«Όσο περισσότερο εγκαταλείπει τη μαύρη μουσική, το ροκ υποτάσσεται πλήρως στο θέαμα κι αυτή είναι η εκδίκηση του δυτικού πολιτισμού, η νίκη της κοινωνίας του θεάματος, η επικράτηση της έννοιας της σπατάλης ως βασικού ιδεολογικού μοτίβου.. Η ίδια η σωματική έκφραση υποχωρεί σε όφελος μιας ενδυματολογικής άποψης για τα πράγματα(..) Ήδη τα βίντεο μοιάζουν πιο εκφραστικά απ’ τις εμφανίσεις των συγκροτημάτων»
Χ. Βακαλόπουλος
Σπάνιο αλλά πραγματικό, βρέθηκα δύο συνεχόμενες φορές σε συναυλίες, νηφάλιος. Μπόρεσα έτσι να παρατηρήσω λίγο περισσότερο το κοινό που βρισκόταν στο Φαζ τις δύο τελευταίες Παρασκευές, σε Αγγελάκα και Κων/νο Βήτα αντίστοιχα. Αναπόφευκτα το πρώτο που με χτύπησε όχι και τόσο φιλικά στην πλάτη ήταν η συνειδητοποίηση της ηλικίας των τριγύρω μου. Σε ένα κορίτσι που στάθηκε για λίγο δίπλα μου εμφανώς κουρασμένο απ’ την ορθοστασία, σχεδόν είπα: «σκατά, μεγαλώσαμε». Θα ήμουν όμως υπερβολικός (δε θα ήταν 27, 28 χρονών) και εκτός των άλλων η παρακείμενη άγνωστη δεν φαινόταν να ψάχνει για τέτοιου είδους κουβέντες.
Ειδικά τη βραδιά του Αγγελάκα κοίταζα τον κόσμο και τον φανταζόμουν να πάλλεται στον Λυκαβηττό ή στο εφηβικό δωμάτιο παρέα με την ασφάλεια ή την αμνησία. Τώρα έμοιαζε περισσότερο με τον ίδιο τον τραγουδιστή. Πιο έτοιμος, πιο μελαγχολικός, πιο κουρασμένος και πιο όμορφος. Προς στιγμή μου φάνηκε ότι το κοινό είχε ακολουθήσει τον Αγγελάκα στα άλματα που έκανε τα τελευταία χρόνια.
Η διαφορά, πέραν του αναμενόμενου πολύχρωμου εναλλακτικού πλήθος που βρισκόταν στον Βήτα, φάνηκε περισσότερο εκεί που η μουσική καλούσε τους από κάτω να ακολουθήσουν το ρυθμό της. Ο χορός τους μου έφερνε στο νου τις παλιές συζητήσεις που κάναμε κάποτε για τα είδη της μουσικής. Ροκ και ηλεκτρονική, όλοι μου λένε σαφώς, η μουσική είναι μία. Τα σώματα ίσως κάπου κάπου το διαψεύδουν.
Ο Αγγελάκας, ροκ από τότε που τραγουδούσε για τρένα και ψυχοπορνεία, με τους τελευταίους δίσκους, τα πνευστά και τα βιολιά, στα μάτια μου φαίνεται να επιχειρεί μια βουτιά σ’ ένα αναστημένο παρελθόν. Η εικόνα της μπάντας την Παρασκευή έμοιαζε με κάποια παλιά soul συμμορία (γιατί τι είναι το «από δω και πάνω» αν δεν είναι soul;). Ο ήχος, παρόλο που οι στίχοι παραμένουν τραχείς, ίσως υπερβολικά ειλικρινείς (άρα και ανυπόφορα σκληροί), με τα χρόνια έχει γλυκάνει. Στάζει ταυτόχρονα μέλι και ιδρώτα, όπως ας πούμε ένα κομμάτι του Jerry Lee Lewis ή της Nina Simone. Χωρίς να χάνει τίποτα απ’ το βάθος ή το ζόρι που έτσι κι αλλιώς παραμένει αιωνίως παρόν, μας προτρέπει να στροβιλιστούμε χωρίς να μας νοιάζει αν η μύτη του παπουτσιού έχει αρκετό φρένο. Όπως η μαύρη μουσική ή τα δικά μας παραδοσιακά, πιάνει με ακρίβεια την αντιφατική πραγματικότητα και ζωγραφίζει εξαιρετικά τον Σίσυφο που γελαστός ανηφορίζει ξανά.
Ας πούμε ότι παίρνει το βάρος του κόσμου μέσα του για να το τραγουδήσει και να το μοιραστεί με μερικές δεκάδες ώμους. Οι άνθρωποι που ακούνε αναπόφευκτα αναζητάνε τον άλλο, την επαφή και ίσως απλά δεν ξέρουν τον τρόπο να πουν ότι αυτό που νιώθουν εκείνη τη στιγμή είναι η ίδια αίσθηση που κατακλύζει τις παλάμες κατά τη διάρκεια ενός κυκλωτικού χορού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Α., από παλιά μυημένος στο σύμπαν του Αγγελάκα, μόλις θελήσει να φωνάξει ή να χοροπηδήσει στο άκουσμα του κομματιού, η πρώτη του κίνηση είναι να πιάσει τον ώμο του μπροστινού και εν προκειμένω τον δικό μου.
Αντιθέτως ο Βήτα εξαπολύει τους ήχους του την ώρα που από κάτω το κοινό χορεύει μανιασμένα σε ολοένα πιο μοναχικούς σχηματισμούς. Η μουσική του και οι εξαιρετικά ακριβείς και ταυτόχρονα ποιητικοί στίχοι του, στα μάτια μου μοιάζουν να φέρουν το βάρος του κόσμου εντός τους, ακριβώς όπως και ο ακατάπαυστος, τσακισμένος χορευτής που παλεύει μόνος μπροστά μου. Η ενέργεια πολλαπλασιάζεται, το ξέσπασμα όμως δεν εξωτερικεύεται, ούτε βέβαια μοιράζεται. Μπορεί και να είναι η ιδέα μου αλλά αυτός που χορεύει σ’ αυτές τις περιπτώσεις φαινόταν πάντα κάπου να χάνεται. Τα δάχτυλά του δε, παραμένουν συνεχώς στον αέρα, χωρίς καν μια ελάχιστη νύξη ότι υπάρχει κάποια απόσταση που ονειρευόμαστε να εκμηδενίσουμε.
Το χάσιμο αυτό, το βύθισμα εντός του άδειου πια εαυτού είναι αίσθηση ασφαλώς γνώριμη, αφού οι μισές κινήσεις που κάνουμε καθημερινά τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Στο μετρό οι μισοί έχουμε τα ακουστικά στη διαπασών και τα μάτια στο κινητό. Δεν χρειάζεται να πούμε βέβαια, ότι το φλερτ & η επαφή έχουν ανάγκη τους ψίθυρους, πόσο μάλλον τα βλέμματα. Με άλλα λόγια, το mp3 player δεν μπορεί να παίξει όλα τα κομμάτια, αφού, κακά τα ψέματα, δύο αυτιά δεν είναι αρκετά.
«Η φυσική γειτνίαση ως γλώσσα αδιάψευστης συνεννόησης, το μπράτσο γύρω από τους ώμους του διπλανού, οι χειραψίες εμπιστοσύνης και τα σπρωξίματα των αγκώνων, όλα απορροφήθηκαν από κάτι που λειτουργεί σαν κώδικας οδικής κυκλοφορίας για σώματα με ονοματεπώνυμο».
Ε. Αρανίτσης
Υγ1. Το απόσπασμα του Βακαλόπουλου το έβαλα για δύο λόγους:
α) για να εξηγήσω κατά κάποιο τρόπο γιατί είναι εξαιρετικός πλέον ο δρόμος του Αγγελάκα
β) γιατί και στις δύο συναυλίες τα βιντεάκια δε σταμάτησαν καθόλου να παίζουν και δεν κατάλαβα καθόλου το λόγο.
Υγ2. Το απόσπασμα στο τέλος απ’ το μυθικό για μένα κείμενο του Ε.Α.












