τιραντάκια

(καθυστερημένο ποστίδιο που έπρεπε να γραφτεί με τη διάθεση της Παρασκευής, αλλά του έκατσε η Τρίτη.) 

Παρασκευή πρωί λοιπόν.

Πριν φύγω για δουλειά ανοίγω να δω κανένα αθλητικό για final four που ερχόταν. Το μάτι μου πέφτει σ’ ένα λινκ που παραπέμπει στο αιχμή.gr. Πέφτω σε αυτό το μνημείο αθλιότητας (το οποίο και συνιστώ να μην διαβάσετε). Δεν πιστεύω αυτά που διαβάζω αλλά δεν προλαβαίνω, γιατί πρέπει να ξεκινήσω.

Πριν λίγες μέρες, στο δρόμο της επιστροφής απ’ το χωριό, έλεγα στη συμβία (που θα ‘λεγε κι ο σραόσα), ότι βεβαίως και υπήρχε πάντα σ’ αυτόν τον τόπο σαπίλα. Βεβαίως και υπήρχε φτώχεια, εκμετάλλευση, ρατσισμός. Αλλά νομίζω ότι έχει συντελεστεί ένα ποιοτικό άλμα. Κάποτε μπορεί να ήταν κάποιος ρατσιστής, αλλά δεν μπορούσε ακριβώς να το κάνει μπαϊράκι. Στην Ελλάδα των τριών τελευταίων χρόνων έχουμε το αποκορύφωμα όσων επιχείρησαν και τελικά κατάφεραν να δημιουργήσουν ολόκληρα χρόνια γεμάτα μεσημεριανάδικα και ριάλιτι. Μπορείς να μην διαβάζεις τίποτα, μπορείς να μισείς τον άλλο γιατί να είναι μαύρος, μπορείς να ενδιαφέρεσαι μόνο για τον κώλο της Μενεγάκη, μπορείς να λες get rich or die trying. Και όχι μόνο μπορείς να είσαι όλα αυτά, αλλά είναι και κουλ να το δηλώνεις, να το φωνάζεις, να ποζάρεις στην κάμερα λέγοντας «Δεν ξέρω ποιός είναι ο Ντοστογιέφσκι και δεν με νοιάζει. Ξέρω όμως με ποιόν τσακώθηκε χτες η τάδε ημιδιάσημη παρουσιάστρια». Να ‘χεις το λοιπόν στο χέρι, να κλείνεις ξαπλώστρα στην παραλία και να κάνεις χιούμορ με τους Πακιστανούς των φαναριών. Πόσο κουλ και γαμάτο. Όλη αυτή η κουλτούρα ήρθε να συναντήσει τα χρόνια των οικονομικών προβλημάτων και της διάλυσης. Το αποτέλεσμα είναι η συγχώνευση φασισμού και ριάλιτι σε αυτό που προφητικά εμφανιζόταν από καιρό στα εξώφυλλα της Εσπρέσο.

IMAG0230

οδός Φυλής

* Λίγη ώρα αργότερα, αντί να πάρω λεωφορείο, είπα να περπατήσω από Ομόνοια προς Άγιο Παντελεήμονα. Περνώντας από πλατεία Βικτωρίας, αναρωτήθηκα στα σοβαρά για μια στιγμή, αν φοβάμαι κάθε φορά που βρίσκομαι κει. Δεν είχα απάντηση προφανώς. Θα ήταν ευκολία από μέρους μου να πω ότι μου φαίνεται ότι δεν φοβάμαι. Δεν ζω εκεί, δεν έχω εμπεριστατωμένη άποψη. Σήμερα, άλλωστε που ξαναπερνούσα από κει, μια κοπέλα ανακάλυπτε μπροστά μου πως της είχαν σπάσει το παράθυρο του αυτοκινήτου για να της πάρουν το κασετόφωνο. Θα μου πεις, δεν συμβαίνει αλλού; Ή είναι αυτός λόγος για να τρομοκρατείσαι; Δεν ξέρω. Τα ακούω όλα. Την Παρασκευή πάντως καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, έστριψα ασυναίσθητα σ’ ένα μικρό στενάκι πεζοδρομημένο, όπως κάνεις καμιά φορά όταν περπατάς στην πόλη και αισθάνεσαι ωραία και θες να περάσεις μέσα απ’ το αστικό τοπίο και να δεις μια λεπτομέρεια που δεν ξαναπρόσεξες ποτέ.

Στο στενό, στην εσοχή της εισόδου μιας πολυκατοικίας βλέπω δύο παιδιά που ήταν καθισμένα εκεί αγκαλιά. Το κορίτσι ήταν ανεβασμένο πάνω στο αγόρι και τον φιλούσε. Η μισή πλάτη της ήταν έξω, τα περίφημα μαύρα τιραντάκια. Ούτε που κατάλαβαν πως κάποιος περνούσε από κει.

Σκεφτόμουν πως κάποτε εκεί τα κάναμε όλα. Στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, κάπου σε μια κοντινή γειτονιά. Φιλιά και σουβλάκια και συζητήσεις για το μέλλον και ερωτικά προβλήματα και παγωμένα αναψυκτικά μετά απ’ τη μπάλα.

Στο σημείο αυτό, στο mp3 γίνεται περίεργη αλλαγή. Ανάμεσα στα διάφορους Mat Elliott ξεφεύγει μια Μπέλλου και ακούγεται ο στίχος: «είναι κάτι άνθρωποι μες στις συνοικίες / που θαρρείς πως ζήσανε σκυφτοί» Αλλά τώρα δεν μπορώ να σκεφτώ τη φτώχεια, τη μιζέρια και τα ημιυπόγεια της διαδρομής. Το μυαλό μου έχει κολλήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Σκέφτομαι καλοκαίρια στο Βύρωνα, κάποτε, πριν χιλιάδες χρόνια, και καλοκαίρια στο Σούνιο και καλοκαίρια γενικώς. Παντού τιραντάκια κι άλλα ωραιότερα, αφόρητες ζέστες, και ημίγυμνα κορμιά. Ύστερα διάφορες ξυπόλυτες φιγούρες σε νησιά, σε σκαλοπάτια σπιτιών που δεν ανήκουν πουθενά και σε κανένα. Σοκάκια και είσοδοι πολυκατοικιών στραγγίζουν ιδρώτες και πλάτες και θα μας σώσει μια παγωμένη μπύρα, ένα χάδι κι εκείνη η ανάμνηση του παλιού εαυτού που δεν φοβόταν. Τα Αλβανάκια τότε δεν ήταν εχθροί, ότι κι αν έλεγε η τηλεόραση ή κάποιος αισχρός γείτονας, ήταν απλά συμπαίχτες στο αέναο ματς της κάτω πλατείας εκεί που επιτρεπόταν η ντρίπλα με σπόντα στο πεζοδρόμιο.

Αλλά τί πάω να πω δεν ξέρω, δεν ξέρω που θέλω να καταλήξω, θέλω να ξαναπώ μάλλον ότι το καλοκαίρι είναι μια εποχή που στάζει καύλα, στάζει μέλι, έχει μια γλύκα φοβερή στο στόμα. Και θέλω να ξαναθυμηθώ πως μοιραζόμαστε πίτες και πατάτες και κοκακόλες μετά τη μπάλα γιατί δεν είχαμε λεφτά για να πάρουμε όλοι σουβλάκια και εξάλλου δεν μας άφηναν να τρώμε κάθε μέρα σουβλάκια. Αλλά δεν γίνεται να πω ότι το καλοκαίρι είναι καύλα, γιατί εσύ δεν έχεις στο νου παγωτά και μαγιό που λύνονται, αλλά αυτά τα παιδιά που δεν θα δώσουν πανελλήνιες. Όχι λόγω απεργίας, αλλά λόγω έλλειψης άδειας παραμονής των άνεργων γονιών τους.

Θέλω να πω ότι υπάρχει ένας μικρός πεζόδρομος στην πλατεία Βικτωρίας (πόσο γραφικό, τον λένε οδός Ελπίδος στ’ αλήθεια ), που το καλοκαίρι είναι ακόμη καύλα και οι άνθρωποι χαϊδεύονται και φιλιούνται και ούτε που καταλαβαίνουν αν περνάει κανείς. Θέλω να πω ότι υπάρχουν εκεί έξω είσοδοι πολυκατοικιών και σκαλάκια χωριών σε νησιά. Αλλά τώρα που γράφω το ποστ και δεν είναι Παρασκευή για να ‘χω στο νου μου ακόμη τα φιλιά των παιδιών, δεν βλέπω εισόδους πολυκατοικιών. Νιώθω ότι οι είσοδοι είναι όλες κλειστές από νεοναζί με σπασμένα μπουκάλια. Νιώθω ότι αν θες να φιληθείς στο σκαλάκι, καλό θα είναι να διώξεις τους φασίστες από εκεί.

IMAG0232

ρούχο κρεμασμένο στα καλώδια της ΔΕΗ στην οδό Φυλής

3 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

ο όχλος του διαδικτύου

Με αφορμή τα όσα έγιναν με τη Δημουλά, γίναμε μάρτυρες μιας κατάστασης που τείνει να επαναλαμβάνεται. Κάποιος καλλιτέχνης, συγγραφέας ή πολιτικός γράφει ή λέει κάτι και αυτό αναπαράγεται στα κοινωνικά δίκτυα. Οι διάφοροι ανώνυμοι, ψευδώνυμοι και επώνυμοι του διαδικτύου κριτικάρουν σοβαρά, βρίζουν ή κοροϊδεύουν τη δήλωση. Μετά τον πρώτο μικροχαμό, αναλαμβάνουν δημοσιογράφοι και συνήθως ομότεχνοι του όποιου έκανε την αμφιλεγόμενη δήλωση, να νουθετήσουν, κουνώντας το δάχτυλο, τον όχλο των social media.

Διαδικτυακό λιντσάρισμα, υπερβολές, λαϊκισμός, bullying, υστερία, φασισμός, έλλειψη ανοχής στην διαφορετική άποψη. Αυτές είναι μερικές από τις κατηγορίες που αποδίδονται στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων.

Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν οι επικριτές του όχλου, αν έμπαιναν σε ένα καφενείο την ώρα που η τηλεόραση παίζει ειδήσεις και παρατηρούσαν τις βρισιές, τα σιχτίρια και τις μούντζες επί δικαίων και αδίκων. Μία απ’ τις (πολλές) λειτουργίες του facebook ή του twitter είναι και αυτή η φαντασιακή επανασύσταση του καφενείου. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, σχολιάζει ο καθένας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο υπερβολικά, όπως άλλωστε αρμόζει σε μια παρέα που γλεντάει ή απλά σκοτώνει το χρόνο της. Το χιούμορ του καφενείου δεν είναι πάντα πετυχημένο, ούτε τα πειράγματα πάντοτε δίκαια ή καλοσυνάτα.

Ίσως η παραπάνω να είναι μια υπερβολικά επιεικής αντιμετώπιση του διαδικτυακού όχλου, αλλά απ’ την άλλη δυσκολεύομαι να καταλάβω την εμμονή στην υστερική μετριοπάθεια, τη σοβαροφάνεια και τον καθωσπρεπισμό που δείχνουν διάφοροι συγγραφείς και δημοσιογράφοι.

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, θα πρέπει να ομολογήσω ότι πιστεύω ότι το πρόβλημα δεν είναι η σφοδρότητα της επίθεσης, αλλά η επίθεση καθεαυτή. Οι μόνιμοι θαμώνες των τηλεοπτικών πάνελ και των σαλονιών των εφημερίδων βρίσκονται τον τελευταίο καιρό αντιμέτωποι με μια καινούρια κατάσταση. Το μικρόφωνο δεν ανοίγει μόνο για τις δικές του ατάκες. Οι «επώνυμοι» σχολιάζονται ποικιλοτρόπως και όχι πάντοτε με κομψότητα στα  κοινωνικά δίκτυα.

Όμως αναρωτιέμαι πως γίνεται να επικεντρώνεις την προσοχή και την ευαισθησία σου σε αυτό το θέμα. Για παράδειγμα δεν μπορώ να συλλάβω ότι γράφονται άρθρα επί άρθρων για το bullying ή το «ηλεκτρονικό λιντσάρισμα» της ποιήτριας, την ώρα που ζούμε στη χώρα που ο ίδιος ο υπουργός, διαπόμπευε για μήνες, παρέα με τους τηλεοπτικούς συνδαιτυμόνες του, γυναίκες αδύναμες και άρρωστες. Τότε, δεν επρόκειτο για φασισμό και τραμπουκισμό, αλλά για υγειονομική βόμβα και ρεαλ πολιτίκ. Τώρα συγγραφείς και δημοσιογράφοι εξανίστανται για την τύχη που επεφύλασσε ο όχλος σε μια ποιήτρια που αν μη τι άλλο, δεν είναι άρρωστη και απροστάτευτη, αλλά έχει επί χρόνια δημόσιο βήμα και χώρο να μιλήσει η ίδια για τον εαυτό της.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει όταν κατηγορείται για λαϊκισμό η πλέμπα του διαδικτύου, στη χώρα που υπουργός του Πασόκ είπε το «μαζί τα φάγαμε» και συνέχισε να κυβερνά, στη χώρα που ο πρωθυπουργός, σύμφωνα με το MEGA, μίλησε με το Θεό.

Το μέτρο και την ισορροπία, δεν θα έπρεπε να τη αναζητάνε οι άνθρωποι αυτοί, στον όχλο του διαδικτύου που άλλοτε κάνει την πλάκα του, άλλοτε απλά ξεσπαθώνει και άλλοτε (μάλιστα αρκετά συχνά) κάνει σπουδαία πράγματα. Το μέτρο και την ισορροπία ας την αναζητήσουν στις επί χρόνια παρουσίες τους στα τηλεοπτικά πάνελ, στα εκλογικά βράδια στα κανάλια, όταν κάθονταν όλοι μαζί δίπλα σε όσους σήμερα διώκονται ποινικά ή κρύβονται σε μακρινές και εξωτικές χώρες. Το μέτρο και την ισορροπία ας την αναζητήσουν στον Σταύρο Θεοδωράκη τη στιγμή που γελάει, όταν Βορίδης αυτοαποκαλείται ακτιβιστής της δεξιάς ή τη στιγμή που ο ίδιος δημοσιογράφος παίρνει συνέντευξη πίνοντας απ’ την κούπα με το λογότυπο της Χρυσής Αυγής.

Όπως και να ‘χει όμως, θέλοντας και μη, μέχρι τουλάχιστον να κλείσει το internet ή να ρυθμιστεί ασφυκτικά στα πρότυπα άλλων καθεστώτων, οι μονόλογοι (και μαζί το a priori τεράστιο κύρος του δημοσίου προσώπου) έχουν τελειώσει. Το καφενείο έχει πρόσβαση στα μικρόφωνα και τώρα ακούγονται τα πάντα. Από άθλιες βρισιές μέχρι εμπεριστατωμένες κριτικές και υπέροχα ποιήματα. Ευτυχώς, θα συμπλήρωνα.

υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για τη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία.

4 σχόλια

Filed under διάφορα

αν έχεις 250.000 €

Έτυχε, πολύ πρόσφατα, να ξαναδώ το «Ζ» του Γαβρά. Θα μπορούσα να σχολιάσω ένα σωρό πράγματα, αλλά τυχαίνει πάντα κάτι, που σε τραβάει μακριά απ’ τις αρχικές σκέψεις. Δεν πέρασε λίγη ώρα απ’ το τέλος της ταινίας και χαζεύοντας στο δίκτυο, έπεσα πάνω σε μια πρόσκληση για μια εκδήλωση της ΠΟΑΣΥ (πανελλήνια ομοσπονδία αστυνομικών υπαλλήλων). Η εκδήλωση γίνεται στη Βέροια και στο τέλος της θα απονεμηθούν τιμητικές πλακέτες στους αστυνομικούς που συμμετείχαν στη μάχη για τη σύλληψη των τρομοκρατών στη Βέροια. Έτσι ακριβώς γράφει η πρόσκληση, δεν έχει ας πούμε το τρομοκρατών σε εισαγωγικά. Θα μπορούσε να με ενοχλήσει το γεγονός ότι η ΠΟΑΣΥ δεν δυσκολεύεται ιδιαίτερα να καταργήσει το τεκμήριο της αθωότητας. Επίσης θα μπορούσε να είναι εξοργιστικό ότι η ομοσπονδία ξεπερνάει με άνεση τις καταγγελίες, ότι οι συλληφθέντες βασανίστηκαν. Πριν προλάβω όμως να σκεφτώ όλα αυτά, την προσοχή μου τραβάει ο τηλεοπτικής έμπνευσης και αισθητικής, τίτλος της εκδήλωσης. «Και οι αστυνομικοί έχουν μάνες».

Μαζί με την οικονομική δυσπραγία, μας επιτίθεται ένα φάντασμα. Το φάντασμα της αισθητικής της δεξιάς του ‘50, το οποίο με κάποιο περίεργο τρόπο, κατάφερε να συγχωνευθεί με ότι απέμεινε απ’ το lifestyle του 2000.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η είδηση που διάβασα πριν από ένα περίπου μήνα: «Η δημοσιογράφος και πολιτευτής Τάνια Ιακωβίδου ορίστηκε από το υπουργείο Εργασίας νέα πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Θα την υποδεχτεί φαντάζομαι το περίφημο νέο ηγετικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην καλτ τηλεπερσόνα.

Μεσημεριανάδικα, κουτσομπολιά, Μύκονος, ηθικολογία, τηλεπωλήσεις, ριάλιτι, αγάπη για την δημόσια τάξη και μεγαλόστομες επικλήσεις στην «πατρίδα».

*

Όλα μαζί φτιάχνουν τον ίδιο χυλό που σιχαίνεται τους ξένους αν είναι φτωχοί, αλλά σπάει το μυαλό του να τους διευκολύνει νομοθετικά αν είναι επενδυτές. Διαβάζω ότι με το ν. 4146/13, αν κάποιος αγοράσει ακίνητο αξίας άνω των 250.000€ θα δίνεται άδεια παραμονής σ’ αυτόν και στην οικογένειά του. Συνηθισμένη τακτική στην Ευρώπη ή όχι, ο συμβολισμός της παραμένει ισχυρός. Αν έχεις 250.000€, χωράς και μένεις, αλλιώς, δε χωράς και πνίγεσαι, κλείνεσαι σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, περιμένεις στις ουρές της Π. Ράλλη, μαχαιρώνεσαι ένα ωραίο απόγευμα. Η ζωή είναι για τους επενδυτές. Για τους υπόλοιπους υπάρχουν φουσκωτά και φραουλοχώραφα.

*

Κυκλοφορεί ένα ντοκιμαντέρ. Λέγεται «Μέσα στη φωτιά – τα κρυμμένα θύματα της κρίσης» (Into the fire) . Το ντοκιμαντέρ δείχνει τον τρόπο που το οργανωμένο ελληνικό κράτος, η ελληνική αστυνομία και οι ντόπιοι φασίστες συμπεριφέρονται στους μετανάστες. Η εικόνα είναι αποκαρδιωτική, αλλά ταυτόχρονα μοιάζει και τόσο κοντινή με αυτά που περιγράφει η ταινία του Γαβρά. Από το «Ζ» στο «into the fire», η απόσταση είναι ελάχιστη και έχει ήδη διανυθεί. Στο «Ζ» παρακολουθούμε αστυνομικούς να κάνουν τα στραβά μάτια ή και να συνεργάζονται με το ακροδεξιό παρακράτος. Βλέπουμε ακόμη ότι η συγκάλυψη αγριοτήτων αποτελούσε πάγια πρακτική. Είναι προφανές ότι δε ζούμε χούντα. Είναι όμως εμφανείς κάποιες αναλογίες. Όχι με την επταετία, αλλά με την αμέσως προηγούμενή της περίοδο.

*

Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, σ’ ένα τρελό ζάπινγκ, θυμήθηκα τον Ευγένιο Αρανίτση. Είχε γράψει κάποτε, μιλώντας για παλιούς αριστερούς, ότι «(..) απέτυχαν άλλωστε να συλλάβουν το γεγονός ότι η τηλεόραση δεν είναι όπλο των αντιπάλων αλλά ο ίδιος ο αντίπαλος αυτοπροσώπως».

Παλιοί και νέοι, αριστεροί και μη, αναρωτιέμαι αν μπορούν να φανταστούν τη Μάρλα Σίνγκερ, την φοβερή και τρομερή ηρωίδα του «Fight Club». Αν τη δουν μπροστά τους, ίσως μπορέσουν και να συλλάβουν την ιδέα του Υμηττού ή της Πάρνηθας γυμνών από κεραίες. Ίσως μπορέσουν ως άλλοι Τάιλερ Ντέρντεν να την πιάσουν απ’ το χέρι και να δουν, με κάποια δόση ικανοποίησης, τις οθόνες να γεμίζουν χιόνια, παρεμβολές ή πίξελς.

υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία

3 σχόλια

Filed under διάφορα

γ’ σεπτεμβρίου

Στην Γ’ Σεπτεμβρίου το τυροπιτάδικο – καφέ έχει προσφορά. Η υπάλληλος φοράει τη γνωστή κίτρινη στολή που φοράνε στα σούπερ μάρκετ. Στο θώρακα έχει ένα ύφασμα ραμμένα πάνω στη στολή. Με κεφαλαία: ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ. Καφές και μικρό μπουκάλι νερό 1,90 €. Όλα αυτά συνωστισμένα σ’ ένα (νομίζω) λευκό τετράγωνο κομμάτι υφάσματος κολλημένο πάνω στη στολή. Παρακάτω κάποιο ταμείο (των υπαλλήλων ΑΤΕ). Απ’ έξω είκοσι, εικοσί δύο χρονών το πολύ, παιδί με στολή, γκρι υφασμάτινο παντελόνι, κάτι σαν μωβ πουκάμισο. διακριτικά στο πλάι και ψείρα στο αυτί. Σεκιούριτι.

Οι άνθρωποι με τις στολές. Ανάπτυξη και δουλειές για όλα τα γούστα. Διάθεση για προκοπή να υπάρχει.

Περνάω έξω απ’ τον οκανα το πρωί. Δεν βλέπω καμία απ’ τις γνώριμες φιγούρες. Σε αντίθεση με ότι θα επέβαλλε η περίφημη «ανάγκη» για καθαρή και όμορφη Αθήνα, οι άδειοι από τοξικοεξαρτημένους γύρω δρόμοι δεν μου δημιούργησαν αίσθημα ανακούφισης, παρά ανησυχία. Πού να ‘ναι οι άνθρωποι; Σε ποιά Αμυγδαλέζα σέρνουν τα βήματά τους; Ποιός τους μετράει σήμερα;

Χθες κυκλοφόρησε στο δίκτυο αυτό.

akoumiaistoria1

(η ιστορία στο δίκτυο )

Κάποιοι μπόρεσαν και συγχώρεσαν τους βασανιστές τους. Άλλοι μοιράζουν δωρεάν φασιστικά κηρύγματα απ’ τις εφημερίδες, δικαιώνοντας το μαύρο παρελθόν. Και βέβαια κανακεύοντας και ετοιμάζοντας τους επόμενους βασανιστές.

Θα μας ξεκάνει μια αίσθηση επείγοντος. Ακούμε με αγωνία τις ειδήσεις, κοιτάζουμε τις ανταποκρίσεις των φίλων στο τουίτερ και νιώθουμε ότι περπατάμε στην άκρη της άκρης του γκρεμού. Καμιά φορά αιωρούμαστε κιόλας από πάνω του. Ύστερα βγαίνει κάποιος βουλευτής αριστερού κόμματος και επικαλείται (αναλόγως) τους θεσμούς ή την ανετοιμότητα του λαού. Εμείς κρεμόμαστε απ’ τη φωτογραφία ενός ακόμη θύματος, μετράμε τα σκάγια, βγαίνουμε στους δρόμους και ξανακλεινόμαστε σπίτι, δεν προλαβαίνουμε πια, δεν προλαβαίνουμε να μάθουμε ονόματα, να είμαστε αλληλέγγυοι, ποιά αλληλεγγύη; Δεν αρκεί μέσα στον κακό χαμό, που όλο ξέρουμε κι όλο πάμε κάπως να βοηθήσουμε κι όλο είμαστε εκεί, συνήθως ακριβώς μετά απ’ το κακό. Θα μας ξεκάνει αυτό το επείγον, που όλα γλιστράνε μακριά μας, τα χάνουμε μέσα απ’ τα χέρια μας και κάποιες ώρες μετά ένα δελτίο τύπου θα πει ότι αυτά είναι απαράδεκτα και περιμένουμε την δικαιοσύνη να κάνει το καθήκον της και μάλιστα θα φέρουμε το θέμα στην εθνική επιτροπή για την προστασία μπλα μπλα και σε συνέντευξη τύπου και μπλα μπλα μπλα και ύστερα πώς να προλάβεις να μετρήσεις τα σκάγια;

Σε κάποιο ραδιόφωνο η Πιπιλή θα μιλήσει για εθνική προδοσία. Αυτό είναι οι πυροβολισμοί εναντίον απλήρωτων εργατών στα φραουλοχώραφα. Εθνική προδοσία. Μείωση της ανταγωνιστικότητας, κακό επενδυτικό κλίμα, δυσφήμιση του προϊόντος (όπου προϊόν βάλε Ελλάδα. Βέβαια οι πυροβολισμοί απλήρωτων εργατών, για κάποιους λειτουργούν ως δυσφήμιση για κάποιους ως διαφήμιση, ξέρετε έχει σημασία το target group). Ύστερα η επωδός, να δουλέψουν και έλληνες.

Θα σε πυροβολήσουν μέρα μεσημέρι και την επόμενη μέρα οι εφημερίδες θα γράψουν. «ΑΙΣΧΟΣ. Οι πυροβολισμοί στην πλατεία Συντάγματος σόκαραν διερχόμενη Γαλλίδα τουρίστρια, ενώ ο φρέντο καπουτσίνο χύθηκε πάνω στον ταξιδιωτικό οδηγό της. Ως πότε θα βάζουμε σε κίνδυνο τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας, τον τουρισμό; Δήλωση υπουργού τουρισμού: Ξεκινάμε συντονισμένα να χορεύουμε gagman style σε όλη την Ευρώπη. Θα πρέπει να δουλέψουμε σκληρά για να ξεχαστεί το συμβάν». Μια άλλη εφημερίδα με περισσότερα θέματα και χρώμα στο εξώφυλλο, καθώς επίσης και με χιλιάδες περισσότερους αναγνώστες θα γράφει: «ΣΑΛΟΣ με τους πυροβολισμούς στην πλατεία Συντάγματος. Αποκάλυψη: Ποια διάσημη παρουσιάστρια διατηρούσε δεσμό με τον γ’ ξάδερφο του θύματος. Δήλωση του υπουργού δημόσιας τάξης: Και ο αστυνομικός που πυροβόλησε είχε μάνα».

IMAG0210

( η ιστορία στο δρόμο )

Το έθνος σε καιρό ειρήνης παράγει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και ωραιότατες βραδιές με παραδοσιακούς χορούς στο Ηρώδειο. Στο σημερινό καιρό παράγει επιστάτες, ναζιστικούς χαιρετισμούς και πισώπλατα μαχαιρωμένους μετανάστες. Συγγνώμη είπα πισώπλατα μαχαιρωμένους μετανάστες. Κακώς το ανέφερα στα προβλήματα, η ελληνική κοινωνία δεν ενοχλείται ιδιαίτερα και δηλώνει σε άπταιστα αγγλικά, «το θέμα είναι να ‘ρθει το δολάριο».

«τί να πω και να μην είναι λίγο»

Μεσημέρι περνάω ξανά απ’ το ίδιο σημείο. Μαζί με τον σεκιουριτά και την γυναίκα με τη στολή, βλέπω τους ανθρώπους στους δρόμους γύρω απ’ τον οκανα.

Περνώντας ανάμεσά τους γνέφω σ’ έναν, αν ήμουν λίγο αλλιώς, λίγο ωραιότερος τύπος, θα έλεγα μια καλησπέρα, ίσως να καθόμουν και κει για κανένα δεκάλεπτο ανάμεσά τους.

Αλλά περνάνε δελτάδες, κρέμονται απ’ το περίπτερο τα εξώφυλλα της επρέσσο, κάποιοι μασουλάνε φράουλες, κορίτσια και αγόρια φοράνε τη στολή του σεκιούριτι, η πιπιλή μιλάει για εθνική προδοσία, ο κόσμος πάει καταπάνω στον τοίχο, τα κεφάλια μερικών έχουν ήδη σπάσει πάνω στον τοίχο και δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ένας τοίχος μπροστά μας.

Για καιρό τον χαϊδεύουμε, του λέμε γλυκόλογα, τον παρακαλάμε να πέσει, του μιλάμε με επιχειρήματα και με τραγούδια, προσπαθούμε να τον πείσουμε με αρχαίες λέξεις και κακές εμπειρίες ότι κακώς ορθώθηκε μέχρι εκεί πάνω. Ο τοίχος όμως στέκει και υψώνεται όλο και περισσότερο. Και μεις κοιταζόμαστε στη σκιά του και όλο το αναβάλλουμε να κάνουμε κάτι και όλο υποτιμούμε το ύψος του.

Αλλά κάποτε τελειώνουν οι δισταγμοί ή αντοχή για άλλα θύματα. Και έτσι κι αλλιώς ξέρουμε (άλλος από ένστικτο κι άλλος από μνήμη), πως υπάρχει πάντα εκείνη η παμπάλαια κοινή επιθυμία, που μπορεί και ρίχνει όλους τους τοίχους. Αλλιώς, δε μας περιμένει τίποτα άλλο, παρά απέραντα φραουλοχώραφα και στολές σεκιούριτι.

8 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

τρόμος και νοσταλγία

Γυρίσαμε απ’ το Βερολίνο την Πέμπτη. Περπατήσαμε μέσα στη διαρκή συννεφιά, ανάμεσα σε εκατοντάδες αντιφασιστικά συνθήματα και μονίμως υπό το βάρος της ιστορίας.

Επισκεφθήκαμε το μουσείο «Topographie des Terrors» (τοπογραφία του τρόμου). Για κάποιο περίεργο λόγο δεν σταθήκαμε τόσο στις θηριωδίες του ναζιστικού καθεστώτος. Δεν σταθήκαμε στην εν μέρει μη ουσιαστική αποναζιστοποίηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ούτε καν στον τρόπο που ο φασισμός έγινε πανίσχυρος. Μείναμε για πολύ ώρα και διαβάσαμε προσεκτικά το υλικό στην αίθουσα στην οποία δέσποζαν τα πορτρέτα κάποιων ανθρώπων. Άλλοι οδηγήθηκαν στην εξορία, άλλοι ωθήθηκαν στην αυτοκτονία ή βασανίστηκαν απ’ την αστυνομία του καθεστώτος στην περίοδο απ’ το 1933 έως το 1938. Αριστεροί, δημοκράτες, ομοφυλόφιλοι, καλλιτέχνες, άνθρωποι που δεν συμβάδισαν με την τρέλα της εποχής. Χωρίς απαραίτητα να είναι αντιστασιακοί, ήταν άνθρωποι που δεν δέχτηκαν απλά να καταπιούν την αυταρχική κατηφόρα της χώρας τους.

Τις επόμενες μέρες συναντήσαμε παιδιά, Έλληνες, που πήγαν εκεί, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ένας έφυγε γιατί δεν άντεχε άλλο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, άλλος για σπουδές, άλλος για να βρει δουλειά. Μιλούσαμε για το εκεί και το εδώ. Για το πόσο ωραίο είναι το Βερολίνο, αλλά και για το πόσο πολύ νοσταλγούν τις παλιές γειτονιές τους. Θέλουν να επιστρέψουν. Τους περιγράφαμε πως έχει η κατάσταση. Τους λέγαμε να μείνουν εκεί που είναι. Στην Ελλάδα έχει ζόρια, ανεργία, αστυνομικές εφόδους αξημέρωτα και επελαύνοντα φασισμό. Τους αποθαρρύναμε. Άκουγαν, τα ήξεραν, τα διαβάζουν, τα ακούνε, στις σύντομες επιστροφές τα βλέπουν. Αλλά εκεί, κάτω απ’ τον κυριακάτικο ήλιο του Mauerpark, δίπλα στο παζάρι, η νοσταλγία είναι ασυγκράτητη.

Τα παιδιά αυτά, εκεί γύρω στα τριάντα, δουλεύουν σκληρά, στο πανεπιστήμια, σε εστιατόρια, σε μόνιμες και προσωρινές εργασίες. Διαπρέπουν, ζουν καλά, γίνονται μέρος της φοβερά ενδιαφέρουσας βερολινέζικης κουλτούρας. Δεν ξεχνάνε το χάος του τόπου τους, δεν εξιδανικεύουν, αλλά λες και δεν μπορούν παρά να νοσταλγούν. Δεν ζηλεύουν το ανοργάνωτο φρενοκομείο ή τις φραπεδουπόλεις της Ελλάδας, παρά νοσταλγούν τον τόπο των φίλων, τις γνώριμες διαδρομές, κάτι σκόρπιες μυρωδιές, το φως, όχι την ιδέα της καλοκαιρίας, αλλά το φως, όπως το περιγράφει ο Μίλερ και όπως το εξηγεί ο Μόραλης.

Το Σάββατο το βράδυ βρεθήκαμε μαζί με αυτούς τους αθεράπευτους νοσταλγούς εκείνου του τόπου, που τραγούδησε ο Ρασούλης και τσαλαπάτησε κάθε πατριωτική κυβέρνηση, σ’ ένα αλλόκοτο εστιατόριο – ντίσκο. Στο κέντρο του μαγαζιού υπήρχε μια πίστα, όπου ο χορός έδινε και έπαιρνε από μια μείξη χίπστερς, σοβαρών σαραντάρηδων και λαϊκών τύπων όλων των ηλικιών. Κάπου ανάμεσα στις γερμανικές μπύρες και τη συζήτηση περί της κατάστασης στην Ελλάδα, ακούστηκε η εισαγωγή του Ζορμπά. Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, ο μετανάστης και ο τουρίστας ίσως να μπορούν να ξεπεράσουν, να υπερβούν, για ένα μόνο δευτερόλεπτο και όχι περισσότερο, όλο το φολκλόρ που φάγαμε στη μάπα για δεκαετίες. Τότε, δεν καθορίζουν τη στιγμή ο χώρος, η διακόσμηση, το πολιτισμικό κεφάλαιο ή οι αναμνήσεις απ’ τα τσολιαδάκια της Βάρης και τους στημένους μαγαζάτορες της Πλάκας. Εκείνη τη στιγμή, όποιος μπορεί να δει με τα μάτια κλειστά και να νιώσει με το αίμα καυτό, βλέπει ατόφια μπροστά του τη συγκίνηση, τη συνάντηση, την αγωνία των ανθρώπων, την ίδια την αγάπη που συγκλονίζει την καρδιά, για όσους αγαπημένους είναι μακριά.

Επιρρεπής στο μελοδραματισμό και την ανακάλυψη δήθεν μεγαλειωδών μικροστιγμών, παρασύρθηκα μάλλον εύκολα. Κοίταζα τη Μύριαμ και τον Κώστα, αυτά τα υπέροχα παιδιά που δίνουν τη μάχη τους στην γερμανική πρωτεύουσα και την κερδίζουν. Για ώρες μετά, δεν ένιωθα τίποτα άλλο από μια φοβερή δύναμη. Μια δύναμη που λες και πολλαπλασίαζε τη θέληση να αποδώσουμε, εμείς που μείναμε πίσω, στη Μύριαμ και τον Κώστα, τον τόπο της νοσταλγίας τους, ελεύθερο από Λοβέρδους, Δένδιες, αυταρχικά παραληρήματα και φασιστικά κόμματα.

υγ. ποστίδιο παρασκευασμένο για την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία

11 σχόλια

Filed under ταυτολογίες - για τη νοσταλγία, ασυναρτησίες

το θηρίο και τ’ ανάποδό του

Την Παρασκευή περνώντας απ’ το Σύνταγμα κοιτάγαμε τις εξέδρες που είχαν στηθεί για την παρέλαση. Μια άνοστη άσπρη μεταλλική κατασκευή και μικρή ύβρις. Οι ξύλινες καφέ καρέκλες του καφενείου στημένες για κάτι εντελώς ανάποδο απ’ το σκοπό τους, δηλαδή τη φιλοξενία μεθυσμένων και αμπελοφιλοσοφούντων κώλων. Σκέφτηκα προς στιγμή να γεμίζαμε την εξέδρα με αυτοκόλλητα απ’ αυτά που κυκλοφορούν με το σιγά μην φοβηθώ. Μαλακία όμως, θα έβαζαν τίποτα ταλαίπωρους υπάλληλους του δήμου ή κανένα κωλοφάνταρο να τα κάνει όλη τη βαρετή δουλειά.

Μέσα στο σκ, διαγώνιες γρήγορες ματιές στην επικαιρότητα και κυρίως στα της Κύπρου. Παράξενη φράση: «εθνική τραγωδία». Όσοι δεν πολυχρησιμοποιούν τη λέξη έθνος, όσοι δυσκολεύονται να προσδιοριστούν περήφανα λόγω καταγωγής, βιώνουν την τραγωδία. Όσοι κάθε τρεις λέξεις πετάνε τη λέξη πατρίδα ή έθνος, όσοι κρατάνε την καρδιά τους μπροστά στη γαλανόλευκη με καμάρι, δεν βιώνουν σχεδόν ποτέ την πραγματικότητα ως τραγωδία.

Μας κυκλώνουν οι αντιφάσεις. Με λύσσα, με μίσος οι εδώ θιασώτες της σκληρής λιτότητας των άλλων  χαμογελούν με τα ενδεχομένως φριχτά αποτελέσματα ενός (έτσι κι αλλιώς λειψού) όχι. Οι άνθρωποι που λένε τους κύπριους αδέρφια μας, οι άνθρωποι που δεν διστάζουν να μιλήσουν για dna της φυλής, οι ίδιοι άνθρωποι τώρα απευθύνουν τελεσίγραφα στην Κύπρο. Λίγα λεπτά αφού απαγγείλουν Ελύτη, θα πουλήσουν την Κασσιόπη, θα σκάψουν τις Σκουριές, θα κάνουν γκολφ τη μισή ακτογραμμή. Σε μερικούς μόνο μήνες θα ποζάρουν για κάποιο περιοδικό σε κάποια ιδιωτική παραλία στο Σούνιο ή σε κάποιο κυκλαδίτικο σοκάκι. Με ροζ μαγιό και κομποσκοίνι. Καμαρωτοί και μαυρισμένοι ως Έλληνες. Θηρία σκέτα.

Το σκ περνάει σαν τρένο από πάνω μας. Εκνευρισμός και ύστερα επιστροφή στη γνωστή απελπισία. Δεν υπάρχει τίποτα πια. Δεν ξέρω πια τι να γράψω. Δεν αισθάνομαι ότι έκανα ότι έπρεπε να κάνω, δεν ήμουν αυτός που έπρεπε. Τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι έχω χάσει το δικαίωμα να μιλάω. Λίγο πιο πριν, είχαν χαθεί απ’ τα δάχτυλά μου οι ίδιες οι λέξεις.

Φλυαρίες.

«να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»

IMAG0180Σήμερα το πρωί στο Περιστάρι, λίγο ο ήλιος, λίγο κάποιες σκέψεις για ένα ταξίδι, όλα μοιάζουν λίγο πιο όμορφα, επιτέλους λίγο πιο ανοικτά στο μέλλον. Βγάζω το κινητό, περιμένοντας στη διάβαση. Δεν προλαβαίνω να γράψω το sms που θέλω, ο ηλικιωμένος άντρας με το παπί περνάει (μάλλον) με κόκκινο μπροστά μου, ο ταξιτζής δίπλα έχει ξεκινήσει, ένα σιγανό μπαμ, ένα σώμα στον αέρα, μια περιστροφή, το σώμα στην άσφαλτο. Το αίμα τρέχει απ’ το κεφάλι, ένα παιδί πετάγεται από κάποιο μαγαζί διπλά, έχει το κινητό ήδη στο αυτί, καλεί ασθενοφόρο. Μιλώντας κάνει το σταυρό του. «Έχει χτυπήσει το κεφάλι του, είναι μεγάλος άνθρωπος, ελάτε γρήγορα».

«Μην τον κουνάτε» φωνάζουν κάποιοι. Απ’ τα αυτοκίνητα πίσω, που έχουν σχηματίσει ήδη ουρά από πίσω, βγαίνουν κεφάλια απ’ τα παράθυρα να δουν τι συμβαίνει. Ο ηλικιωμένος άντρας, κάνει μια κίνηση να σηκώσει λίγο το κεφάλι. Δεν γίνεται, δεν τον αφήνουν, του λένε κάτσε όπως είσαι, έρχεται γιατρός. Δεν ακούγεται τίποτα, μόνο μερικά «τί έγινε».

Τα αμάξια έχουν σταματήσει, ένα λεωφορείο κλείνει τον κεντρικό δρόμο. Αν αντέχεις αντιλαμβάνεσαι ότι ακούγεται μόνο ένας περίεργος ήχος. Κάτι μεταξύ αναστεναγμού, πόνου και γρυλίσματος. Ο ηλικιωμένος άντρας βγάζει ασταμάτητα τον πόνο του.

Πολλά χρόνια πριν, με πήγαινε η μάνα μου σε ένα αποκριάτικο πάρτι, ένα παιδί με μηχανάκι πέρασε το στοπ, τον χτυπήσαμε, έσκασε πάνω στο παρ μπριζ. Φοβήθηκα τότε, αλλά νομίζω, όσο μπορώ να θυμηθώ ούτε στο 1/10 απ’ όσο τρόμαξα σήμερα.

Μετά από λίγα λεπτά, φεύγοντας απ’ το σημείο, συνεχίζοντας για τη δουλειά, επειδή όλα πρέπει να συνεχίζονται και τίποτα δεν μπορεί να διακόψει αυτή τη ροή, έπιασα τον εαυτό μου να τρέμει. Θυμήθηκα τη μάνα μου που λέει ότι παθαίνει στομαχικό ίλιγγο. Μέχρι σήμερα δεν ήξερα ακριβώς τι ήταν. Έπιασα το κινητό, αντί για το θριαμβευτικό ανοιξιάτικο sms, ήθελα να στείλω πέντε έξι μηνύματα που να λένε «προσέχετε μουνόπανα». Στη δουλειά μετά, πρέπει να ανέπνεα τόσο βαριά, που με κοιτούσαν περίεργα.

Τίποτα δεν είμαστε, ένα δευτερόλεπτο, ένα βαθύ πορτοκαλί κι ύστερα το πιο εύθραυστο απ’ τα εύθραυστα θηρία. Το σώμα έτοιμο διαρκώς να γίνει σμπαράλια. Τίποτα δεν είμαστε, μόνο ένα γρύλισμα που έρχεται απ’ το ματωμένο δρόμο.

Στην επιστροφή δεν ήθελα να μπω στο λεωφορείο. Περπάτησα δεκαπέντε λεπτά και μέτρησα 7 αγοράζω χρυσό, περίπου τόσα αντιφασιστικά συνθήματα και αμέτρητα κλειστό, ενοικιάζεται, στη μισή τιμή / εκποίηση. Στο σημείο του ατυχήματος, αυτοκίνητα περνούσαν κανονικά, δύο κορίτσια περίμεναν στη διάβαση, το αίμα δε φαινόταν πουθενά, μόνο το ίχνος του φρεναρίσματος.

Στη δουλειά πέτυχα μια παλιά συμφοιτήτρια. Τότε λέγαμε πόσο όμορφη ήταν, αν και κάπως σοβαροφανής και ατσαλάκωτη. Σήμερα, δεν μπορούσα καν να γελάσω με τις τότε κουβέντες της παρέας. Να υπάρχει άραγε κάπου αυτός ο ωραίος, ο μαγικός τόπος που δεν σε συντρίβει διαρκώς με γρυλίσματα και όλων των ειδών τις απελπισίες; Μπορεί αυτή η άνοιξη να πει και κάτι για τη ζωή;

6 σχόλια

Filed under ασυναρτησίες

σχετικά με το Μπαχάρ*4

frontpage_b4Από την Παρασκευή το Μπαχάρ*4 βρίσκεται:

στο κέντρο της Αθήνας: στα καφέ-μπαρ: κόκκοι καφέ, υποβρύχιο, σέλας, φλoράλ, κ*βοξ / στα βιβλιοπωλεία: πολιτεία, πρωτοπορία, εναλλακτικό βιβλιοπωλείο, εστία, ναυτίλος, free thinking zone

στο Κουκάκι: στα καφέ-μπαρ: παγκάκι, pulp

στα Πετράλωνα: στο καφέ-μπαρ Λόλα

και φυσικά στην πηγή του, στο radiobubble Ιπποκράτους 146

στην Κέρκυρα στο βιβλιοπωλείο Πλους

( 1000 αντίτυπα βγήκαν και κάποια θα πάνε Θεσ/νικη, επαρχία κλπ – θα υπάρξει ειδοποίηση γι’ αυτά.)

-//-

Όταν σκεφτήκαμε (κάπου στο Νοέμβριο) ότι το επόμενο μπαχάρ* θα έπρεπε να έχει θέμα ομορφιά, νομίζω πως τα πράγματα ήταν λίγο καλύτερα. Ή εγώ τα έβλεπα λίγο καλύτερα. Ή έβλεπα λάθος ή αισθανόμουν αλλιώς ή μπορεί και όντως να ήταν τα πράγματα λίγο καλύτερα, αφού η γενική αίσθηση μοιάζει να συνοψίζεται στο κάθε μέρα και λίγο χειρότερα.

Μεταξύ Νοεμβρίου και Μαρτίου, προτιμούσα να διαβάζω ότι βρίσκω μπροστά μου για φασισμό, ναζισμό και άλλα τέτοια. Ξεκίνησα την τριλογία του Ιζζό και την ταλαιπωρώ εδώ και κάτι μήνες. Το μυαλό μου είναι διαρκώς αλλού. Ευχαριστιέμαι τον καθαρό λόγο της Αρέντ και τις παρατηρήσεις της. Πηγαινοέρχομαι μεταξύ Άιχμαν και της Ιταλίας του 20-21.

Όσο το μπαχάρ*4 στηνόταν ή όσο ήταν στο τυπογραφείο, σκεφτόμουν ότι το να μιλάς για ομορφιά σήμερα γίνεται ολοένα δυσκολότερο. Όχι τόσο γιατί δεν υπάρχει χώρος για αυτήν ή γιατί αυτή δεν υπάρχει ή είναι πολυτέλεια. Αλλά κυρίως γιατί αισθάνομαι όλο και περισσότερο ότι να μιλάω για τέτοια θέματα είναι μια φλυαρία από απόσταση ασφαλείας. Με λίγα λόγια, η ομορφιά μοιάζει να αφορά (ή να μπορεί να διεκδικηθεί) από όλο και λιγότερους ανθρώπους. Με όσα γίνονται, μερικές στιγμές, ιδίως τις στιγμές που το κακό συμβαίνει, η κουβέντα περί ομορφιάς μοιάζει να αποκλείει εξορισμού μερικές κατηγορίες ανθρώπων.

Παρόλα αυτά, τώρα (αρχές Μαρτίου) που επιτέλους η παροιμιώδης αναβλητικότητα και ο συνειδητός αντι-επαγγελματισμός μας επέτρεψε να κυκλοφορήσει το περιοδικάκι , διαβάζοντας τα κείμενα νομίζω ότι η σκέψη μας ήταν κατά κάποιο τρόπο σωστή.

Το να μας πάρει παραμάζωμα η δυστυχία, η μιζέρια και η βαρβαρότητα ώρες ώρες φαίνεται ότι θα αποβεί η πιο πιθανή εξέλιξη. Σίγουρα δεν είναι σπουδαίο ανάχωμα ένα περιοδικό με μερικά κείμενα και κάποιες φωτογραφίες. Σίγουρα δεν είναι μια τέτοια επίθεση με λέξεις και εικόνες ικανή να αναστρέψει το κλίμα. Πιάνοντας όμως το περιοδικάκι στα χέρια μου, επέστρεψα στην αρχική σκέψη του Νοεμβρίου. Απέναντι στον εκφασισμό και την χυδαιότητα, είναι ωραίο που και που να δηλώνουμε ποιοί είμαστε. Είναι ωραίο να μιλάμε για τη ζωή που φανταζόμαστε ή για τις ομορφιές που κάποτε αγγίξαμε ή κάποτε φανταστήκαμε. Ίσως τότε να είναι η ώρα του χαμού, όταν δεν θα υπάρχει πια τίποτα άλλο παρά μια επιχείρηση σκούπα – με το όνομα πχ. Θέτις – μιας κάποιας αστυνομίας. Οι λέξεις δεν θα τη σταματήσουν, αλλά ίσως να μας υπενθυμίσουν γιατί θέλουμε εμείς να την σταματήσουμε. Ίσως οι λέξεις και οι εικόνες να μας υπενθυμίσουν ότι δεν είμαστε εμείς αυτοί που φτύνει κάθε Δευτέρα βράδυ ο ημιδιάσημος παρουσιαστής. Δεν είναι ο κόσμος μόνο αυτό το ζοφερό μέρος που περιγράφουν οι φάτσες των υπουργών και λοιπών παρατρεχάμενων.

Ο κόσμος είναι και κάτι άλλο και κάτι όμορφο και κάτι γεμάτο αγάπη και αλληλεγγύη και αγώνες γλυκούς σαν μέλι. Ο κόσμος είναι και σαν μπαξές που θα έλεγε και η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδώντας ανυπολόγιστα όμορφα μέσα σ’ ένα κόσμο εχθρικό. Ο κόσμος είναι σαν μπαξές.

Χαιρετισμούς στον αδερφό radio_sociale , στον σχεδιαστή του τεύχους Morgan S. Bailey και στη Murplejane που ως συνήθως βοήθησε με τον τρόπο της.

Χαιρετισμούς σε όσους έγραψαν ή φωτογράφισαν.

5 σχόλια

Filed under μπαχάρ*, radiobubble