εξάρχεια για ένα λερωμένο παλτό.

Ανοίγοντας κούτες μετά τη μετακόμιση.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα πρέπει να ήταν το «Πρόας ο Νικίου» του André Laurie. Θυμάμαι ότι μόλις έφτασα στην τελευταία σελίδα, γύρισα αυτομάτως στην αρχή και ξεκίνησα πάλι να διαβάζω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν έφταιγε κάτι συγκεκριμένο που έβλεπα στις λέξεις του Γάλλου ή αν απλώς ήταν η πρώτη γνωριμία με αυτόν τον κόσμο της ανάγνωσης. Πάντως σπάνια ξαναβρήκα αυτή την αίσθηση, ότι ανακάλυψα δηλαδή κάτι σπάνιο, που αλλοίωνε την αίσθηση του χρόνου.

*

Ποτέ δεν με βόλεψαν αυτές οι στενόμακρες εκδόσεις του Καστανιώτη. Αυτά τα βιβλία δε στέκονται με τίποτα στη σελίδα που θες, αν δε τα συγκρατείς όλη την ώρα, γεγονός κουραστικό, μοιάζει να διαβάζεις κρατώντας όλη την ώρα ένα άσχετο και εκνευριστικό βάρος. Θέλω να πιστεύω ότι η ιδιαιτερότητα αυτή, είναι υπεύθυνη για τους Χέμινγουέι και Σαραμάγκου που επιμένουν να μένουν κάθε φορά λίγο πριν τη μέση.

*

Αντιθέτως, σκέφτομαι, αυτό το απαράδεκτο σχήμα δεν μου δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στην περίπτωση του Παπαγιώργη. Βέβαια στα 19,φοιτητής, άυπνος και φανατικός αρνητής της όποιας νηφαλιότητας, δεν κάνεις τις πιο συνετές επιλογές, αλλά δεσμεύεσαι με αιώνια επιστροφή στις λέξεις. (πχ. «ο μεθυσμένος δε θέλει να βγάλει από μέσα του το αλκοόλ, αλλά τον κόσμο»)

*

«Όποιος πίνει μόνο νερό έχει κάποιο μυστικό να κρύψει»

Σ. Μπωντλέρ.

*

Τα βιβλία που έχω διαβάσει τις περισσότερες φορές, ξεφυλλίζοντας  και επιστρέφοντας, έστω αποσπασματικά, πρέπει να είναι τα «αποσπάσματα του ερωτικού λόγου» και ο «κακός δημιουργός». Και βέβαια τα ποιήματα του Γκόρπα. Έτσι, Μπαρτ, Σιοράν και Γκόρπας βρίσκονται συνήθως σε θέση μάχης, σε απόσταση αναπνοής απ’ το πληκτρολόγιο. Λέω, ότι θα είναι καλύτερα αν ούτε τώρα μπω στον κόπο να τους βρω μια καλή θέση στη βιβλιοθήκη.

*

«γλυκιά μου Μαίριλυν κι ακόμα πιο γλυκιά

όταν οι τίμιοι θολώνουν και σε λέν πουτάνα

γλυκιά μου Μαίριλυν μας άφησες ένα στόμα

να σεργιανάει στου κόσμου τις πληγές»

Θ. Γκόρπας

*

Παρόλο που όλοι σχολιάζουν τη λάθος κρίση μου, η «Βραδύτητα» (ίσως μαζί με τις «προδομένες διαθήκες») παραμένει για μένα το ωραιότερο βιβλίο του Κούντερα. Ίσως λόγω θέματος ή μόνο και μόνο για τη φράση «ηθικό τζούντο».

*

Για πολύ καιρό ζούσα με την εντύπωση ότι ένα βράδυ μπαίνοντας σε κάποιο άδειο μπαρ, θα συναντούσα τη Χόλυ Γκολάιτλυ να πίνει το τζιν ή το μαρτίνι της. Ύστερα απλά θα καθόμουν δίπλα της, να χαζεύω την πάνσοφη υστερία της.

*

Περίοδοι που δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα καινούριο, ακολούθησαν μετά το τέλος των «Λευκός Θόρυβος», «οι απόψεις ενός κλόουν», «τα κεραμίδια στάζουν» και τα ποιήματα του Σεφέρη. Όχι επειδή τους απέδωσα κάποια συγκεκριμένη παραπάνω αξία, αλλά επειδή δεν μπορούσα να ξεφύγω με τίποτα από τον κόσμο στον οποίο με βύθισαν.

*

Σε ανύποπτες στιγμές ήρθαν το «ΙΨ ο Τυπογράφος» του Αρανίτση και η «Γραμμή του Ορίζοντος» του Βακαλόπουλου. Τα ξεφυλλίζω όταν νιώθω ότι έχω ξεχάσει τα βασικά και όλα μπαίνουν ξανά στη θέση τους.  (άλλωστε στη “γραμμή του ορίζοντος” βρίσκεται κρυμμένος σχεδόν όλος ο Αρανίτσης όπως εμφανίζεται τις Κυριακές στα Παράδοξα)

*

Το «ταξίδι στην άκρη της νύχτας» είναι ίσως το μόνο βιβλίο που είχα την αίσθηση από τις πρώτες κιόλας σελίδες ότι είναι κάτι σπουδαίο, κάτι φοβερό και τρομερό. Δύσκολη η επιλογή της παρέας του στο ράφι.

*

Μεγαλύτερη παράπλευρη ανάγνωση, όταν ξεκίνησα ένα απόγευμα να δω κάτι στα πεταχτά για τον Αγ. Αυγουστίνο στην Ιστορία της Δυτική Φιλοσοφίας του Μπέρτραντ Ράσσελ. Κατέληξα να διαβάσω και τους δύο τόμους μονορούφι.

*

Τα ποιήματα του Πετρόπουλου, το «εγχειρίδιον του καλού κλέφτη», το «μπουρδέλο», η «φουστανέλα» και τα υπόλοιπα χειροτεχνήματά του. Να τα βάλω δίπλα στο παράθυρο. Να βλέπει τα κορίτσια που διασχίζουν το δρόμο για να φτάσουν στον Πανιώνιο.

*

Τόσος Βάρναλης πώς μαζεύτηκε, πού βρέθηκε;

*

Άραγε ο Παπαδιαμάντης αισθάνεται άνετα δίπλα στο «διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή; Επίσης, ο Μέιλερ διαβάζει Ροθ; Ή ο Τσίρκας, Μπορίς Βίαν; Καλά εντάξει, αυτό τo τελευταίο το επανεξετάζουμε.

*

Αχτύπητα δίδυμα τυχαία μέσα στις κούτες. Ζενέ και Καρκαβίτσας, ο “Πατούχας” και η “εποχή στην κόλαση”. Αλλά ο ωραίος Λακαριέρ χώθηκε ανάμεσα στα «Μικρά Ρεμπέτικα» του Πετρόπουλου και τα «δημοτικά» του Πολίτη.

*

Αναρωτιέμαι σε τι διαφέρω από τη γιαγιά μου που έζησε επί χρόνια συμπαθώντας ή βρίζοντας τους ρόλους των απογευματινών σήριαλ, όταν ακόμη και τώρα εκνευρίζομαι άμα σκέφτομαι τη Λόττε και την παλιόΣάλυ Χέις. Βέρθερε, Χόλντεν, απατημένε σύζυγε του «βέρα στο δεξί», Μαρκουλάκη και λοιποί ηττημένοι αυτού του κόσμου κάπου υπάρχει κάποιος που σας δικαιώνει. Είτε είναι 85 είτε 28, λίγη σημασία έχουν τα χρόνια, είμαστε δικοί σας.

*

«Δύο χέρια περιμένουνε.

Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη η γη.

Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση»

Ο. Ελύτης.

*

«στον αγώνα ανάμεσα σ’ εσένα και στον κόσμο, υποστήριζε τον κόσμο»

Φ. Κάφκα.

3-0

1-0.     Δευτέρα.

Συνωστισμός στη μπάρα. Δεκάδες άνθρωποι σπρώχνονται να φτάσουν στην πηγή. Περιμένω ήδη πέντε με δέκα λεπτά. Ένα κορίτσι έρχεται από πίσω με φόρα, γλιστράει ανάμεσα σε τρία τέσσερα σώματα και φτάνει ακριβώς δίπλα μου. Ο μπάρμαν με γρήγορες κινήσεις και κάπως ενοχλητικό χαμόγελο καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας κάθε άλλο παρά δίκαια. Ο άρχοντας των μπουκαλιών, ο διανομέας του αλκοόλ διαλέγει εμφανώς τις φάτσες της αρεσκείας του κι όπως είναι επόμενο, όλες είναι γυναικείες. Τον καταλαβαίνω, οι συγκεκριμένες φάτσες καθιστούν την αδικία υπέρ τους μοναδική πιθανή λύση, αναγκαία και εντελώς αναπόφευκτη. Δε μιλάω. Όμως σιγά σιγά φαίνεται ότι έρχεται η ώρα να δικαιωθεί όλη αυτή η αναμονή. Ένα ποτήρι τζιν όπου να’ ναι αναπαύεται στα χέρια μας.

Η κοπέλα δίπλα μου καταλαβαίνει πως έχω δει ότι ήρθε από πίσω παίρνοντας τη σειρά περίπου οκτώ ατόμων, αντιλαμβάνεται τα βλέμματα των υπερκερασμένων κι όμως είναι εκνευρισμένη γιατί ο μπάρμαν δεν την εξυπηρετεί αυτομάτως. Της λέω, ας μην το παρακάνουμε. Δεν μου απαντάει παρά με την πρακτική της. Την ώρα που ο μπαρμαν έρχεται να με ρωτήσει τι θέλω, πετάγεται και αρχίζει κυριολεκτικά να φωνάζει τα δικά της. Μάλιστα του δείχνει έξαλλη το καρτελάκι της. Δουλεύει στην εταιρεία που διοργανώνει το πάρτι. Φωνάζει κι άλλο, πιο δυνατά. Ο κόσμος, το μπαρ, της ανήκει.

Καργιόλα.

Ο διπλανός της μπαίνει στη μέση της παραγγελίας της. Λέει, επειδή άκουσα ότι η κοπέλα θέλει ίδια ποτά με της παρέας μου, για να μην περιμένουμε όλοι, φτιάξε τα όλα μαζί. Έπειτα γέρνει πάνω απ’ το μπαρ, πλησιάζει τον άνθρωπο και του δίνει την παραγγελία. Εντάξει; της λέει. Οκ αποκρίνεται αυτή. Μόλις όμως ετοιμάζονται τα ποτά, ο κύριος αυτός μαζί με τον φίλο του αρπάζουν τα ποτά και φεύγουν. Αυτή μένει άναυδη. Είσαι καλά; του φωνάζει. Αυτός απλά γελάει και απομακρύνεται.

Καργιόλη.

Σε εκείνο το σημείο είμαι έτοιμος περίπου να τελέσω τελετουργική ανθρωποκτονία, χαζεύοντας το κορίτσι να παλεύει με το μπαρμαν, ζητώντας εξηγήσεις για το φιάσκο. Δευτερόλεπτα πριν την έκρηξη, από το σωρό της πίσω μου ουράς φτάνει δίπλα μου μια παρέα. Πρόκειται προφανώς για τα κορίτσια που λίγο πριν πηγαινοέρχονταν δείχνοντας τα ρούχα του σχεδιαστή και τα σώματά τους στο αποχαυνωμένο κοινό. Ακούω αγγλικά, γαλλικά, άγνωστες λέξεις, γέλια, ατέλειωτα πόδια, καθαρά από βαφές & υπερβολές πρόσωπα. Καμία υστερία για την αναμονή. Έπειτα είναι κι ο Τρυφώ, που θέλει τις γυναικείες γάμπες, διαβήτες που μετράνε τη γήινη σφαίρα. Η σειρά δεν υπάρχει, το τζιν αργεί λίγο ακόμη, δεν θυμάμαι τί ήθελα να παραγγείλω. Το επόμενο στεγνό πεντάλεπτο, ήταν αποκλειστικά δική μου ευθύνη.

2-0.     Τετάρτη.

Το μεσημέρι γρήγορος καφές στα Εξάρχεια. Μιλάμε με ταχύτητα, με άγχος να προλάβουμε το χρόνο που απομένει, αλλάζουμε θέματα χωρίς να τα τελειώνουμε. Πλησιάζει γνωστή φάτσα, να ζητήσει χρήματα. Συνήθως τραγουδάει το απορώ με την καρδιά μου κι λέει ότι μόλις αποφυλακίστηκε. Τώρα είναι άρρωστος και πουλάει χαρτομάντιλα. Δεν ξέρω αν μας θυμάται και κάθεται τόση ώρα πάνω απ’ το κεφάλι μας. Πιάνει στην κουβέντα τη λέξη «δάνειο», μας ρωτάει αν μπορούμε να του βγάλουμε ένα. Δε φεύγει με τίποτα. Του δίνουμε κάτι, περισσότερο για να εξαγοράσουμε την ησυχία μας. 50 λεπτά για να αποδιώξουμε την ενόχληση. Φεύγει. Λέει υπερβολικά πολλά ευχαριστώ. Σε 10 λεπτά πληρώνουμε και σηκωνόμαστε να φύγουμε. Παίρνω την τσάντα μου, ψάχνω αδίκως το κινητό μου. Η σακούλα με τα χαρτομάντιλα, τοποθετήθηκε όχι χωρίς λόγο στο τραπέζι μας λίγο πριν. Όταν την ξαναπήρε στα χέρια του είχε προφανώς πιάσει και το κινητό μαζί. Ακολουθεί σύντομη επικοινωνία με τα θεία. Ύστερα ανακατεμένες σκέψεις.

Αν τον δω να τον αρπάξω απ’ το γιακά. Να τον τρομάξω, μπορεί να μην το έχει πουλήσει ακόμη. / Δεν είχε δόντια, τα παπούτσια είχαν τρύπες και παραπατούσε. / Θα βγάλει τη δόση του με το γαμοκινητό μου. / Σιγά μην είναι πρεζάκι. Αυτός έχει περισσότερα από σένα. / Κρίμα ρε γαμώτο κι ήταν το μόνο κινητό που έχω πληρώσει. / Άραγε έχω κρατήσει στο pc όλα τα νούμερα; / Ρε αυτός όλο εδώ τριγυρνάει, θα τον πετύχω, δε θα τον πετύχω; / Κι αν τον πετύχω; / Ήταν υπερβολικά αδύνατος, η αρρώστια είχε φτάσει παντού. / Και τί με νοιάζει τώρα για μια κωλοσυσκευή; Και κακώς σπάζομαι. / Το μόνο τηλέφωνο που χάθηκε τελικά ήταν μιας όμορφης μαυρομάλλας με περίεργη προφορά. Άραγε θα το ξαναβρώ; Αληταρά, κλεφτρόνι.

3-0.     Παρασκευή.

Το απόγευμα στο Dasein. Ντοκιμαντέρ για τον Κέρουακ κι ύστερα συζήτηση με τους Μπαμπασάκη, Τριανταφύλλου και Λειβαδά. Η συζήτηση κρατάει λίγο. Υπολογίζω κανένα μισάωρο. Άστοχες φωνές, αντιπαράθεση χωρίς λόγο ή ουσία, παιχνίδια ενηλίκων, διακοπές και υποτίθεται προχωρημένη γλώσσα. Αποχώρηση της κ. Τριανταφύλλου απ’ το πάνελ. Μουσική, τέλος συζήτησης. Μιλάμε για beat σκέφτηκα, άρα το κλίμα σηκώνει πρόκληση, υπερβολή, κραυγή. Ύστερα οι ομιλητές περιφέρονται με τα ποτά τους ανάμεσα στο κοινό, συζητάνε χαλαρά και χαμογελαστά. Κάποτε ο Νίκος Δήμου έγραφε ότι η πνευματική εργασία δεν εκτιμάται στην Ελλάδα. Σε ομιλίες στο εξωτερικό οι συμμετέχοντες πληρώνονται και καλά κάνουν. Συμφωνούμε φυσικά. Όμως σε μια συζήτηση πας για να συζητήσεις, έστω έντονα, όχι για να πουλήσεις πόζα και άγαρμπο στιλ. Δεν μπορείς να μιλάς για μικροαστούς, όταν δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τρεις ανθρώπους για μία ώρα. Κι έπειτα όλο αυτό να παρουσιάζεται ως στάση και χαλαρότητα και φευγάτη συμπεριφορά. Δεν μπορείς να θες να κάνεις τον αντισυμβατικό από τις σελίδες των εφημερίδων και των ραδιοφώνων. Ο αντικομφορμισμός είναι ζόρικο πράγμα, δε θα έπρεπε να συγχέεται με το στιλ.

Όταν είπα σε έναν από τους ομιλητές ότι είναι κρίμα να έρχονται άνθρωποι να σας ακούσουν και να ακούνε αυτό, πήρα αποστομωτικές απαντήσεις. Ειρωνεία και επιχειρήματα που θα με εκνεύριζαν αν δεν ήταν τόσο αστεία. Άραγε έτσι μοιάζουν οι άνθρωποι που διαβάζουν και γράφουν στην Ελλάδα;

Τα μοντέλα του Γαβαλά τη Δευτέρα είχαν ασφαλώς λιγότερη πόζα κι ασφαλώς ωραιότερα πόδια. Εξάλλου μάλλον ήμαστε άδικοι όταν σχολιάζαμε ότι όλοι οι άνθρωποι ήταν ίδιοι ή ψεύτικοι ή στημένοι εκείνη τη μέρα. Ακόμη δεν είχε φτάσει η Παρασκευή.

στον παράδρομο

Στα ντουλάπια του σπιτιού δεν υπάρχει ακόμη τίποτα. Είναι αργά και θέλω καφέ. Κατεβαίνω προς Συγγρού να βρω κάτι ανοιχτό. Μπαίνω σ’ ένα μαγαζί στον παράδρομο. Κοιτάζω γύρω μου. Τόσο καιρό είχα ξεχάσει αυτόν τον κόσμο που εξακολουθεί να υπάρχει στα περιθώρια της οθόνης ή της καθημερινής δουλειάς.

Με τους φίλους από καιρό μιλάμε για κινηματογράφο, γυναίκες όμορφες ή φευγάτες και κάθετες πάσες που οδηγούν σε ανεπανάληπτα τετ α τετ. Για το ποιά αριστερά θέλουμε και σε ποιές διαδρομές θα οδηγήσουμε. Εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμο των Εξαρχείων, της Κολοκοτρώνη και γενικά του κέντρου, επιμένουμε να εστιάζουμε διαρκώς σε μικρογεγονότα, παρεξηγήσεις και συναντήσεις που συμβαίνουν σε δυόμιση δρόμους. Η ματιά μας κατέληξε παραμορφωτική και μικρόψυχη. Νομίσαμε πως ότι συμβαίνει εξαντλείται σε μερικά οικοδομικά τετράγωνα και στις σελίδες που ξεφυλλίζουμε Πέμπτες και Κυριακές. Νομίσαμε ότι μιλώντας για τις ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες και τους χαμηλούς μισθούς, είχαμε μια καλή ιδέα του τι συμβαίνει εκεί έξω. Κάναμε λάθος.

Κοιτάζω γύρω μου. Ο πρώτος μοιάζει να είναι ο ιδιοκτήτης. Σαραντάρης με καρφάκια, μπλουζάκι κοντό μωβ. Σε συνδυασμό με το χαμηλοκάβαλο τζιν, σε κάθε κίνηση των χεριών, αποκαλύπτεται τ’ όνομά του, αποτυπωμένο με κεφαλαία λευκά γράμματα, Calvin Klein. Μιλάει στο τηλέφωνο δίπλα στ’ αυτί αυτού που φτιάχνει τους καφέδες. «τον γαμάς ή σε γαμάει;» κι ύστερα ακολουθεί μια σειρά από «παίζει μουνί», «γαμώ», «κάτι κωλορωσίδες», «5 κατοστάρικα», «κωλοτρυπίδες», ατέλειωτα γαμήσια και πουστριλίκια, ειρωνείες και υπαινιγμοί για αυτά που έγιναν κάποτε αργά τη νύχτα. Στην TV η μισή οθόνη παίζει διαφημίσεις κι η άλλη μισή teletext, χρηματιστήριο. Έμοιαζε να μπήκαμε ξαφνικά σε κάποιο αχρησιμοποίητο πλάνο του Οικονομίδη και όπου να’ ναι κάποιος θα με χτυπούσε με μια διπλωμένη εφημερίδα. Την ώρα που ετοιμαζόταν ο καφές μπαίνουν δύο κορίτσια, πιθανότατα εργαζόμενες σε παρακείμενα μαγαζιά. Πέτσινα παντελόνια, κόκκινα τακούνια, ασφυκτικά πλαστικά μπλουζάκια. Ακολουθούν άγρια βλέμματα, άθλιες ειρωνείες, προσωπικές αντωνυμίες και ένα γελάκι που δείχνει ξεκάθαρα ότι ο κόσμος ανήκει στον ιδιοκτήτη αυτής της καφετέριας. Αυτή παραγγέλνει φρέντο καπουτσίνο τείνοντας το μεσαίο δάχτυλο. Ένας σεκιουριτάς από διπλανή εταιρεία, μπαίνει βρίζοντας κάτι αόριστο και μακρινό, (μια ομάδα της β’ Αγγλίας που φταίει για τα στοίχημα, το άδειο πορτοφόλι, τη σκατοδουλειά, τη ζωή την ίδια) κάνει δύο τζούρες, κοιτάζει για κανένα δίλεπτο τα κορίτσια, πετάει μπροστά στα μούτρα τους κάτι σαν «τι λένε οι γκαύλες;» και φεύγει.

Έξω κάποιος περπατάει, κουβαλώντας με ζόρια μια τηλεόραση από το πολυκατάστημα. Τα αυτοκίνητα τρέχουν δίπλα απ’ τα κεφάλια μας και μια κυρία καθαρίζει την είσοδο ενός στριπτιζάδικου.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια σιγά σιγά τα ξέχασα όλα. Τους ανθρώπους που κοιμούνται παρέα με ένα ποτήρι ουίσκι στην παλιά εθνική οδό Κομοτηνής Αλεξανδρούπολης. Τις γυναίκες που μυρίζουν πατσουλί στις οχτώ το πρωί. Τον παλιό συμμαθητή με τα χαλασμένα δόντια απ’ τα ναρκωτικά. Ξέχασα ότι η αστυνομία δεν κάνει μόνο εξακριβώσεις στοιχείων στα ημιάγρια νιάτα και τους ημιεξημερωμένους θαμώνες, αλλά κυρίως τριγυρνά νύχτα στις παρυφές των μαγαζιών και των λεωφόρων. Ότι εκεί έξω δεν ακούγονται μόνο μουσικές του κόσμου και ανέραστα λαϊκοπόπ. Απ’ τα ηχεία βγαίνει ένας σκληρός ήχος που φτύνει τα κυριλέ πρωινά & τις κάζουαλ αποδράσεις. Ο ήχος της πόλης, που κι αν δεν φτάνει στα αυτιά μου, δεν σωπαίνει ποτέ.

Καταλάβαμε την άφιξη τους απ’ την αναστάτωση που αμέσως ξεκίνησε στο παρκάκι της Ναυαρίνου, για ν’ απλωθεί στο απέναντι  μαγαζί όπου πίναμε το ποτό μας. Οι διμοιρίες στάθηκαν για λίγο στην Χαριλάου Τρικούπη κι έπειτα άρχισαν να κατηφορίζουν απ’ τη Ναυαρίνου, αλλά και μέσα απ’ το παρκάκι. Ο κόσμος αμέσως άδειασε το πάρκο και άρχισε να κατευθύνεται προς τα ενδότερα των Εξαρχείων. Κάποιοι απ’ το καφενείο επίσης σηκώθηκαν και έφυγαν. Μαζί με τις διμοιρίες ήταν αρκετοί ένστολοι και επίσης αρκετοί άντρες με πολιτικά.Αυτοί οι τελευταίοι ήρθαν στα τραπέζια, όπου παρέμενε κάποιος κόσμος.

Όσο περνούσαν οι διμοιρίες, κάποιοι φώναζαν και απορούσαν τί τους έπιασε έτσι ξαφνικά κι αποφάσισαν να εφορμήσουν προς το μέρος μας. Οι κύριοι, χωρίς διακριτικά, στοιχεία ή οτιδήποτε άλλο, με καθησυχαστικό ύφος μας είπαν ότι θέλουν να δουν τις ταυτότητές μας κι ότι να μην ανησυχούμε γιατί είναι προληπτικός ο έλεγχος. Ψάχνουν, λέει για ναρκωτικά, όπλα κλπ. Επίσης θέλησαν να ψάξουν κάποιες τσάντες. Λέω στον κύριο με το κόκκινο μπουφάν μπροστά μου με το πιο γλυκό ύφος που θα μπορούσα να πάρω, ότι είμαι δικηγόρος και ότι θα ήθελα να ξέρω για ποιό λόγο θέλει τα στοιχεία μου ή πολύ περισσότερο για ποιό λόγο θέλει να μας ψάξει. Επίσης να μας και ποιός είναι. (σημείωση: η τελευταία ερώτηση απαντήθηκε πολύ εύστοχα από συμπότη, ο οποίος έλεγε: «ρε αυτός πιο πολύ μοιάζει με εκλογικό αντιπρόσωπο του ΠΑΣΟΚ»). Φυσικά σαφείς απαντήσεις δεν πήρα. Αντιθέτως ο κύριος με το κόκκινο μπουφάν, εκτόξευσε προς το μέρος μου ένα (διασκεδαστικό αν μη τι άλλο) λογύδριο, στο οποίο μου έλεγε ότι «δεν τιμώ το λειτούργημα μου, ότι είναι ντροπή μου αυτό που κάνω και ότι εμάς ειδικά η δουλειά μας, επιβάλλει να είμαστε οι πιο συνεργάσιμοι πολίτες». Δεν κατάλαβα τί ακριβώς εννοούσε με αυτό το συνεργάσιμοι. Να συμβάλλουμε στην τήρηση της νομιμότητας ή να την ερμηνεύουμε ανάλογα με τα κέφια μας;

Στη συνέχεια ήρθε άλλος κύριος πιο ευγενικός και γλυκομίλητος, ο οποίος μου είπε συγκαταβατικά «εντάξει δεν τρέχει τίποτα, εμείς δεν είμαστε εδώ για σας. Εσείς είστε άλλο (σ.σ. μάλλον θα τον εντυπωσίασε το πουκάμισό μου). Θα μου δείξετε τώρα την ταυτότητά σας;». Του λέω καλά, μήπως να μου δείξετε κι εσείς τη δικιά σας; Και τέλος πάντων έγινε κάτι εδώ τριγύρω, καμία εγκληματική ενέργεια, μήπως κυνηγάτε κάποιον; Συνεχίζει: «μα γιατί θέλετε να δημιουργήσετε πρόβλημα;» Το θέατρο του παραλόγου συνεχίστηκε για κάμποση ώρα, με νεαρό αστυνομικό να μου λέει ότι «όλο αυτό είναι πρόληψη, δεν είναι καταστολή» (πρώτη φορά βλέπω προληπτικό έλεγχο τσάντας, σε μαγαζί, στο άσχετο και χωρίς να έχει συμβεί το παραμικρό).

Εκείνη τη στιγμή με πλησίασε άλλος νεαρός με πολιτικά (μπουφάν κουμπωμένο μέχρι το λαιμό, τί διάολο στο ψυγείο τους κρατάνε όλη μέρα και κρυώνουν έτσι;), κάπως μυστήριος και μου είπε : «είσαι δικηγόρος; Και τι μου λες ρε φίλε, ότι δεν μπορώ να σε ψάξω, να σε ελέγξω όποτε θέλω;». Ύστερα από λίγο όπως είναι φυσικό, έκλεισαν τα μαγαζιά και ο κόσμος άρχισε να διαλύεται προς διάφορες κατευθύνσεις. Η αποστολή στέφθηκε με επιτυχία.

***

Το παιδί που μου έλεγε ότι αυτό είναι η πρόληψη είναι το γέννημα μιας κοινωνίας που της λες ελευθερία και ακούει ασφάλεια. Τις ενέργειες και τον τρόπο δράσης των αστυνομικών δεν μπορεί να τις χαρακτηρίσεις προληπτικές. Όμως δεν επρόκειτο και για άσκηση κατασταλτικής πολιτικής. Όλο αυτό περισσότερο έμοιαζε με ρύθμιση. Οι αστυνομικοί, ένστολοι και με πολιτικά, μαζεύτηκαν μες στη νύχτα, απέκλεισαν το δρόμο και ύστερα προχώρησαν προς το κέντρο των Εξαρχείων, με τον τρόπο που κάνει έφοδο ο τακτικός στρατός. Οι έλεγχοι στα καλά καθούμενα, οι ανοιχτές τσάντες, οι κύριοι χωρίς διακριτικά δίπλα στα ΜΑΤ βρίσκονται εκεί για να επικυρώσουν την ισχύ ενός καινούριου νόμου. Αυτός λέει περίπου ότι αναλόγως με το πού κυκλοφορείς, αναλόγως με το πού πίνεις το ποτό σου είσαι ύποπτος ή όχι. Αν επιλέγεις ακόμη να πηγαίνεις σ’ αυτές τις περιοχές σημαίνει ότι είσαι ένοχος τουλάχιστον για την έλλειψη αγάπης στην τάξη και τη νομιμότητα. Η αστυνομία θα σε διώξει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

(Χαρακτηριστικό είναι ότι μετά από κάποια ώρα που τα ΜΑΤ είχαν προχωρήσει προς τα κάτω, γύρισε ένας με πολιτικά και λέει στους αστυνομικούς: «αυτοί τι κάνουν εδώ; Δεν τους ψάξαμε; Να φύγουν τώρα».Ύστερα κάποιος του φώναξε “δεν επιτρέπετε να στεκόμαστε στο πεζοδρόμιο;” για να συμπληρώσει αμέσως «μέχρι χθες καλά ήμαστε. Τώρα με την αλλαγή..»)

Με άλλα λόγια, εκεί υπάρχουν εστίες ανομίας, που λέει κι ο αγαπητός αριστερός κ. Βούγιας. Μόνο που για αυτές τις εστίες δεν είναι υπεύθυνοι μόνο οι κύριοι με τις πέτρες, αλλά και οι κύριοι με τις στολές και τα όπλα. Το πρόβλημα εδώ βρίσκεται στο ότι έχει άλλη βαρύτητα η παρανομία ενός πολίτη και άλλη η παρανομία ενός κρατικού οργάνου. Η οργανωμένη, συστηματική και καθαγιασμένη βία του κατασταλτικού μηχανισμού είναι αυτή που ανάβει τα πιο επικίνδυνα φυτίλια.

Είναι προφανές πάντως, πως την περιοχή δεν την αγαπάει ούτε ο περίφημος χώρος, ούτε το προσφιλές μας παρακράτος. Το δε κράτος, δημιουργεί τις ιδανικές συνθήκες, ώστε να ανθίσουν εκεί όλων των ειδών οι τραμπούκοι, είτε βρίσκονται στο κρατικό μισθολόγιο, είτε όχι.

Κάπως έτσι χθες το βράδυ παραλίγο να αντιληφθούμε τί σημαίνει «πάμε μαζί» (μάλλον ως το τμήμα εννοούσε ο GAP). Έφυγα ακούγοντας κάποιον να επικαλείται στην ίδια πρόταση το ΠΑΣΟΚ και τα θεία. Περαστικά μας.

υγ. αυτά περί δικηγορίας μην τα παίρνετε τις μετρητοίς. Απ’ τη νομική περάσαμε μα δεν ακουμπήσαμε.

Περάσαμε μια προεκλογική περίοδο σκυμμένοι πάνω από αριθμητικές πράξεις, προσθαφαιρέσεις, στατιστικές, ποσοστά και χρηματικά ποσά. Πρόεδροι και κόμματα χρησιμοποίησαν κατ’ εξακολούθηση τον όρο «νοικοκυριό» με τον πιο χυδαίο και μίζερο τρόπο. Λέξεις όπως νοικοκυραίοι, συμμάζεμα, τακτοποίηση, σπατάλη γέμισαν τις τηλεμαχίες και βγήκαν με περισσή αυτοπεποίθηση από τα στόματα των δύο Ελλήνων που δεν χρειάστηκε ποτέ να κάνουν οικονομία στο δικό τους σπίτι.

Ούτε αυτό όμως έχει σημασία, αφού είναι γνωστό εδώ και χρόνια, ότι λατρεύουμε την οικονομία, τα διαγράμματα και τις αυξομειώσεις των δεικτών του χρηματιστηρίου. Οποιαδήποτε πολιτική πρέπει να περνάει μέσα απ’ όλα αυτά για να φτάνει τελικά στην συνήθη υπερεκτίμηση και θεοποίηση της οικονομίστικης λογικής. Είναι όμως η πολιτική μια πάλη με τη στατιστική; Είναι το πρόβλημά μας ένα μέγεθος που μετριέται σε ποσοστιαίες μονάδες;

Τώρα μαθαίνουμε απ’ τα ραδιόφωνα να ελπίζουμε σε νέους επιστήμονες και τεχνοκράτες. Ασφαλώς προτιμότεροι απ’ τη συνήθη πασοκίλα, τον τραμπουκισμό και τον ιδρωμένο λαϊκισμό του παλιού κόσμου που κυβερνά αδιαλείπτως απ’ την έναρξη του νεοελληνικού κράτους. Όμως παραμένει το γεγονός, πως οι άνθρωποι αυτοί ονειρεύονται ανάπτυξη, βιολογικά προϊόντα, χιλιάδες υπολογιστές για όλους, δίκτυα, σύγχρονες πόλεις και όλα τα καλά του κόσμου, ξεχνώντας συστηματικά να ονειρευτούν τον ίδιο τον άνθρωπο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι μιας γενιάς που αγάπησε την (δίκαιη) επαγγελματική επιτυχία και τις δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, υποτιμώντας όμως υπερβολικά τη μεγάλη εικόνα, με άλλα λόγια την ίδια τη ζωή. Αν οι προηγούμενοι (στην πλειοψηφία τους) δεν είχαν ούτε την ικανότητα ούτε την καλή πρόθεση, αυτοί έχουν και τα δύο. Να είχαν και μία πυξίδα.

στο δρόμο για τον Πλάτανο, με τις αλεπούδες παρέα δίπλα στην άσφαλτο

στο δρόμο για τον Πλάτανο, με τις αλεπούδες παρέα δίπλα στην άσφαλτο

Το Σαββατοκύριακο των εκλογών βρέθηκα σε ένα χωριό της Ευρυτανίας, πάνω απ’ το Καρπενήσι. Το Σάββατο καθισμένοι στην ταβέρνα του χωριού, ένας παππούς εξιστορούσε διάφορα περιστατικά απ’ τη ζωή και τον τόπο του. Αφού μας εξύμνησε επί ώρα όλα εκείνα τα σημερινά παιδιά που παλεύουν μόνα τους, με το «κούτελο καθαρό» (έτσι ακριβώς το έθεσε), να πετύχουν και να δημιουργήσουν, μας είπε τα εξής: Ότι αν και ψήφιζε ΝΔ, τα τελευταία 15 χρόνια το ρίχνει ΠΑΣΟΚ, γιατί όταν χρειάστηκε ένα δάνειο, οι της ΝΔ δεν του έδωσαν σημασία, ενώ οι άλλοι μεσολάβησαν στην τράπεζα στο Καρπενήσι και έτσι μπόρεσε να χτίσει το σπίτι στο χωριό. Ο μεθυσμένος κύριος μπροστά μας δεν μπορούσε να δει την αντίφαση. Γι’ αυτόν δεν υπήρχε πελατειακή σχέση, απλά ενδιαφέρον και αυτονόητη βοήθεια.

[Τον πυρήνα του προβλήματος επί χρόνια δεν τον αγγίζει κανείς. Η κατασκευή του ελληνικού κράτους θα πρέπει να θεωρηθεί επιτυχής, αφού φτιάχτηκε με τις γνωστές σε όλους μας προδιαγραφές. Σίγουρα πάντως όχι για να γίνει κάποτε ένα σύγχρονο, δυτικό κράτος.

Πχ. Παρόλο που δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι αληθινή,  έχει αξία η φράση που αποδίδεται στον Μακρυγιάννη κατά τη συζήτηση στη βουλή το 1844, για το αν πρέπει να κατέχουν υψηλά αξιώματα οι μορφωμένοι : «Αν είναι να μείνουμε νηστικοί, ας πάει στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί (σ.σ. οι μορφωμένοι Έλληνες της διασποράς), ας φάμε κι εμείς τώρα».]

Ύστερα, ανάμεσα στα έλατα και τις καστανιές στήθηκε η κάλπη. Οι άνθρωποι ευγενικοί και φιλόξενοι, μας τάισαν και μας περιποιήθηκαν όσο πήγαινε. Έπειτα, με μαύρα τα δάχτυλα από το μάζεμα των καρυδιών έριχναν τα απολύτως λάθος ψηφοδέλτια. Όλοι οι φάκελοι (εκτός από μόλις δύο) περιείχαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Κάποια στιγμή ήθελα να τους φωνάξω. Μα καλά τί λέγαμε δύο μέρες τώρα; Ότι δεν έχετε συντάξεις, δεν έχετε δρόμους, υποδομές, ότι δε σας αφήνουν να κάνετε πράγματα, ότι διώχνουν τον κόσμο απ’ τα χωριά. Μα γιατί τους ψηφίζετε, είστε πολύ καλύτεροι απ’ αυτούς. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τα βγάλω όλα άκυρα. Αλλά αυτό δεν είναι εφικτό. Λέμε συνέχεια ότι δε θέλουμε να μεταχειριζόμαστε τους τρόπους του σημερινού πολιτικού συστήματος. (Για να μην αναφέρω ότι θα με πέταγαν μετά στο Μέγδοβα, τουλάχιστον δηλαδή).

* φράση που μου θυμίζει τον Μ. Ανδρουλάκη, που κάποτε άκουγα με τη μεγαλύτερη προσοχή. Αυτόν δηλαδή που τότε ονειρευόταν την πολιτική φαντασία, την Αργεντινή, τις γυναίκες που χορεύουν tango με κόκκινα φορέματα ή την ελευθερία. Τώρα κοιμάται και βλέπει την ελληνική οικονομία. Οι εφιάλτες, όπως ήταν επόμενο, συνεχίζουν να έρχονται με τη μορφή ελλειμμάτων όλων των ειδών.

Χθες βράδυ, μερικά στιγμιότυπα που φαντάστηκα:

Η κα Κουντουρά με το αψεγάδιαστο μαλλί λέει με όλο το πάθος που καίει τα σωθικά της ότι το πρώτο που την ενδιαφέρει είναι η ασφάλεια στην Αθήνα. «Να κυκλοφορούν τα παιδιά μας και να μην φοβούνται». Η πόλη μας ένα άντρο περιθωριακών και παράνομων. Η Πανεπιστημίου όπως και να το πάρεις, μια τρομακτική διαδρομή.

«Η βουλευτής της Ν.Δ. Ελενα Κουντουρά, παλαίμαχη καλλονή, επιχειρηματίας και, εντέλει, εκδότης του λαμπερού περιοδικού «Glam», δίνει την αρτιότερη μέχρι σήμερα δημοσιευμένη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνει η συγκεκριμένη παράταξη το μέλλον της ευτυχίας σε σχέση με την αποτρίχωση». Έγραφε από τότε (ποιός άλλος;) ο καλός κύριος Αρανίτσης.

Την ώρα που κάποια συνάδελφός της έλεγε κάτι ομολογουμένως ξινό και ελάχιστα ενδιαφέρον, η Άννα Νταλάρα χαμογελούσε μόνη της, κουνώντας το κεφάλι με νόημα. Σκέφτομαι ότι δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμη ότι το μάτι της κάμερας αποτυπώνει τα πάντα, λόγια, νεύματα και εκφράσεις. Η καταγραφή δεν σταματάει ποτέ. Η καταγραφή κυρίως στοχεύει στα ενδιάμεσα διαστήματα. Εκεί που μιλάει κάποιος άλλος, εκεί που υποτίθεται η προσοχή στρέφεται στον επόμενο ομιλητή. Όμως η κάμερα είναι αμείλικτη και δεν ξεχνιέται ούτε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Πιάνει το άκομψο κι ενοχλημένο ύφος της υποψήφιας του ΠΑΣΟΚ που φανερώνει ότι ναι, εκείνη την ώρα θεωρεί πως ακούει βλακείες, πως δεν αντέχει άλλο να περιμένει να βάλει την αντίπαλο στη θέση της. Είναι βέβαιη ότι η επερχόμενη εξυπνάδα της θα είναι αποστομωτική.

Στο «πόλεμος και κινηματογράφος» ο Βιριλιό παραθέτει μια εξαιρετική φωτογραφία, η οποία περιγράφεται από τη λεζάντα ως εξής: «κάμερα στερεωμένη στον κιλλίβαντα ενός μυδραλίου, συνδεδεμένη με τα προστατευτικά του αεροπλάνου. Η λαβή του όπλου βρίσκεται κάτω από τη μηχανή λήψης».

Η υποψήφια του ΛΑ.Ο.Σ. τινάζει πίσω τα μαλλιά της με μια αποφασιστική κίνηση. Ύστερα χαρίζει ένα βλέμμα κατευθείαν στην κάμερα, δηλαδή σε όλους μας τους ταλαιπωρημένους τηλεθεατές. Κάποια στιγμή, χωρίς καλά καλά να το αντιληφθεί, αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. «Εμείς τους μεγαλώσαμε (σ.σ. τους άντρες)».

Μετά μιλάει η Λίλα Καφαντάρη, η υποψήφια του ΣΥΡΙΖΑ, η υποψήφια των Ο-Π κι έπειτα ο κακός χαμός. Μιλάνε όλες μαζί. Υψώνουν τις φωνές τους ταυτόχρονα, λέει η καθεμία τα δικά τους κι όλες μαζί ταυτόχρονα κοιτάνε τον παρουσιαστή. Καμία δεν γυρνάει να κοιτάξει εκείνη στην οποία απευθύνεται. Υστερία.

Ο παρουσιαστής, αμήχανος, καταρρέει αργά μπροστά σ’ αυτό τον ορυμαγδό αφρισμένων λέξεων. Έβλεπε μπροστά του εκείνο το όλο πονηριά και υπονοούμενο «εμείς τους μεγαλώσαμε» και τρόμαζε μπροστά στη μαζεμένη επιθετικότητα, την βιαιότητα της ματαιοδοξίας και την στιλιζαρισμένη υστερία. Ευτυχώς υπάρχουν πια Φιλιππινέζες, παιδικοί σταθμοί και τα ίντερνετς, ώστε να αναλάβουν με επιτυχία εκείνο που παραλίγο να μας λείψει, το να μεγαλώνουν δηλαδή τα παιδιά με τη συλλογική φροντίδα της γειτονιάς. Αντίθετα, εκείνα τα αγόρια που εγκαταλείφθηκαν στην αποκλειστική προσοχή της αιμοδιψούς και αχόρταγης, σύγχρονης μάνας, μπορεί να πετυχαίνουν συνεχώς και αδιαλείπτως στον επαγγελματικό στίβο, έχουν όμως ξεχάσει στη βάση κάποιας μισοσπασμένη μπασκέτας όχι μόνο τα κλειδιά του σπιτιού, αλλά και τον ευνουχισμένο εαυτό.

Με άφθονη λακ, υπέροχα αξεσουάρ και τη βεβαιότητα του συντηρητικού ανθρώπου που αγαπά να υποδεικνύει το καλό μας, εξαπολύοντας απαγορεύσεις, πορεύονται οι γυναίκες προς τη λέσχη των 300. Αρνούμενες την όποια θηλυκότητα, υιοθετούν τα χειρότερα ανδρικά χαρακτηριστικά, για να τα εμπλουτίσουν με το δηλητήριο της γυναικείας ματιάς μπροστά στην ανεπιθύμητη νύφη. Όπως θα έλεγε και ο Γούντυ, «αν το βλέμμα σκότωνε θα ήμουν από ώρα νεκρός».

Δυο περιπτώσεις σχετικές με τον «εργασιακό μεσαίωνα» τον οποίο επικαλείται ο αυριανός.

Α)      Πριν λίγες μέρες σε γραφείο του κέντρου κλήθηκαν σε meeting οι εργαζόμενοι, στους οποίους και ανακοινώθηκαν τα εξής: Άδειες μόνο το χειμώνα & μόνο για μία εβδομάδα, τέλος σε οποιαδήποτε μουρμούρα για το ωράριο, το οποίο πλέον εν ολίγοις δεν υφίσταται & τα δώρα μειώνονται κατά το ήμισυ. Η κουβέντα τελείωσε με την «διευθύντρια» (ας την πούμε έτσι) να λέει ότι όποιος έχει αντιρρήσεις δε χρειάζεται να πει κάτι, μπορεί απλά να παραδώσει την παραίτησή του.

Β)      Στις συζητήσεις σχετικά με τις νέες συμβάσεις που θα υπογράψουν οι εργαζόμενοι στην ολοκαίνουρια, δυναμική και φιλόδοξη εταιρία ζητούνται τα εξής: Δεν υπάρχουν υπερωρίες, μία μέρα την εβδομάδα εθελοντική εργασία επ’ ωφελεία της εταιρίας και δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να μετατίθεται ο εργαζόμενος σε οποιαδήποτε θέση, σε άλλη εταιρία του ομίλου.

Γ)       Χθες ο πρωθυπουργός, αναφερόμενος στους αναπληρωτές που έχουν να πληρωθούν 10 με 12 μήνες, είπε ότι εντάξει ίσως να υπάρχουν κάποιες καθυστερήσεις, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κράτος είναι ο πιο σίγουρος εργοδότης. Τα χρήματα θα τα πάρουν σίγουρα οι εργαζόμενοι.

Είναι προφανές ότι οι δύο προϊστάμενοι των εταιριών, που διαχειρίζονται την εξουσία και το χρήμα στο κρατίδιό μας, δεν έχουν μείνει για περισσότερο από δύο λεπτά με άδειο πορτοφόλι. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Η φτώχεια δεν είναι προσόν. Όμως η μέχρι τώρα πορεία τους στα ανθρώπινα, τους απαγορεύει να αντιληφθούν την κατά τ’ άλλα προσφιλή τους καθημερινότητα. Δεν μπορεί αλλιώς να εξηγηθεί ότι ο ΚΚ δεν αντιλαμβάνεται ότι το να καθυστερήσει ο μισθός, όχι για 12 μήνες, αλλά για 12 μέρες ισοδυναμεί με μια πραγματικότατη και άκρως αληθινή τραγωδία. Αυτό μπορούν να το βεβαιώσουν δυστυχώς, πολλοί σημερινοί εργαζόμενοι.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι η ολοένα αυξανόμενη απληστία των πάσης φύσεως εργοδοτών. Ούτε η προσπάθεια να πειστούμε ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι πότε με την ελαστική & ανασφάλιστη απασχόληση και πότε με την άθλια τακτική της «πρακτικής». Το αληθινό σκάνδαλο είναι ότι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μοιάζουν πλέον βέβαιοι ότι πρώτα απ’ όλα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί επειδή κάποιος τους επιτρέπει να εργάζονται & άρα να καταθέτουν την ελάχιστη καταβολή στην πιστωτική κάρτα. Ο φόβος για την ανεργία είναι μεγαλύτερος από την διάθεση για ζωή. Αναπόφευκτα, τα αποτελέσματα αυτής της παράνοιας θα εμφανίζονται κάθε λίγο, με τη μορφή μιας άτσαλης ψυχικής αρρώστιας ή με την ορμή κάποιου βίαιου ξεσπάσματος.

Ο Σιοράν προειδοποιεί ότι δεν θα πρέπει να συγχέουμε το προχωρώ με το προοδεύω. Άλλωστε είναι σωστό να επικαλούμαστε το μεσαίωνα. Κάποιοι ζουν σ’ αυτόν και κάποιοι φέρνουν τις βόλτες τους στην Αγ. Παρασκευή μιλώντας για υπεύθυνες αποφάσεις. Ας τις ανακοινώσουν σ’ όσους έχουν να πληρωθούν 10 μήνες.

“Είναι ασφαλώς σύνηθες να θαυμάζουμε κάθε μέρα αρχικλεφταράδες, τη χλιδή των οποίων προσκυνούν οι πάντες, μαζί κι εμείς, που η ύπαρξή τους, ωστόσο, αποδεικνύεται, αν την καλοεξετάσεις, έγκλημα διαρκείας που καθημερινά ανανεώνεται, πλην όμως αυτοί οι άνθρωποι απολαμβάνουν δόξα, τιμές και εξουσία, τα κακουργήματά τους έχουν θεσπιστεί διά νόμου, ενώ όσο μακριά κι αν ανατρέξουμε στην ιστορία (…) όλα δείχνουν πως μια ανώδυνη μικροκλοπή, και κυρίως ευτελών τροφίμων, σαν το ξεροκόμματο, το σαλάμι ή το τυρί, επισύρει ανελλιπώς στον δράστη το δημόσιο όνειδος, την κατηγορηματική απόρριψη της κοινότητας, τις έσχατες ποινές, την αυτόματη ατίμωση και την ανεξιλέωτη καταισχύνη, κι αυτό για δύο λόγους, πρώτον γιατί ο δράστης τέτοιων κακουργημάτων είναι κατά κανόνα φτωχός, κι αυτή η κατάσταση υποδηλώνει από μόνη της μια κεφαλαιώδη ατιμία, και δεύτερον γιατί η πράξη του εμπεριέχει ένα είδος σιωπηρής μομφής προς την κοινότητα. Η κλοπή του φτωχού γίνεται μια δόλια ατομική επανόρθωση, με καταλαβαίνεις;…Πού πάμε; Κι έτσι, η πάταξη των μικροκλοπών εφαρμόζεται, σημείωσε, απανταχού της γης, με άκρα δριμύτητα όχι μόνο ως μέσον κοινωνικής άμυνας, αλλά επιπροσθέτως και κυρίως ως αυστηρή σύσταση προς άπαντες τους δυστυχείς να μένουν στη θέση τους και στην κάστα τους, φρόνιμοι, χαρωπά καταδικασμένοι να ψοφάνε ανά τους αιώνας από πείνα και μιζέρια…”

Σελίν “Ταξίδι στην άκρη της νύχτας”

DSC_0297

Older Posts »