Η νέα γειτονιά μοιάζει ακόμη περίεργη. Το περίπτερο είναι πολύ κάτω. Το ψιλικατζίδικο πολύ πάνω. Το video club χωμένο σε ένα ημιυπόγειο τρία στενά μακριά. Η κάβα, συστεγάζεται με ένα φούρνο, είναι κάπως παράταιρη. Οι γυναίκες στο δρόμο, απροσδιόριστες ακομη. Κοιτώντας μικρά αντικείμενα, που δεν ξέρω αν θέλω πια να βγουν απ’ τις κούτες, μοιάζει να πιάνω στις τσέπες μου κλειδιά από καιρό πεταμένα. Αν ξέρεις πού να ψάξεις, μέσα σε κάθε καινούριο σπίτι, θα βρεις όλα τα προηγούμενα. Για μια ημέρα ή δέκα χρόνια δεν έχει σημασία, έχουμε ήδη αποφασίσει ότι οι συμβατικές μονάδες μέτρησης κάνουν μόνο για τον κόσμο της συναλλαγής.
Η γκαρσονιέρα της οδού Καισαρείας στην Κομοτηνή. Σε λιγότερα από 20τμ χωράνε περισσότερα από 10 άτομα. Μαξιλάρια στο πάτωμα, ρετσίνες στο ποτήρι, τραγικοί έρωτες και αναπάντεχες προδοσίες στο καθημερινό πρόγραμμα. Ο Βασίλης Καρράς μόνιμος κάτοικος σε άθλιες επαναλαμβανόμενες μαζώξεις, που ως αποκλειστικό σκοπό είχαν όχι φυσικά την κοινωνία, αλλά το καθησυχαστικό μεθύσι. Κάποτε σε ένα κοντινό σπίτι, ένας από μας, είχε μαζέψει απ’ τα ΚΤΕΛ, έναν Αμερικάνο που έψαχνε τρόπο να φτάσει στην Κων /πολη. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, σαστισμένος και άφραγκος ο εν λόγω, μας άκουγε να προσπαθούμε να καταλήξουμε στην πιο θεμιτή μετάφραση: «I wonder if you feel remorse, when you go foreign hands to touch». Κι ύστερα ξημερώματα τρώγοντας κοτόσουπα, κάποιος πρέπει να του ζήτησε, με το έντονο ύφος που επέβαλε η μαλαματίνα, να αποκαλύψει επιτέλους την αλήθεια. «Λέγε ρε, πράκτορας είσαι;»
Τα παγωμένα Χριστούγεννα της Φλώρινας. Το πετρέλαιο έχει τελειώσει. Το αερόθερμο χαλασμένο. Στρώνουμε στη μέση του σαλονιού. Φοράω φανελάκι, κοντομάνικο, πουκάμισο, φλις και από πάνω ρίχνουμε σεντόνι, κουβέρτα, πάπλωμα. Τίποτα. Τη μισή νύχτα βλέπω το χνώτο μου όπως κατευθύνεται προς την οθόνη της σχεδόν χιονισμένης τηλεόρασης. Λόγω του τσιρότου δεν μπορώ να αλλάξω πλευρό. Λίγες ώρες πριν, την ώρα που το μπουζούκι παίζει ότι του βρίσκεται πρόχειρο, ένας απ’ την παρέα μερακλώνει. Απλώνει τα χέρια και μαζεύει τα σκορπισμένα στο τραπέζι λουλούδια. Μου τα πετάει. Νιώθω κάτι συμπαγές να ακουμπάει τον κρόταφό μου κι ύστερα βλέπω τις φάτσες να γυρνάνε από το σκυλάδικο ντέρτι σε γνήσιο τρόμο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα. Σκύβω και παρατηρώ το λευκό πουκάμισο να γίνεται κόκκινο. Το κέφι μας, έμπλεξε τα γαρίφαλα με τα σπασμένα ποτήρια. «Μα καλά, να πεθάνω σε επαρχιακό σκυλάδικο την ώρα που ο ντόπιος τραγουδιστής λέει την προσωπική, αδισκογράφητη ακόμη επιτυχία του; Πόσο γραφικός μπορώ να γίνω;», σκέφτηκα. Τελικά έζησα, προσμένοντας ένα σαφώς πιο μεγαλειώδες τέλος.
Τα ξένα σπίτια. Για κάποιο περίεργο λόγο ποτέ δεν ένιωσα άνετα να ξυπνάω στο σπίτι της. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως ασυνείδητα να φοβάμαι ενδεχόμενους επισκέπτες ή ίσως απλά να μη μ’ αρέσει η σκέψη ότι βρίσκονται σε λάθος θέση ο καφές, τα βιβλία, οι εφημερίδες, το μπάνιο, το διαδίκτυο και το κυριότερο εγώ ο ίδιος. Επίσης για μια σχετικά μεγάλη περίοδο, είχα παρατηρήσει ότι όποτε ξυπνούσα σε άλλο σπίτι το πρωί δεν έλεγε να σταματήσει να βρέχει. Απ’ την άλλη, σε ένα τέτοιο διαμέρισμα έμαθα πώς το πουκάμισο μπορεί να γίνει σεντόνι και μάλιστα διπλό. Άλλωστε η λέξη μοιράζομαι μπορεί να εννοηθεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους.
Στην Πάτμο να βλέπεις τα αυτοκίνητα να μπαίνουν στο γκαράζ του πλοίου. Το σπίτι εκεί ήταν στην κατάλληλη θέση, για να χαζεύεις το λιμάνι και τα καθημερινά δρομολόγια. Τη μέρα φαινόταν η ουρά των αμαξιών και πού και πού κάποια τσάντα στην πλάτη ενός τουρίστα. Τη νύχτα τα φωτάκια στο κατάστρωμα δε μ’ άφηναν να παρατηρήσω τίποτα άλλο. Τη μέρα όλα τα καράβια έμοιαζαν να φτάνουν. Τη νύχτα να φεύγουν. Ένα βράδυ αφού άφησα τους ταξιδιώτες να περιμένουν στη σειρά για να επιβιβαστούν, γύρισα σπίτι. Όταν βγήκα στο μπαλκόνι κι είδα το πλοίο έτοιμο πια για αναχώρηση, θέλησα να γυρίσω πίσω στο λιμάνι. Ήθελα να πω κάτι ακόμη, κάτι που έπρεπε να είχα πει εξαρχής. Περπάτησα γρήγορα, αλλά δεν πρόλαβα. Το πλοίο ταξίδευε ήδη προς Αθήνα. Το σπίτι ήταν στην κατάλληλη απόσταση. Ευτυχώς.







