διαφημίσεις για περιοδικά

Τα έγραψε ωραιότατα ο Κίμπι.
Περιοδικό ΜΟΝΟ λοιπόν. Ένα περιοδικό κολλεκτίβα. Εδώ το δελτίο τύπου.

Πιθανότατα δε χρειάζεται κάτι παραπάνω. Αλλά τι διάολο βλογερς είμεθα αν δεν φλυαρήσουμε και λιγάκι.

Όταν πέρναγα στη νομική κι επειδή πάντα έβλεπα λίγο παραπάνω αμερικάνικο κινηματογράφο, πίστεψα ότι μόλις γινόμουν δικηγόρος θα δούλευα με τη νεαρή Ντέμι Μουρ και θα υπερασπιζόμαστε δωρεάν πουτάνες, μετανάστες, πρεζάκια και τους ποινικούς του Πετρόπουλου. Στο μυαλό μου είχα ξεκάθαρη την εικόνα. Η εικόνα όμως, απείχε απ’ την πραγματικότητα όσο οι πασοκόψυχοι απ’ την κοινωνία. Ύστερα, για ένα διάστημα μου κόλλησε ότι θα μπορούσα να γίνω δημοσιογράφος, γραφιάς. Όταν το δοκίμασα σε διάφορα, μάλλον περιθωριακά, έντυπα έφαγα τα μούτρα μου. Δεν μπορούσα να το κάνω. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με τους αρχισυντάκτες, δεν μπορούσα να περιγράψω τι θα γράψω πριν το ξεκινήσω, δεν μπορούσα να συστηματοποιήσω καμιά αφήγηση. Έπειτα, παρατηρούσα ότι άλλοτε ξεχνούσαν να με πληρώσουν, άλλοτε έτσι που με πλήρωναν καλύτερα να μην το έκαναν καθόλου. Τελικά ακολούθησα τη συμβουλή του Ραφαηλίδη. Σε όλα ερασιτέχνης. Τώρα, σε οικονομική δυσπραγία μεν, αλλά πηδώντας απ’ το ένα στο άλλο και βασικά μην μπορώντας να απαντήσω στην κυρίαρχη ερώτηση που εμφανίζεται σε κάθε απόπειρα κοινωνικής συναναστροφής («με τί ασχολείσαι;»), αποφεύγω να δώσω σοβαρή απάντηση. Μη με ρωτάς με τί ασχολείσαι, αλλά σε τι συμμετέχεις. Να ‘χω να σου πω κάτι για το οποίο δεν ντρέπομαι. Να σου απαντήσω χαμογελαστός.
Μια φίλη με ρώτησε πριν λίγες μέρες, αν πιστεύω ότι δίνονται στους νέους ανθρώπους ευκαιρίες. Έπιασα τον εαυτό μου να δίνει απάντηση σχεδόν φιλελεύθερη και έφερα τρεις βόλτες γύρω απ’ τον υπολογιστή να ξορκίσω το κακό. Όπως και να ‘χει, αυτό που σκέφτηκα είναι ότι δεν θεωρώ ότι δεν μου δόθηκαν ή ότι δεν μου δίνονται ευκαιρίες. Αντιθέτως θεωρώ κατά κάποιο τρόπο τυχερό το τομάρι μου, αφού ειδικά τα τελευταία χρόνια και εξαιτίας του μαγικού αυτού πράγματος που λέγεται διαδίκτυο, βρέθηκα ανάμεσα σε εξαιρετικά ενδιαφέροντες τύπους να συμμετέχω σε όλων των ειδών τα εγχειρήματα. Ευκαιρίες λοιπόν δεν στερήθηκα, αντιθέτως νιώθω σχεδόν ότι τις συν – δημιούργησα. Φυσικά όλα αυτές οι προσπάθειες έχουν ακόμη ένα μικρό, πολύ μικρό δηλαδή ελάχιστο πρόβλημα. Δυσκολεύονται να επιβιώσουν και να προσφέρουν την επιβίωση στους συμμετέχοντες. Αλλά θα το λύσουμε κι αυτό, δεν μπορεί. Εδώ ξεπεράσαμε την απόρριψη της Κ. στην πέμπτη δημοτικού. Εδώ ξεπεράσαμε το γεννηθήκαμε άλλη εποχή απ’ την Ανούκ Εμέ. Εδώ ξεπεράσαμε τα πέτρινα χρόνια πηγαίνοντας σχολείο. Τα άλλα είναι παιχνιδάκια. Λείπει μια ιδέα που ακόμη δεν σκεφτήκαμε, ένα κόνσεπτ, μερικές κουβέντες που ακόμη δεν ξεστομίσαμε.( Ίσως πάλι να μη λείπει τίποτα απ’ όλα αυτά και απλώς η λύση να έρθει με αυτό το κοινωνικό ρεύμα που βρίσκεται σε αναβρασμό τα τελευταία τρία χρόνια. Και τότε ίσως να ζήσουν όλα τα ΜΟΝΟ και τα unfollow και τα Humba ή τα καθαρά κινηματικά περιοδικά του κόσμου.)
Αυτές οι ευκαιρίες λοιπόν που τον τελευταίο καιρό συν – διαμορφώνονται και συν – εφευρίσκονται έχουν την τάση να μπορούν να φτιαχτούν με τους (ιδεολογικούς/ιδιοσυγκρασιακους πες το όπως θες) όρους που θέλουμε και πιστεύουμε. Σε αυτοδιαχείριση και αυτοοργάνωση πιστεύουμε; Να που ήρθε ο καιρός που οι φανφάρες μας θα γίνουν ή πράξη ή στάχτη. Στην απουσία ιεραρχίας, στην απουσία αφεντικού/χρηματοδότη πιστεύουμε; Να που γίνεται, να δηλαδή να που προσπαθούμε να γίνει.
Αντί για όλες αυτές τις λέξεις, θα μπορούσα να πω, να παραδεχτώ δηλαδή, ότι είμαι μέρος αυτού του καινούριου περιοδικού, μόνο και μόνο γιατί περνάω καλά στις συναντήσεις ή μόνο και μόνο γιατί θέλω να πιστεύω ότι αυτός είναι ο τρόπος.

Με άλλα λόγια, στα μέσα της επόμενης εβδομάδας στα περίπτερα θα κρέμονται οι λέξεις, τα ρεπορτάζ και οι έρευνες μερικών καινούριων φίλων μου.

υγ.:Το ΜΟΝΟ είναι ένα νέο 15ήμερο περιοδικό για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία και τον πολιτισμό.Το πρώτο μας τεύχος κυκλοφορεί την Τρίτη 31 Ιανουαρίου.Τιμή λιανικής: 2,90 ευρώ

Συμμετέχουν οι: Λευτέρης Αδαμίδης, Αδάμ Γιαννίκος, Γιάννης Gizmo, Δανάη Δάσκα, Δολερός (@doleross), Χρήστος Ιωάννου, Μιχάλης Καλαμαράς, Γιάννης Κιμπουρόπουλος (ΚΙΜΠΙ), Άγγελος Κυρούσης (Loan me a dime), Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Άννα Μαρτίνου, Ειρήνη Μουντράκη, Μαρία Μπακοπούλου, Γιάννης Μπαμπούλιας, Επιστήμη Μπινάζη, Σπύρος Παπαδόπουλος (Το Βυτίο), Τάσος Πετρόπουλος, Γιάννης Πλιώτας, Βασίλης Ρούβαλης, Βίκυ Στρατάκη, Βασιλική Σιούτη, Τάσος Τσακίρογλου, Βίκτωρας Τσιλώνης, Μάρκος Φράγκος, HUMBA!

7 σχόλια

Filed under MONO

ο ακροβάτης

Κοιτάει τον καλοσιδερωμένο άντρα με το εξαιρετικά γυαλισμένο μαύρο παπούτσι, καθώς αιωρείται πάνω απ’ τον ξαπλωμένο άντρα στα σκαλιά της Ασκληπιού. Ο άντρας με το γκρι κοστούμι σχεδόν πηδάει πάνω απ’ τον άστεγο για να ανέβει τα τρία σκαλιά της εισόδου της πολυκατοικίας, στην οποία βρίσκεται το γραφείο του. Βλέπει την αντιστοιχία. Και ο ίδιος πάνω από κάποιο ανώνυμο, παγωμένο πόδι πρέπει να περάσει κάθε πρωί.

Στην είσοδο του γραφείου, στην έξοδο του μετρό, πέντε μέτρα παρακεί απ’ τα σταρμπακς, λίγο μετά το ΑΤΜ. Γεμίσαμε άυπνους ημικοιμισμένους, νεκροζώντανους με πλαστικά ποτήρια στο χέρι, κουβέρτο-πεζοδρόμια. Για να φτάσει στο προορισμό του πρέπει να παίζει διαρκώς ένα ιδιότυπο κουτσό, να σηκώνει προσεχτικά το πόδι, να κινείται σε ένα ατέλειωτο ναρκοπέδιο. Πτώματα ζωντανών σπαρμένα ανάμεσα στα πόδια βιαστικών ημιαπασχολούμενων.

Καμιά φορά σκέφτεται ότι πρέπει να υπάρχει ένα μαγικό σκοινί. Κάτι που μας κρατάει δεμένους. Ένα σκοινί που κρατάει δεμένα τα μικρά κομμάτια. Αυτά που μας επιτρέπουν να λέμε «η ζωή συνεχίζεται». Ένα σκοινί που ενώνει μισές αλήθειες και χωρίζει ότι υπάρχει ως αίσθημα μεταξύ στομαχιού και μυαλού.

Ένα σκοινί που εξηγεί με θαυμαστή ετοιμολογία όλα τα παγωμένα πόδια, όλα τα σερνόμενα βήματα, όλες τις εντός συστήματος αδικίες, όλες τις παρανοήσεις και τις δικαστικές πλάνες. Ένα σκοινί που εκλογικεύει, εσωτερικεύει, αναλύει, κατακερματίζει τις δραστηριότητες, τις μέρες, τις νύχτες. Θρανίο, μάθηση, εξετάσεις, επαγγελματικός προσανατολισμός, επαγγελματική επιτυχία, κοινωνική καταξίωση. Καθισμένος αναπαυτικά στον καναπέ που κέρδισες με τον ιδρώτα σου απολαμβάνεις τη σύνοψη της θυσίας σου. Θρίαμβος, η αντανάκλαση της χειρότερης εκδοχής σου στο σαλόνι. Όλα είναι φωτισμένα, σκηνοθετημένα, μακιγιαρισμένα, τοποθετημένα, λαμπερά, έχουν χάπι έντ και έτσι λες – με μια μικρή όλο και πιο συχνή νύστα – «η ζωή συνεχίζεται» .

Αυτό το σκοινί, δεν μας επιτρέπει να φωνάξουμε, παρά επιβάλλει να έχουμε αίτημα. Δεν μας επιτρέπει να βρεθούμε παρά αν δομηθούμε, αν εκπροσωπηθούμε, αν γίνουμε μέλη, μέρη, φορείς. Δεν επιτρέπει τις ιδέες, παρά κάνει αναγκαίες τις θεωρίες. Τις θεωρίες που υποτάσσουν, συστηματοποιούν, τετραγωνίζουν, φτιάχνουν εκατομμύρια μικρά κουτάκια. Κουτάκια που επιτρέπουν να χωρέσουν όλα όπως πρέπει να χωρέσουν. Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν κρέμεται. Όλα είναι στοιχημένα, τακτοποιημένα και κωδικοποιημένα. Κι έτσι λες – με μια μικρή πού και πού τύψη – «η ζωή συνεχίζεται».

Παριστάνοντας άλλη μια φορά τον ακροβάτη, πάνω από ένα ποτήρι, πάνω από ένα απλωμένο χέρι, δίπλα από ένα γερμένο κεφάλι, σκέφτεται. Σκέφτεται ότι κάποτε αυτό το σκοινί, δεν μπορεί αλλιώς, θα κοπεί. Τότε θα σπεύσει από συνήθεια, φόβο ή ανία να το δέσει γρήγορα ένα κόμπο. Μόνο που τότε θα πρέπει να αποφασίσει. Να πατήσει πάνω στο κόμπο, να τοποθετήσει εκεί γερά το παπούτσι του και να προσπαθήσει να ανέβει, να σκαρφαλώσει, να ξεπεράσει πια αυτόν το βράχο που έχει στηθεί μπροστά στη ζωή και παριστάνει τη ζωή. Να φτάσει κάπου αλλού, στον τόπο που δεν υπήρξε ακόμη και που δεν χρειάζεσαι σκοινί να τα ενώνει όλα, δεν χρειάζεται να λες «η ζωή συνεχίζεται», μπας και συνεχιστεί.

Ή να το πάρει τελικά απόφαση. Αντί για κόμπο, να φτιάξει μια καλή θηλιά, να την σφίξει γύρω απ’  το ωραίο λευκό του κολάρο και να πάει στο διάολο πια. Κάποτε, η ζωή του ακροβάτη δεν θα έπρεπε έτσι απλά να συνεχίζεται.

11 σχόλια

Filed under παρένθεση

να μην αντέξεις

(ποστίδιον παρασκευασμένο για να δημοσιευτεί στα Ενθέματα της Αυγής)

Έγραφε πριν λίγους μήνες ο Ν. Ξυδάκης στην Καθημερινή: «Εφόσον γράφεις δημοσίως, οφείλεις πάραυτα να αφηγηθείς την κρίση: πώς επελαύνει και μορφοποιείται σταδιακά ως μόνιμο χαρακτηριστικό του βίου, πώς αλλάζει την πολιτική ατζέντα, πώς αλλάζει τις εννοιολογήσεις, πώς κλονίζει τις βεβαιότητες, πώς πυροδοτεί παθιασμένες ή απελπισμένες συζητήσεις, ακόμη και πώς διαιρεί παρέες και ανθρώπινα σύνολα».Τρεις μήνες μετά, το ερώτημα («πώς γράφουμε για την κρίση;») μεταβάλλεται, αλλάζει και αγγίζει τον πυρήνα της περίφημης καθημερινότητας. Πώς ζούμε στην κρίση;

Αριστεροί, αριστεριστές και ανένταχτοι συμπαθούντες, βρίσκονται μπροστά στους πιο ιλιγγιώδεις γκρεμούς. Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Ο αριθμός των ανέργων, των φτωχών, των άστεγων. Ειδήσεις για απολυμένους, για γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα και νοσοκομεία γιατί δεν μπορούν να τα φροντίσουν, για αυτοκτονίες. Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο αμείλικτη. Δυσκολεύεσαι να περπατήσεις στο κέντρο. Όχι γιατί φοβάσαι ίσως, όχι γιατί κινδυνεύεις ίσως, αλλά γιατί κάθε βόλτα πια αποβαίνει αφόρητη. Στο Πανεπιστήμιο, χυμένοι άνθρωποι ανάμεσα στα σκαλιά. Σφιγμένα μπράτσα με λάστιχο. Πόδια που έχουν αφεθεί στο έλεος κάποιας παλιάς πληγής. Άστεγοι ξαπλωμένοι σε στενά πεζοδρόμια, μισοκοιμισμένοι ή μισολιπόθυμοι, με απλωμένο το χέρι. Παιδιά κοιμούνται στην Ακαδημίας. Και πέρα απ’ τα προφανή δράματα. Στα τραπέζια μετριόμαστε να δούμε πόσοι ψάχνουν για δουλειά. Ύστερα πόσοι είναι ανασφάλιστοι. Στο τέλος πόσοι είναι καλά.

Διστάζω να διαβάσω Μιχάλη Κατσαρό. Στην πραγματικότητα, «παραμένω εν πλήρη συγχύσει ένοχος». Σφαλιάρες πέφτουν με φόρα χιλιάδων χιλιομέτρων στα πρόσωπά μας. Πόσα πενηντάλεπτα να δώσεις; Σε πόσες κινήσεις πολιτών να συμμετάσχεις; Σε πόσες συνελεύσεις γειτονιών να πάρεις μέρος; Πόσα ρούχα να βγάλεις απ’ την ντουλάπα;  Πόσες αναλύσεις να διαβάσεις; Σε πόσες απεργίες να πάρεις μέρος;

Τίποτα δεν μοιάζει αρκετό, μπροστά σ’ αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν, αν και το όποιο λίγο μπορεί να δώσει ο καθένας είναι «πολύ» μπροστά στο τίποτα που έχει αυτός που το λαμβάνει. Ωστόσο, τίποτα δεν ανακουφίζει, όταν πια ξέρεις καλά, όταν αντικρίζεις με όλες σου τις αισθήσεις την κοινωνική εξαθλίωση.

«Σου ζητούν πράξεις, αποδείξεις, έργα, και το μόνο που μπορείς να δώσεις είναι δάκρυα μετασχηματισμένα» (Ε. Σιοράν).

Δίνεις δάκρυα μετασχηματισμένα σε αλληλεγγύη, φιλανθρωπία, ανθρωπιά, αγάπη, καθήκον, συνήθεια, ιδεολογία. Όλα μαζί ανακατεμένα και ξεχωριστά. Στέκουμε με ένα σάστισμα και μια φωνή έτοιμη να εκραγεί. Κριτικάρουμε τις δηλώσεις ενός υπουργού, στηλιτεύουμε άλλη μια περικοπή, οργανωνόμαστε απέναντι σε ένα εντελώς άδικο χαράτσι, καταδεικνύουμε τις θεσμικές εκτροπές. Μας λείπει ένα φρένο αληθινό, κάτι που θα σταματήσει την πτώση.

Επέμενε ένα μέρος του ευρύτερου αριστερού χώρου να φωνάζει ότι δεν υπάρχει κανένα τέλος της ιστορίας, ότι δεν έχουμε φτάσει στο τέλος των αναζητήσεων και σωστά. Μόνο που τελικά, αυτοί που εσωτερίκευσαν το παραμύθι περισσότερο από κάθε άλλον, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Οι αντιδράσεις μας, δυσανάλογα μετριοπαθείς, με την κυρίαρχη σκληρότητα και τον καλοδιατυπωμένο κυνισμό του επίσημου λόγου, κάτι τέτοιο δείχνουν.

Ξέρουμε καλά, πως ένα μετά το άλλο, τα «έκτακτα» μέτρα μετριούνται εδώ και τώρα με φτώχεια, εξαθλίωση και απομόνωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Ξέρουμε καλά, πως η αστυνομική βία και αυθαιρεσία δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά ή παρεκκλίσεις συγκεκριμένων οργάνων, παρά πάγια πρακτική. Ξέρουμε καλά, πως μετανάστες, «παρεκκλίνοντες» και κάθε λογής περιθωριακοί αντιμετωπίζονται συστηματικά με τον πιο βάναυσο τρόπο. Ξέρουμε καλά, βλέπουμε καθαρά την αργή αλλά σταθερή πορεία προς τον αυταρχισμό και την εκλεπτυσμένη εκτροπή. Κι όμως επιμένουμε να επικαλούμαστε αφηρημένες έννοιες, να πνιγόμαστε στον καθωσπρεπισμό, να νομίζουμε πως αυτή η κατηφόρα σταματάει με κάποια εκλογική αναμέτρηση (με ένα εκλογικό νόμο και ΜΜΕ στα μέτρα τους). Επιμένουμε να επικαλούμαστε μια συνθήκη, την οποία η άλλη πλευρά έχει αφήσει επιδεικτικά πίσω. Όταν ο τεχνοκράτης, μη εκλεγμένος πρωθυπουργός τονίζει δημοσίως ότι δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές, εμείς υιοθετούμε στάση αναμονής και δοκιμάζουμε την αντοχή μας. Αυτή τη στιγμή σε πολλά σημεία της Ευρώπης  υπάρχει η πιο λεπτή πιθανή επίφαση δημοκρατίας και εμείς διστάζουμε να ονομάσουμε την κατάσταση εξαίρεσης, πόσο μάλλον να ερμηνεύσουμε το παρόν με βάση αυτή.

Είναι ο καιρός τέτοιος πια και μοιάζει τόσο λάθος η αγαπημένη ποιήτρια του ανιψιού του πρώην εθνάρχη και πρώην πρωθυπουργού. «Ν’ αντέξεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις». Κι όμως, δεν χρειαζόμαστε άλλη αντοχή. Δεν χρειαζόμαστε άλλο ένστικτο επιβίωσης, άλλη καρτερικότητα . Χορτάσαμε αντοχή. Τώρα είναι η ώρα του μη περαιτέρω, η ώρα του στένσιλ που γεμίζει τα κτίρια της Πανεπιστημίου: «Παλέψτε, Αντισταθείτε, Μην Γκρινιάζετε».

Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος, που ζει μέσα στην ιστορία κι όχι σε κάποιο φανταστικό τέλος της, τρέχει μπροστά απ’ όλες τις ηγεσίες, απ’ όλες τις αναλύσεις, απ’ όλες τις θεσμικές δομές. Αυτοοργανώνεται, παλεύει, παραλύει, ορθώνει ότι έχει μείνει απ’ το ανάστημά του, απελπίζεται και ανασαίνει. Όπως θα έλεγε ο Ζιλ Ντελέζ, «αν αυτή είναι η πραγματικότητα στην οποία ζούμε, πάνω σ’ αυτό το έδαφος πρέπει να αναμετρηθεί εναντίον της, η πολιτική, που θέλει να είναι συστατική πράξη της ελευθερίας».

Ενάντια στη σιγουριά της πρόσκρουσης, ενάντια στη σωτηρία του έθνους και την καταστροφή των ανθρώπων, μένει μόνο η συνάντηση με αυτόν τον κόσμο που δεν κουράστηκε να επιμένει. Να σταθείς στην πλατεία Συντάγματος με τις λέξεις της Ρένας Χατζηδάκη στα χέρια:

«θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους»

3 σχόλια

Filed under Uncategorized

φούσκες, αυτοαναφορές, ενδοσκοπήσεις κλπ

«Δεν γράφεις πια καλά», μου λέει η φίλη Κ. Την ακούω και από μέσα μου συμφωνώ. Οι λέξεις βγαίνουν κομπιαστά, σούρνοντας. Γδέρνουν τη γλώσσα . Απ’ έξω μου βέβαια, με υπερασπίζομαι.
Ισχύει όμως η διαπίστωση. Τί φταίει; Λέω, το τελευταίο διάστημα ο χρόνος πάει αλλού. Μια φευγαλέα σκέψη γίνεται ντραφτ, το ντραφτ δημοσιεύεται χωρίς πολλά πολλά. Ο χρόνος, ο κόπος πάει αλλού, όχι στο γράψιμο. Ας πούμε σε αυτό το παλιό Μπαχάρ* με το οποίο προφανώς σας ζάλισα, σας σπάμαρα, σας έσπασα τα νεύρα. (Παρεμπιπτόντως εδώ στο scribd, thanks to jaquou utopie). Ή με κάτι άλλα πράγματα , για τα οποία μην ανησυχείτε θα σας πρήξω εξίσου (πχ.).

Όταν δεν βρίσκω δικαιολογίες στο άγχος της δουλειάς, το γενικό ζόρι ή την αυξημένη ανάγκη για αλκοόλ και μπαρ, φτάνω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στον ίδιο λόγο που έβρισκα από παλιά. Η όποια νοηματοδότηση έρχεται μόνο μέσα απ’ την παρέα. Απ’ το καλοκαίρι και μετά, αυτή η παλιά ιδέα που με στριφογυρνά και κάποτε με κινητοποιεί, έχει πάρει νέες υπέρογκες διαστάσεις. Ακόμη και όσα ποστ ανέβασα στο βλογ τους τελευταίους μήνες είναι κατά κάποιο τρόπο κλεμμένα. Σκόρπιες ιδέες και κουβέντες απ’ τις εξόδους σε μπαρ και καφενεία. Κανονικές κλοπές απ’ τον rs και άλλους φίλους.

Ή το μπαχάρ* ας πούμε. Δεν γεννήθηκε από κάποια δημιουργική ανάγκη ή από κάποια αγωνία να εκφραστούμε, αλλά απ’ την παρέα, το μοιρασμένο ουίσκι και το μπαρ «το Κλουβί» στα Πετράλωνα. Στήθηκε εκεί, και σε μια άλλη καφετέρια, και οι σελίδες του γεννήθηκαν με τη γεύση όχι της καφεΐνης, αλλά κυρίως του jameson, άντε και του κονιάκ. Ακόμη περισσότερο, κάπου μετά το τριτοτέταρτο ποτήρι, συνειδητοποιείς ότι δεν χαίρεσαι τόσο επειδή ένα κείμενο που σου στέλνουν είναι καλό ή πολύ καλό. Η χαρά, ένα είδος καθαρής συγκίνησης, έρχεται επειδή κάποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι σου στέλνουν ένα κείμενο. Η χαρά έχει ως έδρα της εκείνο τον δίχως πρόσωπο άνθρωπο πίσω απ’ τα πλήκτρα και όχι το αποτέλεσμα του ρυθμικού χτυπήματός τους. Ή σε κάποιες περιπτώσεις η στιγμή της συγκίνησης είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι κάποιοι άνθρωποι που γράφουν τόσο καλά, είναι ακόμη καλύτεροι από κοντά. Ότι πχ. όλα τα κείμενα του χ σοφού ή του ψ μουγκού δεν κάνουν ένα ποτό με το χ σοφό ή τον ψ μουγκό. Και τί έγινε θα μου πεις; Ίσως να φταίει ο Μίλερ, ίσως κάτι άλλα σκόρπια διαβάσματα. Ίσως η περίφημη κρίση να σε κάνει να ψάχνεις συνενόχους με όλο και μεγαλύτερη μανία.

Με άλλα λόγια, απ’ το καλοκαίρι και μετά, ζω με αυτή την εντελώς έντονη, ξαφνικά, αίσθηση που λέει, τί να κάνεις τις λέξεις όταν οι άνθρωποι που τις ξεστομίζουν είναι τόσο ωραίοι; Παρηγοριά η μια, παρηγοριά κι η άλλη, αλλά στη δεύτερη περίπτωση σπάνε τα τσόφλια, γελάς διπλά, τσαλακώνεσαι και γυρνάς, περπατώντας, σπίτι. Έπειτα, μπορείς να λες, οκ κάτι έγινε και σήμερα. Αντέξαμε.

-//-

Κάπως έτσι λοιπόν, λες γιατί να γράφω όταν μπορώ να συναντήσω τους άλλους εκεί έξω γύρω από μια μποτίλια και μία δίκαιη μοιρασιά; Πριν προλάβω να απαντήσω φτάνει μια πρόσκληση. Τί συμβαίνει όταν κάποιοι δραματοποιούν ένα κείμενό σου;

Πήγα στην αίθουσα μουδιασμένος. Ήξερα τα προβλήματα του κειμένου, αισθανόμουν ήδη άσχημα, αλλά δεν είχα και καθόλου ιδέα τί θα δω. Ύστερα, η παράσταση άρχισε.

Στην αρχή μια απίθανη αμηχανία, μια εντελώς άβολη κατάσταση. Σχεδόν ντροπή. Οι λέξεις σου στη σκηνή, στο στόμα του ηθοποιού, σε μια παράσταση μπροστά σου. Παρακολουθούσα με χαμηλωμένο βλέμμα. Μετά από λίγο, μια ξαφνική αλλαγή μέσα μου. Οι λέξεις πια τρίβονταν στα μούτρα μου, τα λάθη γιγαντώνονταν, ένα κόμμα που έλειπε, μια τέλεια που δεν έπρεπε να μπει. Όλα έσκαγαν με φόρα στο πρόσωπό μου. Απανωτές σφαλιάρες από φωνήεντα, γροθιές στο στομάχι από επαναλήψεις λέξεων. Το ένα νόημα πλάι στο άλλο, σαν να μην κόλλαγε καθόλου. Μετατρεπόταν στη στιγμή σε ρόπαλο του μπέιζμπολ, σε βίτσα, σε λοστό και κατέληγε στην πλάτη, στα γόνατα και στα δόντια. Ξύλο κανονικότατο που δεν έλεγε να σταματήσει. Είναι ψέματα ότι βγάζεις αίμα ψάχνοντας τις κατάλληλες λέξεις. Φτύνεις αίμα όταν τις ακούς, όταν στις διαβάζουν δυνατά, όταν αντιμετωπίζεις στα ίσα το πρώην λευκό χαρτί.
Ένας καθρέφτης, αφόρητα καθαρός. Να πρέπει να σταθείς για ώρα, ανυπεράσπιστος, απέναντι στον εαυτό σου, με όλες τις αισθήσεις οξυμένες στα ακρότατά τους όρια. Η απόλαυση του γραψίματος να γίνεται ξαφνικά μια εκ των προτέρων χαμένη μάχη. Σαν κάποιος να έβγαλε όλο το (όποιο) μυαλό σου απ’ το κρανίο και να το άπλωσε κάτω απ’ το μικροσκόπιο μπροστά σου. Στο τραπέζι του εργαστηρίου, σκέψεις, εικόνες, αυτισμοί και κυρίως η αυτού μεγαλειότης, η εντυπωσιακά απύθμενη μαλακία σου.

Καθισμένος αναπαυτικά στην τελευταία σειρά της αίθουσας, χειρουργούσα χωρίς περιττές αναισθησίες το ίδιο μου το σώμα.

Υγ. Δύο τιτανοτεράστια ευχαριστώ για το τέλος του 2011.
Ένα, σε όσους στείλανε κείμενο για το περιοδικάκι. Ξέρουν αυτοί.
Δεύτερο, στους συντελεστές της παράστασης στην οποία αναφέρομαι («Unemployed – Η θεωρία» Ερμηνεία: Δημήτρης Κερεστετζής, Σκηνοθεσία: Ειρήνη Μαργαρίτη, βίντεο: Κύνθια Λιβανίου) για μία απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες, αντιφατικές, υπέροχες, ταπεινωτικές εμπειρίες των τελευταίων χρόνων.

23 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

η θεωρία

(ποστίδιο παρασκευασμένο για τις Μητροπολιτικές Ιστορίες, το οποίο είχε την παράδοξη τύχη να δραματοποιηθεί κιόλας, πιθανώς ότι πιο αλλόκοτο έχω νιώσει τα τελευταία χρόνια. το αναρτώ κ εδώ για να μπορώ να κάνω αύριο την ανασκόπησή μου.)

—————————————————————————————————————————

Έχω μια θεωρία. Η ζωή μας δεν αποτελείται κυρίως από τις μεγάλες αποφάσεις, τις κομβικές επιλογές και άλλα τέτοια μεγαλόστομα. Αντιθέτως, είναι οι μικρές ενδιάμεσες διάρκειες, όλα αυτά τα κάθε μέρα μεταξύ των λίγων οριακών στιγμών που ξεσπούν κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας. Τα ανιαρά πήγαινε έλα στη δουλειά, οι μεσημεριανοί καφέδες στο κέντρο το Σάββατο, τα μεθύσια που επαναλαμβάνονται Πέμπτες βράδια μαζί με φίλους χωρίς ιδιαίτερο λόγο ή κεντρικό θέμα συζήτησης. Έξοδοι, εκδρομές, ωραίες ταινίες, γλυκά φιλιά, ανάλαφροι ύπνοι κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Όλες αυτές οι συμβουλές και οι φανφάρες του στιλ «άδραξε τη μέρα» πασχίζουν να ανακαλύψουν ένα νόημα που πιθανότατα δεν κρύβεται, αλλά απλά δεν υπάρχει. Δεν χρειάζονται υπερμεγέθεις στόχοι και φιλόδοξοι σκοποί. Ζούμε μαζί με αυτούς που γουστάρουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα, περιμένοντας να γίνει κάτι φοβερά οριακό. Περιμένοντας όμως, έχουμε ήδη ζήσει.
Με άλλα λόγια, μ’ αρέσει να στέκομαι χαλαρός και ακίνητος απέναντι στα φαινόμενα. Αφήνω τα πράγματα να κυλάνε γύρω μου και πηγαίνω ήρεμος, εκεί που με βγάζει η περίσταση. Προτιμώ να παίρνει η ζωή τις αποφάσεις αντί για μένα.
Η θεωρία μου μάλιστα, σε γενικές γραμμές λειτουργεί μια χαρά.

***

Προχθές, άργησα λίγο να φτάσω στο γραφείο. Νύσταζα, έχασα το λεωφορείο για λίγο, δηλαδή βαρέθηκα να τρέξω. Αν έτρεχα θα το προλάβαινα, αλλά μου φάνηκε ανούσιο. Όταν έφτασα, η ατμόσφαιρα ήταν κάπως βαριά. Δεν έδωσα σημασία, προχώρησα κατευθείαν προς την καφετιέρα, γέμισα το ποτήρι και κρύφτηκα πίσω απ’ την οθόνη μου. Πρωτοσέλιδα, ξένος τύπος, mail.
Σε λίγο, ήρθαν δύο συνάδελφοι. Η Λένα είπε με πολύ σοβαρό ύφος ότι πρωί πρωί ανακοινώθηκαν δύο ακόμη απολύσεις. Ήταν τα άτομα νούμερο εννέα και δέκα που απολύονταν τους τελευταίους τρεις μήνες. Ο ένας απ’ τους δύο, ο νούμερο εννέα, μου ήταν συμπαθής. Κάναμε διάλειμμα αρκετές φορές μαζί, τρώγοντας κάτι μέτρια σάντουιτς με σολομό και άλλα αλλόκοτα συστατικά και μιλώντας κυρίως για μπάσκετ ή τα πόδια της κοπέλας που σέρβιρε τα σάντουιτς. Η Λένα τώρα μιλούσε όλο και πιο δυνατά. Έλεγε ότι ο Χρήστος (το νούμερο εννέα δηλαδή), έφυγε ξαφνικά και είναι ζήτημα πότε και σε πόσες δόσεις θα πάρει την όποια αποζημίωση. Όταν έφευγε λέει ήταν κάτωχρος. Το πρόσωπο του με την ώρα γινόταν γκρι. Έχει γυναίκα, παιδί. Δεν έχει δουλειά. Ύστερα, η Λένα άρχισε ένα παραλήρημα με κεντρική φράση το κάτι πρέπει να κάνουμε. Γύρω απ’ αυτήν, έχτιζε το λόγο της με διάφορες ιδέες, όπως να πάμε στον διευθυντή, να του μιλήσουμε, να τον ρωτήσουμε, να το πάρει πίσω, να μας πει τι ακολουθεί. Να συνεννοηθούμε. Την κοίταζα διερευνητικά. Τη διέκοψε ο άλλος συνάδελφος.  Διέκοψε το λόγο, τον ενθουσιασμό, την απελπισία της. Της είπε ότι αυτά δεν γίνονται και ότι έχει αναλάβει δύο καινούρια project. Δεν γίνονται αυτά. Θα χάσουμε όλοι τη δουλειά μας.
Τα κεφάλια τους γύρισαν κατευθείαν προς τα μένα. Με κοιτούσαν επίμονα. Περίμεναν μια απάντηση, μια λέξη που θα έστρεφε την κατάσταση προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Περίμεναν μια μικρή ανάλυση ή ίσως να σηκωθώ και να βαδίσω προς τα άλλα γραφεία. Να μιλήσω με τους υπόλοιπους. Τους κοίταζα απ’ την καρέκλα μου. Η Λένα, ίσως ο πιο κοντινός μου άνθρωπος στην εταιρεία, έσφιξε κάπως αστεία τα χείλη. Περίμενε από μένα κάτι. Με ρώτησε τι πιστεύω, τι να κάνουμε. Είπε κάτι συναισθηματικό. Ψέλλισε κάτι περί αλληλεγγύης. Με κοίταξε. Παρέμεινα στη θέση μου σιωπηλός. Σε λίγο δεν τους έβλεπα. Ήταν διάφανοι. Δεν είπε κανείς τους τίποτα. Έφυγαν για τα γραφεία τους.

***

Το απόγευμα δεν ήθελα να μπω στο λεωφορείο. Περπάτησα για ώρα μέχρι που βρέθηκα στα στενά κάθετα της Πατησίων. Κάθισα να πάρω μια ανάσα στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας. Στο βάθος δεξιά φωνές. Μια φιγούρα τρέχει από κει προς το μέρος μου. Μετανάστης απ’ τα βάθη της Ασίας επιδιδόταν σε τρελό σπριντ σε πεζόδρομο αγνώστου ονόματος μεταξύ Αριστοτέλους και Γ’ Σεπτεμβρίου. Περνώντας από μπροστά μου, γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε καθώς κάπνιζα αργά το τσιγάρο μου. Έτρεχε με όλη του τη δύναμη σε πλήρη πανικό. Τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν έξω. Με κοίταξε και προς στιγμή νόμισα πως κάτι μου έλεγε. Πριν σκεφτώ τι μπορεί να ήταν αυτό, καμιά δεκαριά ζευγάρια πόδια πέρασαν από μπροστά μου. Αυτή τη φορά το τρέξιμο ήταν βαρύ, όχι τόσο γρήγορο, αλλά πιο αποφασιστικό. Οι σόλες των παπουτσιών μοιάζαν λες και χτυπούσαν τις μισοβγαλμένες πλάκες. Σήκωσα να δω το πλήθος των τρεχαλητζίδων, μα είδα μόνο κάτι λευκά, γυαλισμένα κεφάλια και δυο τρία στρατιωτικά κουρέματα. Σε λίγο χάθηκαν από μπροστά μου, στρίβοντας στην Γ’ Σεπτεμβρίου. Οι φωνές που ακούγονταν φανέρωναν ότι το περιστατικό δεν είχε σταματήσει. Τράβηξα μερικές τζούρες ακόμη. Κάθισα για κανένα πεντάλεπτο στα σκαλιά, ύστερα σηκώθηκα και ξεκίνησα προς το σπίτι.

***

Σήμερα έφτασα στην ώρα μου, ίσως και λίγο νωρίτερα, στο γραφείο. Είχε απεργία, τα μέσα δε λειτουργούσαν, οπότε ξεκίνησα πολύ νωρίς για να προλάβω την κίνηση. Έβαλα καφέ. Με είδε ο συνάδελφος με τα δύο καινούρια project. Ανταλλάξαμε καλημέρες. «Τα έμαθες;» Με ρώτησε. Χθες το απόγευμα, απολύθηκε και η Λένα.

***

Την πήρα τηλέφωνο, ήταν στην πορεία. Της είπα να περιμένει, θα κατέβαινα να τη βρω, να πάμε για ένα καφέ, να τη συναντήσω. Άργησα αλλά έφτασα. Την βρήκα στην Αμαλίας. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνιχτική. Η ίδια, δακρυσμένη. Της είπα να πάμε προς Ακρόπολη, να κεράσω μπύρα, φαγητό. Επέμενε ότι δεν ήθελε να φύγει ακόμη, ήταν νωρίς. Της είπα ότι υποφέρει, τα μάτια της είναι κόκκινα, βήχει. Χαμογέλασε, με γέμισε μαλόξ. Το πρόσωπό μου έγινε ίδιο με των διπλανών. Λευκά στρογγυλά σχήματα, παλιάτσοι στην λεωφόρο Αμαλίας.
Έμεινα, δεν ήθελα να την αφήσω μόνη. Πηγαίναμε μπρος πίσω, απ’ τη βουλή ως το ζάππειο και πάλι στη βουλή. Ένα πλήθος κόσμου σε διαρκή κίνηση. Φωνές, διάσπαρτα συνθήματα, πανό που καλούσαν σε δράση. Κάποια στιγμή, πλησιάσαμε αρκετά τη βουλή. Σταθήκαμε για κανένα πεντάλεπτο. Η κατάσταση έδειχνε να ηρεμεί. Ύστερα δυο τρία μπαμ, μερικά δακρυγόνα και κάποιοι που έτρεχαν προς κάθε κατεύθυνση. Πέταξα κάτω το τσιγάρο, έτοιμος να ακολουθήσω το ρυθμό και την κατεύθυνση των γύρω μου. Σηκώνοντας όμως το κεφάλι, νόμισα πως είδα τον μετανάστη απ’ την Γ’ Σεπτεμβρίου. Σάστισα. Πριν προλάβω να συνέλθω άκουσα τις σόλες που χτυπούσαν με φόρα το οδόστρωμα. Φευγαλέες σκιές κοντοκουρεμένων κεφαλιών. Γύρισα να δω καλύτερα. Μπροστά μου ο Χρήστος, δηλαδή το νούμερο εννέα. Αγέλαστος, με σκληρό ύφος, στεκόταν ακίνητος μπροστά μου.
Η φωνή της Λένας με ξύπνησε. Ήταν καμιά δεκαριά μέτρα πιο πίσω και ούρλιαζε να πάω προς το μέρος της. Μπροστά μου δεν ήταν κανένας μετανάστης ή κανένα νούμερο εννέα. Άντρες με βαριές στολές και ασπίδες έτρεχαν κατά πάνω μου. Οι μπότες τους τώρα χτυπούσαν το έδαφος κι αυτό έτριζε για μένα. Δε θα περνούσαν από μπροστά μου για να στρίψουν σε κάποια Γ’ Σεπτεμβρίου. Έτρεχαν εδώ και τώρα στην Αμαλίας κατά πάνω μου.
Έχω μια θεωρία. Η ζωή μας δεν αποτελείται κυρίως από τις μεγάλες αποφάσεις, τις κομβικές επιλογές και άλλα τέτοια μεγαλόστομα. Αντιθέτως, είναι οι μικρές ενδιάμεσες διάρκειες, όλα αυτά τα κάθε μέρα μεταξύ των λίγων οριακών στιγμών που ξεσπούν κατά καιρούς πάνω στα κεφάλια μας. Προτιμώ να παίρνει η ζωή τις αποφάσεις αντί για μένα.
Έμεινα ακίνητος. Έβλεπα ένα ανάποδο γκλομπ να στριφογυρίζει μπροστά μου. Έμεινα ακριβώς στο σημείο που ήμουν. Είδα μόνο ένα μαύρο γκλομπ. Τίποτα άλλο.

15 σχόλια

Filed under παρένθεση, διάφορα

το τελευταίο πράγμα εδώ

μέτριο ποστίδιο παρασκευασμένο για το μπαχάρ* . Προτιμείστε να βρείτε το περιοδικό ή σήμερα, αύριο που θα ανέβει σε pdf το όλον σταφ να διαβάσετε το κείμενο των blitz και γενικώς όλα τα εξαιρετικά κείμενα ή πάτε αμέσως και διαβάστε του thas , της niemands , του kkmoiris, του old boy , της jaquou utopie

Νεκροί

Καθόμαστε σε μαγαζί των Εξαρχείων και τρώμε. Μπαίνει μέσα ηλικιωμένη γυναίκα. Κρατάει μπλε σακούλα και ένα πακέτο χαρτομάντιλα στα χέρια. Μας λέει να πάρουμε ένα, για πενήντα λεπτά. Λέμε όχι, ευγενικά ή απλά αδιάφορα. Λέει κάτι ακόμη δείχνοντας τα πιάτα μας, δεν το πιάνουμε ακριβώς, μιλάει μέσα απ’ το στόμα της. Αρνιόμαστε από συνήθεια. Πηγαίνει στους διπλανούς. Της δίνουν το πολυπόθητο πενηντάλεπτο. Δείχνει και σε κείνους το τραπέζι. Κάτσε, της λένε. Παίρνει το πιάτο με το μακαρόνια που έχει μισοφάει η γυναίκα της παρέας. Με το ίδιο πιρούνι τρώει αυτό, που δεν επέτρεψε να φαγωθεί, η σιλουέτα και η διατροφή της προηγούμενης. Ταυτόχρονα συζητάνε. Παιδιά, ατυχίες, επαρχίες. Ανοίγει η πόρτα του μαγαζιού. Μετανάστης με ακορντεόν ζητάει πενηντάλεπτο. Λέμε όχι να μη σπάσουμε την παράδοση. Πηγαίνει στο διπλανό τραπέζι. Σκύβει, παίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό, πάνω απ’ τη γυναίκα με τα χαρτομάντιλα. Της ζητάει ένα κέρμα. Αυτή, μπουκωμένη, γελάει. «Από μένα ζητάς βρε συ»; Γελάνε και οι υπόλοιποι.

Γελώντας, φεύγω κι εγώ απ’ το μαγαζί. Λίγο πριν απ’ το μετρό στο πανεπιστήμιο, με αρπάζει απ’ το μπράτσο μια κοπέλα. Μάτια κόκκινα, γόνατα λυγισμένα και σπασμένη φωνή. «Δώσε μου ρε πέντε ευρώ. Βοήθησέ με. Μου έκλεψαν τα λεφτά. Πέντε ευρώ. Τόσο κάνει ο προαστιακός. Ρε δώσε μου, να φύγω από δω πέρα». «Να φύγω από δω πέρα», επαναλαμβάνουν μονότονα άνεργοι, φοιτητές, πρεζάκια και υπερμορφωμένοι τριαντάρηδες.

Ζωντανοί

Ξέρω ένα ζευγάρι. Είναι κάτι μήνες ερωτευμένοι. Πριν λίγο καιρό αποφάσισαν να συζήσουν . Αν δεν υπήρχε κρίση, πιθανότατα δε θα έμεναν τώρα μαζί. Η οικονομική δυσπραγία, το γενικό ζόρι επιτάχυνε τη διαδικασία. Αν ήταν 2007 ή 2003, η συμβίωση αυτή θα είχε αναβληθεί. Θα το ψείριζαν για λίγο καιρό, θα έλεγαν ο ένας στον άλλο ότι χρειάζονται το χρόνο, το χώρο, το ντουλάπι τους.

Το ζόρι που μας πνίγει σε όλα τα επίπεδα, είναι ένα εύφλεκτο υλικό. Είναι μια περίεργη συνισταμένη που επιταχύνει όλες τις εξελίξεις. Είναι μια συνθήκη, που καίει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλες τις φλυαρίες, όλα τα ανούσια πήγαινε έλα και τους σχετικισμούς του χτες. Τα τελευταία χρόνια, το να συζήσουν δύο άνθρωποι, ήταν μια απόφαση για την οποία αγόρευαν γυαλιστερά περιοδικά, μεσημεριανές εκπομπές και κυρίες που λένε τα ζώδια. Ο χρόνος μου, ο χώρος μου, η επιλογή μου, ο εαυτός μου. Με ατέλειωτα «μου» και «σου», ορκιζόμασταν σε μια δήθεν ανεξαρτησία. Στην πραγματικότητα, αυτό που ονομάζαμε ελευθερία, ήταν η έλλειψη διάθεσης να αναλάβουμε την οποιαδήποτε ευθύνη, η αδυναμία να συγκρουστούμε, το κυνικό στρίψιμο της πλάτης σε ότι μας κάνει ανθρώπινους.

Τώρα θα φάμε τη ζωή μας στα μούτρα. Χωρίς ενδιάμεσες στάσεις και όλων των ειδών τις επιφυλάξεις. Η αγάπη του ζευγαριού που ξέρω, θα τριφτεί στον πιο άγριο βράχο. Θα συνυπάρξει με τον απλήρωτο λογαριασμό της ΔΕΗ, με το στεγνό τέλος του μήνα, με μια ακόμη, χωρίς λόγο αγορασμένη, «χρυσή ευκαιρία». Η αγάπη του ζευγαριού θα περάσει μέσα απ’ τα ασπρόμαυρα φιλμάκια ενός κινηματογράφου, που βλέπαμε σαν επιστημονική φαντασία, ενώ δεν ήταν παρά η εκδοχή ενός πολύ κοντινού παρελθόντος. Ο έρωτας ενάντια στον κόσμο, σ’ ένα ματς που παίζεται εδώ και αιώνες. Έχω συνδέσει την τύχη αυτού του ζευγαριού με την γενικότερη τύχη μας. Μες στ’ αυτιά μου, ο Μάρκος Μέσκος δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει, χρόνια τώρα, «ο Έρωτας θα είναι το τελευταίο πράγμα εδώ».

Όλες οι απαντήσεις

Μ’ αρέσει εκείνη η ιστορία που λένε για τον Τολστόι. Ο συγγραφέας, γυρνώντας στους δρόμους της Μόσχας, παρατηρεί την ατελείωτη φτώχια. Ένα βράδυ αποφασίζει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει έτσι. Μοιράζει λοιπόν, όλη του την περιουσία στους απόκληρους. Μετά από λίγο καιρό όμως, αντιλαμβάνεται ότι ακόμη και μια τέτοια πράξη, δεν αλλάζει τίποτα. Οι δρόμοι της Μόσχας και της Αθήνας, παραμένουν γεμάτοι ζητιάνους, άστεγους και εσχάτως, οικογένειες που ψάχνουν μέσα στους κάδους σκουπιδιών. Ο Τολστόι καταλήγει στην οριακή και δύστροπη ερώτηση «what then must we do?».

Περπατάμε ημιθανείς, σέρνουμε τα πόδια μας, ανάμεσα σε ανθρώπους που βουλιάζουν μεταξύ λύσσας και απόγνωσης. Κάθε μέρα, ένα αυτόματο αδειάζει τις άπειρες σφαίρες του, πάνω στους σαστισμένους εαυτούς μας. Ακριβώς σ’ αυτό το οριακό σημείο όμως, αποφασίζουμε να στυλώσουμε ή όχι τα πόδια.

Ξέρω ένα ζευγάρι. Είναι κάτι μήνες ερωτευμένοι, μοιράζονται το ελάχιστο και κάθε φορά που αυτός τη φιλάει, εκείνης, ύστερα της ξεφεύγει ένα γέλιο. Ξέρω έναν τύπο. Πριν από περίπου δύο μήνες, μια ομάδα από φασίστες κυνήγησαν να δείρουν ένα μετανάστη. Μπήκε στη μέση, τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Όταν τον είδα, του είπα κάτι μάλλον εμψυχωτικό, κάτι σαν μπράβο. Μου έγνεψε χαμογελαστός και σχεδόν αμήχανος. Δεν αισθανόταν ότι έκανε κάτι ιδιαίτερο. Ξέρω ένα κορίτσι. Το Ιούνιο στο Σύνταγμα κόντεψε να πνιγεί απ’ τα αφόρητα χημικά. Την επόμενη μέρα, στη συνέλευση της πλατείας, πήγε στο μικρόφωνο. Δεν ήθελε να πει κάτι ιδιαίτερο, μόνο ένα ευχαριστώ στον άγνωστο που τη σήκωσε όταν έπεσε κάπου στον χαμό. Μια μέρα μετά, ήταν ακόμη βουρκωμένη.

Εδώ και τώρα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο ο Τολστόι που γυρνάει στους δρόμους της Αθήνας μέρα και νύχτα και κάνει συνεχώς την ίδια ερώτηση. «What then must we do?». Εδώ και τώρα, υπάρχουν μόνο οι απαντήσεις μας. Και εκείνο το αιώνιο ματς. Ο έρωτάς μας ενάντια στον κόσμο.

10 σχόλια

Filed under έκτακτη έκδοση

μπαχάρ*

Υπάρχει ήδη φυσικά στο radiobubble και
στα βιβλιοπωλεία: πολιτεία / πρωτοπορία / εστία / εναλλακτικό βιβλιοπωλείο (θεμιστοκλέους) / ιανός / παράλληλο ( νέα Σμύρνη)
στα καφέ: Κόκκοι / Σέλας / υποβρύχιο / booze / nixon / bios / bar tessera / τραλαλα / φλοράλ / άρωμα <νέα Σμύρνη )
Προς το παρόν αυτά αλλά συνεχίζουμε να μοιράζουμε.

ψηφιακό φάρμακο σε έντυπη μορφή

Έκτακτη έκδοση του blogs.radiobubble.gr

μπαχάρ. Βάλτο στο πιάτο να νοστιμέψει το φαΐ.

bahar. Γράψε το στα περσικά/τούρκικα να διαβάσεις άνοιξη.

Βάλτου μπροστά ένα Γκιουλ και άκου ιστορίες για την εξωτική ομορφιά.

Όπως και να’ χει, αναζήτησέ το Πέμπτη απόγευμα στα γνωστά σημεία, βιβλιοπωλεία και καφέ του κέντρου.

Γράφουν/φωτογραφίζουν/σκιτσάρουν οι:

Thas / Κ.Κ.Μοίρης/ Πετρόπουλος/ Niemandsrose/ Μόσχος/ blitz/ O_Kanalarhis/ sraosha/ radio_sociale/ Jaquou Utopie/ murplejane/ Χνούδι/ Μπούμπουκα/ Κυριακόπουλος/ Τριανταφύλλου/ Νικολόπουλος/ βυτίο

26 σχόλια

Filed under έκτακτη έκδοση, radiobubble

τρόποι

Το Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου, από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 7.00 το απόγευμα, στο radiobubble (Ιπποκράτους 146, Νεάπολη Εξαρχείων), συγκεντρώνουμε τρόφιμα για άπορες οικογένειες, φτωχά νοικοκυριά, άνεργους, μετανάστες και άστεγους της Αθήνας.

-//-

Περνάνε οι μέρες και τείνω να καταλήξω ότι όλα πλέον μοιάζουν όλο και πιο λίγα. Οι λέξεις, οι μικρές κινήσεις, κάτι σαστισμένες δράσεις, κάτι καλέσματα που απλώνονται στην πόλη. Όλα αυτά αυξάνονται με φοβερό ρυθμό. Απεργίες, κείμενα για απεργίες, κείμενα για τους άστεγους, συζητήσεις, το χέρι ανοίγει την ντουλάπα να βρει ρούχα να βρει χρήματα να βρει ότι μπορεί. Μα μια γεύση ήττας, μια πικρή γεύση κολλάει στο στόμα και δεν μπορείς να τη φτύσεις μακριά. Έχει καθίσει πάνω στα δόντια σου, κατεβαίνει χαμηλά και ανακατεύει το στομάχι. Ότι και να κάνεις, ότι και να πεις είναι λίγο, παράταιρο, άκαιρο, μικρό. Όλες οι κινήσεις σου είναι ανίκανες να σταματήσουν την αδιάκοπη ροή, την ιλιγγιώδη πτώση. Πετυχαίνω τον άλλο στο κέντρο. Πήγε να αφήσει τρόφιμα, έδωσε χρήματα στους απεργούς, τώρα γυρνάει ανάποδα την τσέπη του να δώσει κάτι σε έναν άντρα που κοιμάται στο πεζοδρόμιο της Ασκληπιού επιμένοντας να κρατάει σφιχτά το άδειο πλαστικό ποτήρι. Ο άλλος μπροστά μου βγάζει 640 € το μήνα και δεν είναι αρκετά, όχι για να ζήσει, αλλά για να βοηθήσει. Βλέπω την φιγούρα του να απομακρύνεται καθώς στρίβει δεξιά στην Ακαδημίας. Το να μείνεις ζωντανός στην Ελλάδα του 2011 αποβαίνει το πιο ζόρικο απ’ όλα τα εγχειρήματα.

-//-

Ο φοβερός και τρομερός old επιμένει: «βρες τρόπους να καθυστερήσουμε τη νύχτα» (παρεμπιπτόντως ο old συμμετέχει, όπως κ άλλοι φίλοι στο περιοδικόν Unfollow, να ευχηθούμε καλοτάξιδο). Βρες τρόπους. Μίλα, κουνήσου, μην χάνεις το κουράγιο σου, ανακάλυψε το περίσσευμα αλληλεγγύης, γίνε μέρος αυτού του κόσμου, μην τον μαθαίνεις κάθε βράδυ στις 8, μην κλείνεις τα μάτια σου περνώντας δίπλα του στους δρόμους της πόλης, μην κάνεις υπομονή. Βρες τρόπους να καθυστερήσουμε τη νύχτα.

-//-

“Έζησε κανείς θλιβερά πράγματα. (Σπίτια μαύρα, κλειστά. Αναιμικά, εξόριστα δέντρα του δρόμου. Η «μαντάμα» μετράει απογοητευμένη τις μάρκες της. Στην πλατεία οι λούστροι, κουρασμένοι να κάθονται, σηκώνονται και παίζουν μεταξύ τους. Ο νέος νομάρχης, με μονόκλ, επροσφώνησε τους υπαλλήλους. Δίπλα εξύπνησαν για να πάρουν το τρένο. Ποτά ανδρών 10 δρ., ποτά γυναικών 32,50 δρ.) Στον άνεμο ανοίγει ένα παράθυρο, κ’ έρχεται μπροστά μας. Όλα ξεχνιούνται. Είναι εκεί, άσπιλη, απέραντη, αιώνια. Με το πλατύ της γέλιο σκεπάζει την ασχήμια της. Με τη βαθύτητά της μυκτηρίζει. Η ψυχή του εμπόρου πεθαμένη και περπατεί. Η ψυχή της κοσμικής κυρίας φορεί τα πατίνια της. η ψυχή του ανθρώπου λούζεται στην αγνότητα της θαλάσσης. Βρίσκει η νοσταλγία μας διέξοδο και ο πόνος μας την έκφρασή του.”*

* Ο Καρυωτάκης ως βλόγερ. Τα πεζά του εδώ. Σα να λινκάρω σε Θας.

-//-

Ο Ζαμπέτας με τον Χατζιδάκι στο στούντιο, μπουζούκι και πιάνο. Ακούω το τραγούδι και τοποθετώ όλο το βάρος μου στο δάχτυλο που πατάει f5 να κάνει ριφρές η σελίδα να ξαναρχίζει το κομμάτι, να αλλάξει επιτέλους και η ένδειξη που λέει μηδέν κάτω δεξιά στη σελίδα. Πριν προλάβεις να σκεφτείς, αυτό και το επόμενο τραγούδι αποδεικνύονται συστημένα. Η διάθεση είναι κάτι το περίεργο. Λίγο πριν σκάσεις με φόρα στο έδαφος, ανοίγεις τα μάτια για να διαπιστώσεις πόσο μακριά είσαι απ’ το σημείο μηδέν. Και χάνει στα σημεία ο υποκριτής εαυτός που ήταν έτοιμος να καταφύγει σε άλλο ένα ποστάκι για τους φτωχούς των Αθηνών. Τώρα έχει φεγγάρια και βόλτες και το μπουζούκι του Ζαμπέτα, που αν ακούσεις όλη την εκπομπή παίζει διαρκώς άλλα απ’ αυτά που του λέει ο Μ.Χ. Αλλά για τους αυτοσχεδιασμούς του Ζαμπέτα τα λέει καλύτερα εδώ.

8 σχόλια

Filed under διάφορα

“κάντε συλλήψεις”*

Σχετικά με την σύλληψη του Menacius, μέλους του Omnia Tv, οι πληροφορίες και το ιστορικό εδώ.

(δείτε ακόμη εδώ και εδώ )

Για το πώς γίνονται οι συλλήψεις στο σωρό, για το πώς αποφασίζονται οι κατηγορίες, για το τί συμβαίνει όσο κρατούνται άνθρωποι στη ΓΑΔΑ έχουν γραφτεί πολλά. Δεν έχω κάτι να προσθέσω, ανεβάζω απλά τα παραπάνω και στο βλογ γιατί «η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης», που λέει και η βαρύγδουπη παρλάτα της ένωσης αυτών που κάποτε υπήρξαν δημοσιογράφοι.

* τίτλος από εδώ

Edit: o Menacius αφέθηκε ελέυθερος την Παρασκευή το μεσημέρι. Η μόνη κατηγορία που έμεινε είναι αυτή για “διατάραξη κοινωνικής ειρήνης”

—————————————————————————————————————————–

[ Δύο κάπως άσχετα σχόλια μόνο:

**Στοιχεία Δημοκρατικού Πολιτεύματος**

Είναι σχεδόν μόνιμη η συζήτηση πλέον σε παρέες, καφενεία και διαδικτυακά πηγαδάκια. – Έχουμε χούντα. – Μην λαϊκίζεις. Δεν έχεις ζήσει, δεν έχεις ιδέα τί είναι χούντα. Σκέφτομαι τελικά, ζαλισμένος και χωρίς επιχειρήματα, ότι το πολίτευμα είναι ζήτημα οπτικής, με τον ίδιο περίπου τρόπο, που κατά τον ποιητή, η ευτυχία είναι ζήτημα ύψους.

Για μένα που πληκτρολογώ άνετος στον υπολογιστή μου, παρέα με ζεστό καφέ και φρέσκο φρούτο, υπάρχει δημοκρατία. Η σύλληψη του Menacius δείχνει απλά ότι μια δημόσια υπηρεσία ίσως δεν κάνει σωστά τη δουλειά της. Για τον Menacius και τους υπόλοιπους συλληφθέντες η παρασπονδία της δημόσιας υπηρεσίας, προσεγγίζει επικίνδυνα τον ορισμό του αυταρχικού κράτους.

Για μένα που το βράδυ θα βγω για το ουίσκι μου στην Κολοκοτρώνη ή τα Εξάρχεια, υπάρχει δημοκρατία. Περιπτώσεις όπως πχ. Μάριος Ζ., πράσινα σταράκια, ο άνθρωπος που χτύπησε στη ζαρντινιέρα είναι ευκαιρίες να μιλήσουμε για την αναδιάρθρωση μιας δημόσιας υπηρεσίας. Για τον Μάριο Ζ και τα υπόλοιπα παιδιά, το διοικητικό λάθος προσεγγίζει επικίνδυνα τον ορισμό του αυταρχικού κράτους.

Για μένα που ακούω τους δίσκους που μόλις κατέβασα, που πάω στον Κωτσόβολο να πληρώσω τη δόση μου, που πάω να αγοράσω ένα φούτερ στο Άττικα, υπάρχει δημοκρατία. Για τον 16χρονο συλληφθέντα που ο εισαγγελέας του φώναζε ότι «εσύ κατέστρεψες την Ελλάδα» (όπως έμαθα, μπορεί να μου λένε κ ψέματα δεν ξέρω), για τους υπόλοιπους συλληφθέντες που περιμένουν πάνω από 48 ώρες για να απολογηθούν τελικά όπως όπως, όλα αυτά μοιάζουν εκπληκτικά με το να ζεις σε αυταρχικό καθεστώς. Για μένα πάλι, ίσως να είναι κάποια γραφειοκρατικά προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης.

Και πάει λέγοντας. Πράγματα γνωστά για όποιον ανήκει στον αναρχικό χώρο και ξέρει πώς συλλαμβάνονται τόσοι και τόσοι άνθρωποι, για όποιον έχει κατέβει σε πορεία και ξέρει πως αντιμετωπίζουν τους διαδηλωτές τα ΜΑΤ. Πράγματα με ελάχιστη σημασία για όποιον που και που πέφτει πάνω σ’ αυτά τα νέα και λέει αυτά συμβαίνουν κάπου αλλού, μακριά, πολύ μακριά.

Πράγματι λοιπόν δεν ζούμε σε αυταρχικό καθεστώς, δεν έχω δικαίωμα να χρησιμοποιώ ένα τέτοιο όρο. Ζούμε απλά σε νησίδες, σε μια επιλεκτική δημοκρατία που τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά λέει: Υπάρχει ελευθερία, υπάρχει δημοκρατία, υπάρχουν θεσμοί. Όχι όμως για όλους. Έχει και για σένα, αρκεί οι έξοδοί απ’ το σπίτι να έχουν ως τελικό προορισμό τη δουλειά, το μπαρ, τη θεία σου. Ως εκεί.

** ΣΕΠ **

Η σύλληψη του menacius έχει και άλλη μία ανάγνωση. Η σύλληψη ενός ανθρώπου, ενεργού μέλους της κοινότητας, που κάλυπτε για το Omnia TV τα όσα συνέβαιναν, με την κάμερα και το κινητό του, δείχνει ότι η πολλή ενημέρωση βλάπτει, αφού είναι εντελώς επικίνδυνο σπορ.

Λίγο πιο επικίνδυνο απ’ το κάθεσαι σ’ ένα στούντιο και να καταδικάζεις από μακριά κάποια επεισόδια που έχεις δει μόνο μέσα απ’ το γυαλί. Ενέργεια που έτσι κι αλλιώς, μοιάζει όλο και πιο δύσκολη, αφού άντε να ξεχωρίσεις τα πλάνα αρχείου απ’ τα κάθε φορά σημερινά. Ή άντε να καταδικάσεις τους 100 γνωστούς αγνώστους που τα σπάνε, όταν πάνε συνεχώς και μπλέκονται στα πλάνα κάτι άλλοι κουκουλοφόροι που συλλαμβάνουν. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, μπορεί στο τέλος να καταδικάσεις την ίδια σου την αστυνομία.

Βέβαια, μπορείς πάντα να απολογηθείς όπως έκανε πρόσφατα άνθρωπος του Μέγκα για ένα παραποιημένο βιντεάκι. Δεν μπορείς όμως να απολογηθείς, γιατί δε βρίσκεις το λόγο να απολογηθείς, για το ότι αναπαράγεις χωρίς δεύτερη σκέψη τα δελτία τύπου της αστυνομίας. Επίσης δεν βρίσκεις το λόγο να απολογηθείς για ότι δεν αναφέρεις ποτέ κάτι για τις συνθήκες κράτησης στη ΓΑΔΑ ή για τις πάγιες πρακτικές της ελας.

Ρωτάνε και ξαναρωτάνε λοιπόν οι δημοσιογράφοι, υπαινισσόμενοι την σωστή απάντηση: «Μα είναι αξιόπιστα τα social media;» Το ερώτημα τίθεται φυσικά ανάποδα. Είναι αξιόπιστα τα παραδοσιακά μέσα;

Τέλος, διαβάζοντας και αυτό το δημοσίευμα των Νέων, αντιλαμβάνομαι ότι ακόμη ένα ερώτημα με βασανίζει, όχι χωρίς μια μεγάλη δόση κακίας και ειρωνείας: Αλλάζει δουλειά ο διάσημος δημοσιογράφος όταν υπουργοποιείται; ]

13 σχόλια

Filed under Uncategorized

κίτρινα χαρτάκια

Θα έπρεπε να είμαστε μόνο ένα τραγούδι. Να μπορούμε να περιγράψουμε τους εαυτούς, σαν μια σειρά από νότες. Γεια σας. Χαίρεται. Το όνομά σας; Σκοπός γάμου. Και με τι ασχολείστε; Οι χειμερινοί κολυμβητές. Θα έπρεπε να μπορούμε να συνεννοηθούμε με ένα τραγούδι σαν κι αυτό. Μελαγχολικό και ημιχαρούμενο. Πλήρως αντιφατικό. Γλέντια γάμου με φυσαρμόνικες και άλλα μοναχικά πνευστά. Γύρω από ένα τεράστιο τραπέζι, σαν μια σκηνή που είδαμε στον κινηματογράφο εφτά χιλιάδες φορές και να την έχει σκηνοθετήσει ο Φατίχ Ακίν και να παίζει ένας σκοπός γάμου ακριβώς τέτοιος. Βαθιά, κοφτά και τα λοιπά.

Το πρωί, οδηγώντας ακούω μια κοινωνική λειτουργό να λέει σε ραδιοφωνικό σταθμό για μια μετανάστρια, η οποία γέννησε, αλλά δεν είχε να πληρώσει το νοσοκομείο. Το νοσοκομείο της έδωσε εξιτήριο αλλά κράτησε το μωρό. Της είπαν ότι μόλις ξεπληρώσει το λογαριασμό, τότε θα της επιτρέψουν να πάρει το παιδί. Η κοινωνική λειτουργός σημειώνει ότι αυτή είναι πάγια τακτική του συγκεκριμένου μαιευτηρίου. Πάρκαρα για πέντε λεπτά να πάω σε μια δουλειά και γυρνώντας βρήκα πιασμένο στον υαλοκαθαριστήρα ένα απ’ αυτά τα γνωστά πια κίτρινα χαρτάκια. ΑΓΟΡΑΖΩ ΧΡΥΣΟ – ΕΝΕΧΥΡΟΔΑΝΕΙΣΤΗΡΙΟ – ή αφήστε το μωρό σας μέχρι να βρείτε χρήματα. Καριόλες.

Λες και έσκασε χειροβομβίδα μέσα στο στομάχι σου, έρχεται μια στιγμή που δεν το αντέχεις το κίτρινο χαρτάκι αφημένο στο παρμπρίζ. Δεν μπορείς να το βλέπεις, δεν γουστάρεις, σου γυρίζει το μάτι ανάποδα.

* «Να συλλάβεις μία σκέψη, μία και μοναδική σκέψη – που θα έκανε όμως το σύμπαν κομμάτια»

Ε. Σιοράν *

Τη μέρα της απεργίας, περπατάμε με μια φίλη στην Πανεπιστημίου. Βλέπουμε μια διμοιρία, η οποία στέκεται αμίλητη, βαρεμένη, εκνευριστική με τις πλάτες στο κτίριο. Ακριβώς μπροστά τους, στο κάγκελο του αβραμόπουλου, πατέρας κάθεται οκλαδόν, κρατώντας στο ένα χέρι το παιδί του και στο άλλο ένα πλαστικό ποτήρι. Καθώς προχωράμε, ένας απ’ τη διμοιρία βγαίνει απ’ τη σειρά, πλησιάζει τον άνθρωπο και ρίχνει ένα κέρμα στο ποτήρι. Ύστερα επιστρέφει στη θέση του. Επειδή είμαι τέτοιος που είμαι, αυτό που προσέχω δεν είναι ότι – όπως είπε η φίλη – είχε κατεβασμένο το κεφάλι ή ότι ήταν πιτσιρικάς με κόκκινα επαρχιώτικα μάγουλα. Αντιθέτως, το μυαλό μου κολλάει σ’ αυτό το «επιστρέφει στη θέση του». Παρακαλώ μην κάνετε γενικεύσεις. Σε όλους τους κλάδους υπάρχουν καλοί και κακοί. Σήμερα λέω, φταίνε τα κίτρινα χαρτάκια. Βλέπω στολές και είμαι ξανά 15 χρονών και 12 και κατεβαίνω βράδια στο κέντρο να μάθω γερμανικά και το μόνο που βλέπω τις νύχτες στην Ακαδημίας είναι κάτι δάχτυλα στις σκανδάλες. Είμαι 20 και 25 και βλέπω τις ίδιες άθλιες στολές να κάνουν ελέγχους στην Πατησίων. Και βλέπω κατεβασμένα βρακιά στη μέση του δρόμου και άδεια βλέμματα περαστικών.

Όλα αυτά και ακόμη μερικά, μαζεμένα πίσω απ’ το μάτι σου. Σαν επίμονη ημικρανία.

Πίνεις μα ούτε αυτό βοηθάει, γιατί είναι ένα σωρό κόσμος που δεν μπορεί  να καταλάβει (και δε φταίει γι’ αυτό), ότι κάθε σου βήμα σήμερα είναι ένας γολγοθάς. Κάθε λέξη βγαίνει με χίλια ζόρια και σκαλώνει με αγκίστρια στην άκρη της γλώσσας. Την ώρα εκείνη ή έστω μια δυο μέρες μετά, τότε που ο κόσμος μοιάζει μόνο εχθρικός και τίποτα άλλο, βλέπεις εκείνη που κάποτε ήθελες, δηλαδή που κάποτε ήθελες πολύ, και μοιάζει πιο ξένη από ποτέ. Μοιάζει να μην υπάρχει ελάχιστη κοινή γλώσσα. Πώς να υπάρχει δηλαδή, όταν εσύ θες απόψε να περιγράψεις τον εαυτό σου, το σύμπαν και ότι άλλο υπάρχει τριγύρω με ένα σκέτο τραγούδι. Θέλεις να είσαι μόνο ένα κομμάτι που παίζουν οι χειμερινοί κολυμβητές. Μόνο που αυτή, αυτή που κάποτε ήθελες δεν ξέρει καν το τραγούδι κι απορείς πώς να της εξηγήσεις αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση της ταυτόχρονης οργής και αγάπης, λύσσας και παραίτησης, όταν αυτή δεν έχει στ’ αυτιά της το σκοπό γάμου.

Όταν αυτή, το κομμάτι του κόσμου δηλαδή που κάποτε θέλησες να δικαιώσεις, σου απευθύνει τυπικούς χαιρετισμούς.

Ξημερώματα, λοιπόν, μπαίνεις στο αμάξι και βιάζεσαι να βάλεις το τραγούδι. Με την άκρη του ματιού σου πιάνεις άλλο ένα κίτρινο χαρτάκι ακριβώς τη στιγμή που το πόδι βαραίνει. Θέλεις να πιάσεις 150 χλμ στη Συγγρού χωρίς να φοράς ζώνη. Μια κακόγουστη και εντελώς υποκριτική παράσταση στήνεται μόνο για τον εαυτό σου. Οδηγώντας όμως, περνάς δίπλα από τη στάση και βλέπεις μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, η οποία μοιάζει να περιμένει το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά. Στις έξι το πρωί, η εικόνα αυτής της γυναίκας, σε επαναφέρει στην πραγματικότητα, σαρώνει τις υπερβολές και υπαινίσσεται διάφορα, εντελώς πικρά. Ύστερα, στρίβοντας, ένα κορίτσι με παλτό και ψηλά τακούνια βγαίνει απ’ το μπουζουκομάγαζο και περιμένει να της φέρουν το αμάξι.

Γι’ αυτό σου λέω, θα έπρεπε να είμαστε μόνο ένα τραγούδι. Να μπορούμε να περιγράψουμε τους εαυτούς, σαν μια σειρά από νότες. Γεια σας. Χαίρεται. Το όνομά σας; Σκοπός γάμου. Και με τι ασχολείστε; Οι χειμερινοί κολυμβητές. Θα έπρεπε να μπορούμε να συνεννοηθούμε με ένα τραγούδι σαν κι αυτό. Θα έπρεπε να μπορούμε να σωθούμε με ένα τραγούδι σαν κι αυτό. Θα έπρεπε όλα τα κίτρινα χαρτάκια αυτού του κόσμου να διαλύονται αυτομάτως, στο πρώτο φύσημα, στην πρώτη νότα. Αλλά ούτε συνεννοούμαστε, ούτε σωζόμαστε, ούτε διαλύονται. Ακριβώς όπως το συγκεκριμένο κομμάτι, τρώμε στα μούτρα αυτή την αντίφαση αδιάκοπα. Μισό ποτήρι πίκρα, μισό αγάπη.

18 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες